φρέσκα ανέκδοτα

Μια οικογένεια Ρώσων ( υπό το παλιό καθεστώς ) κατάφεραν να μεταναστεύσουν για ένα καλύτερο μέλλον στην ...
ΑΜΕΡΙΚΗ ! Κάθε αρχή και δύσκολη λοιπόν , αλλά προσπαθούσαν οι άνθρωποι να φτιάξουν τη ζωή τους . Στην οικογένεια υπήρχε ένα παιδάκι , το οποίο ένα πρωινό ήταν στην παιδική χαρά και έβλεπε τα άλλα παιδάκια να παίζουν και να τρώνε το κολατσιό τους ενώ εκείνο δεν είχε τίποτα . Δίπλα του ήταν ένα παχουλό αμερικανάκι , με μια φραντζόλα ψωμί , αλειμμένη με μαρμελάδα . Βλέποντας το Ρωσάκι που δεν έτρωγε τίποτα αλλά ξερογλειφόταν γυρνάει και του λέει . ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΜΑΡΜΕΛΑΔΑ ! ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΜΑΡΜΕΛΑΔΑ ! Βάζει τα κλάματα το Ρωσάκι , πάει στην μάνα του και παραπονιέται ! « Μην στενοχωριέσαι αγόρι μου ! Αν στο ξαναπεί να του απαντήσεις ότι κι αυτό δεν έχει Σοσιαλισμό ! » Πράγματι λοιπόν την άλλη μέρα η ίδια σκηνή . Το αμερικανάκι με την φραντζόλα και την μαρμελάδα : ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΜΑΡΜΕΛΑΔΑ ! ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΜΑΡΜΕΛΑΔΑ ! ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ ! Τα χασε το αμερικανάκι ! Με κλάματα στα μάτια πάει στην μάνα του και της λέει τα καθέκαστα . « Και γι αυτό στενοχωριέσαι βρε κουτό ; Αν στο ξαναπεί να του απαντήσεις ότι θα κάνουμε KAI Σοσιαλισμό ! Όλα τα έχουμε κάνει ! Και αυτό θα το κάνουμε » Την άλλη μέρα λοιπόν ... στο πάρκο : ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΜΑΡΜΕΛΑΔΑ ! ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΜΑΡΜΕΛΑΔΑ ! ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ ! ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ ! ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ ! Και τι του απαντάει το Ρωσάκι ; ΔΕΝ ΘΑ ΧΕΙΣ ΜΑΡΜΕΛΑΔΑ ! ΔΕΝ ΘΑ ΧΕΙΣ ΜΑΡΜΕΛΑΔΑ !
Ο Χριστός στην Γη.
Ο Χριστός κατεβαίνει στη Γη για να τσεκάρει γενικώς την κατάσταση. Μπαίνει σε ένα μπαράκι όπου μπεκροπίνουν ένας Γερμανός, ένας Γάλλος και ένας Έλληνας. Κάθεται στην μπάρα και ο Χριστός, ξανθός, μακρυμάλλης, ψιλολετσέ, τον βλέπει ο Γερμανός και λεει του μπάρμαν:
- Κέρασε, ρε, το παλικάρι μια μπιρίτσα, γιατί τον βλέπω διψασμένο!
Κερνάει ο μπάρμαν, πίνει ο Χριστός, όλα καλά.
Ύστερα από λίγο, φωνάζει ο Γάλλος στον μπάρμαν:
- Κέρασε, ρε, το παλικάρι ένα μπουκάλι κρασί. Ντροπή να κάθεται στον πάγκο έτσι σκέτος, χρονιάρες μέρες.
Κερνάει ο μπάρμαν, πίνει ο Χριστός, όλα καλά. Ύστερα από λίγο, πετιέται και ο Έλληνας:
- Κέρασε, ρε, λέει του μπάρμαν, το παλικάρι ένα καραφάκι ούζο με μια σπέσιαλ ποικιλία, γιατί τον βλέπω πεινασμένο και δεν κάνει...
Πίνει ο Χριστός, τρώει και μετά σηκώνεται. Πάει στο τραπέζι της παρέας και αγγίζει τον Γερμανό στον ώμο. Αυτός πετιέται, του φιλάει το χέρι και του λέει:
- Χριστέ μου! Σε ευχαριστώ! Τώρα κατάλαβα ποιος είσαι που μου πέρασαν μεμιάς τα αρθριτικά μου!
Αγγίζει και τον Γάλλο στον ώμο ο Χριστός, πετιέται αυτός, του φιλάει το χέρι και του λεει:
- Χριστέ μου! Σε ευχαριστώ! Πάει το άσθμα μου, πέρασε! Το νιώθω!
Κάνει να αγγίξει και τον Έλληνα ο Χριστός, οπότε τραβιέται πίσω αυτός και λεει:
- Χριστούλη μου, να σαι καλά, αλλά... χειρονομίες δεν γουστάρω! Είδα κι έπαθα να τη βγάλω την... αναπηρική σύνταξη!
Ένα ζευγάρι Αγγλων αριστοκρατών, κάνει διακοπές στην Αυστραλία. Μένουν σε κυριλέ ξενοδοχείο και χρησιμοποιούν λιμουζίνα για τις βόλτες τους. Οδηγώντας στην εξοχή, ο κύριος ακούει τη γυναίκα του να λέει σοκαρισμένη:
- Αγάπη μου, τι κάνει αυτός ο τύπος στο καγκουρό;
- Oh dear, μην κοιτάς, είναι αηδιαστικό!
Πιο κάτω τα ίδια.
- Κοίτα, κοίτα και ένας άλλος κάνει τα ίδια σε ένα φτωχό καγκουρό!
- Ω, δεν αντέχω άλλο! Μόλις γυρίσουμε χρυσή μου, θα παραπονεθώ δεόντως!
Φτάνουν στο ξενοδοχείο και ανεβαίνοντας τις σκάλες, βλέπουν έναν τύπο με ξύλινο πόδι, να «παίζει» με τον εαυτό του! Μπαίνουν μέσα σε έξαλλη κατάσταση και αρπάζουν τον ρεσεψιονίστ από τον γιακά!
- Τι αίσχος είναι αυτό! Υποτίθεται πως ήρθαμε σε μια πολιτισμένη χώρα και πως μένουμε σε ξενοδοχείο 5 αστέρων! Και τι βρίσκουμε; Κάτι τύπους να
Πηδ*** καγκουρό στο δρόμο κι έναν τύπο με ένα πόδι, ένα ξύλινο πόδι να αυνανίζεται στις σκάλες του ξενοδοχείου σας. Τι έχετε να πείτε γι αυτό;
- Τι να πω; Περιμένατε, κουτσός άνθρωπος, να πιάσει καγκουρό;
Ήταν ένας τύπος ξενέρωτος αλλά με χρήμα, που κατάφερε το μπαμπά του να του αγοράσει μία Ferrari. Πάει λοιπόν στον κολλητό του για να του κάνει φιγούρα και τον καλεί να πάνε μία βόλτα με το καινούργιο αυτοκίνητο.
Μάκης: Πάμε ρε μια βόλτα με την αμαξάρα μου να δεις τι πήρα...
Ο Τάκης ξέρει τι σκοτώστρα οδηγός είναι ο Μάκης αρνείται ευγενικά.
Τάκης: Ασε ρε Μάκη κι έχω μια δουλειά σε μισή ώρα..
Μάκης: Μισή ώρα; Σε μισή ώρα πάμε Θεσσαλονίκη και ξαναρχόμαστε. Μια βολτίτσα εδώ κοντά σου λέω.
Τι να κάνει, με τα πολλά πείθεται ο Τάκης, μπαίνει μέσα και ξεκινάνε.
Τάκης: Κοίτα μαλάκα μην τρέχεις πολύ, γιατί φοβάμαι.
Μάκης: Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας ρε Τάκη, το αυτοκίνητο είναι πολύ ασφαλές. Να για παράδειγμα, βλέπεις αυτή την κλειστή στροφή μπροστά μας (μπροστά διακρίνεται μια στροφή 180 μοιρών); Θα την περάσουμε με 170 και το αμάξι δεν θα κουνηθεί από το δρόμο.
Τρελαίνεται ο Τάκης. Διπλώνεται στα δύο. Σφίγγει το κάθισμά του με το αριστερό χέρι, την πόρτα με το δεξί. Τσιτώνει τα πόδια στο πάτωμα και προσεύχεται. Παρά όλες τις προβλέψεις το αυτοκίνητο δικαιώνει το Μάκη και παίρνει τη στροφή με 170 χωρίς να βγει από το δρόμο.
Μάκης: Είδες ρε που στα λεγα;
Τάκης: Εν τάξει, αλλά από δω και πέρα να πηγαίνουμε και λίγο σιγότερα έτσι;
Μάκης: Βλέπω ότι δεν σε έπεισα. Βλέπεις αυτή την εφημερίδα στο βάθος του δρόμου; Θα περάσουμε από πάνω της με 320 και το κενό αέρος που θα δημιουργήσουμε θα την κόψει στα δύο.
Τρελαίνεται ξανά ο Τάκης. Επαναλαμβάνει τις πιο πάνω κινήσεις. Παίρνει ένα χρώμα λευκοκίτρινο, τα μάτια του γυρίζουν ελαφρά προς τα μέσα... Και πάλι ο Μάκης δικαιώνεται, το αυτοκίνητο περνά με τρομερή ταχύτητα πάνω από την εφημερίδα και την σκίζει στα δύο.
Μάκης: Είδες ρε; Σου λέω. Μη φοβάσαι τίποτα.
Τάκης: Εντάξει, εντάξει, αλλά μήπως πρέπει να γυρίσουμε γιατί έχω και τη δουλίτσα που λέγαμε;
Ο Μάκης όμως την έχει καταβρεί με το αυτοκίνητο και δεν συμαζεύται με τίποτα. Μάκης: Βλέπεις αυτό το γκρεμό μπροστά μας; Θα πιάσω ταχύτητα 340.
Θα φρενάρω 10 μέτρα πριν από το γκρεμό και θα σταματήσουμε στο χείλος.
Μόλις ακούει αυτά τα λόγια ο Τάκης, χάνει 25 κιλά, παθαίνει δύο εγκεφαλικά, βγάζει αφρούς από το στόμα και γενικά βρίσκεται σε κατάσταση αμόκ.
Πέρα από κάθε λογική πρόβλεψη τα πράγματα γίνονται ακριβώς όπως είπε ο Μάκης και με το αυτοκίνητο σταματημένο στο χείλος του γκρεμού ο Μάκης γυρίζει προς τον Τάκη και του λέει χαμογελώντας:
Μάκης: Πες μου τώρα τι θέλεις να κάνουμε.
Τάκης (ψιθυριστά, συγκεντρώνοντας όσες δυνάμεις του έχουν μείνει από την αγωνία): Τώρα που χέστηκα, πάμε πίσω στην εφημερίδα