φρέσκα ανέκδοτα

Μια γιαγιά είχε δύο εγγόνια. Το ένα ήταν καλό παιδί και την αγαπούσε πάρα πολύ. Το άλλο όμως ήταν κακό και πονηρό και δεν ήθελε ούτε να τη βλέπει. Μια μέρα λοιπόν πάει η γιαγιά να βρει το καλό της εγγονάκι, μπαίνει στο ασανσέρ, πατά το κουμπί, αλλά γίνεται διακοπή ρεύματος και κλείνεται μέσα.
Αμέσως, ο εγγονός της καλεί την πυροσβεστική και η γιαγιά απεγκλωβίζεται. Την άλλη μέρα βλέπει έξω από το σπίτι του ένα opel astra με ένα σημείωμα:
- Με αγάπη, η γιαγιά σου.
Μια άλλη μέρα, πάει η γιαγιά να βρει τον άλλο της εγγονό. Μπαίνει στο ασανσέρ, αλλά και πάλι για κακή της τύχη κλείνεται μέσα. Τότε το κακό εγγόνι, κόβει τα καλώδια του ασανσέρ, το ασανσέρ πέφτει και η γιαγιά συνθλίβεται!
Την άλλη μέρα, λοιπόν, βλέπει έξω από το σπίτι του μια Porsche παρκαρισμένη, με το σημείωμα:
- Με αγάπη, o παππούς σου..!
Ο Γιωρίκας μπουκάρει στην κρεβατοκάμαρα και βρίσκει την γυναίκα και έναν άγνωστο τύπο ημίγυμνους πάνω στο κρεβάτι. Βουτάει τον τύπο από τον σβέρκο και τον ταρακουνάει άγρια ζητώντας εξηγήσεις.
- Να σας εξηγήσω κύριε, του λέει αυτός τρέμοντας. Στο από πάνω διαμέρισμα κάναμε ένα πάρτι. Κάποια στιγμή παίζαμε στριπ πόκερ και έμεινα με το σώβρακο. Αλλά όταν ρεφάρισα και κέρδισα ξανά το παντελόνι μου, κάποιος για πλάκα το πέταξε από το μπαλκόνι κάτω και προσγειώθηκε στο μπαλκόνι σας. Κατέβηκα και εγώ κάτω και είπα της γυναίκας σας να μου το δώσει. Και την ώρα που το έπαιρνα, μπήκατε εσείς! Έτσι έγινε, αλήθεια σας λέω.
- Έτσι έγινε μωρή; ρωτάει αγριεμένος ο Γιωρίκας την γυναίκα του.
- Έτσι έγινε Γιωρίκα μου, του λέει αυτή. Δεν τον ξέρω τον κύριο!
- Τέλος πάντων. Σε πιστεύω. Αλλά σήκω φύγε τώρα μην σε πλακώσω στις σφαλιάρες.
Ο τύπος έφυγε σφαίρα από το σπίτι, ήρθε το βράδυ και έπεσε το αντρόγυνο να κοιμηθεί. Αλλά κατά τις τρεις το πρωί, σηκώνεται ο Γιωρίκας επάνω κι άρχισε να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο φωνάζοντας:
- Όχι ρε γαμώτο! Τώρα το θυμήθηκα!.
- Τι έγινε Γιωρίκα μου;, ρωτάει παραξενεμένη η γυναίκα του.
- Τώρα το θυμήθηκα ρε γαμώτο! Μένουμε σε μονοκατοικία..!
Ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας συναντιούνται μετά από πολλά χρόνια και για να τα πουν. Πάει ο πρώτος στο σπίτι του δεύτερου. Μόλις έφτασε εκεί ο Κωστίκας, ο Γιωρίκας του ζητά να καθίσουν στο τραπέζι και ζητάει από τη γυναίκα του να σερβίρει.
- Να σερβίρεις εσύ, του απαντάει εκείνη. Ντροπιασμένος αυτός σέρβιρε εκείνος το τραπέζι. Μετά ζητάει από τα παιδιά του να προσφέρουν έναν καφέ στον καλεσμένο τους.
- Να τον προσφέρεις εσύ, απαντούν εκείνα.
Φεύγοντας κανονίζουν να βρεθούν την άλλη μέρα στο σπίτι του Κωστίκα. Μόλις φτάνει εκεί, η γυναίκα και τα παιδιά του Κωστίκα μόνο τεμενάδες που δεν έκαναν στον Γιωρίκα. Του πρόσφεραν γλυκά καφέδες γέμισαν το τραπέζι με τα καλύτερα φαγητά και γενικώς τον περιποιήθηκαν πολύ. Στο τέλος ο Γιωρίκας λέει στον Κωστίκα.
- Νιώθω πολύ άσχημα γιατί χθες η γυναίκα μου και τα παιδιά μου μόνο που δεν σε έφαγαν και εσείς με περιποιηθήκατε τόσο πολύ που δεν ξέρω τι να πω από την ντροπή μου. Πώς τα καταφέρνεις;
- Δεν είναι τίποτα, απαντάει ο Κωστίκας. Απλά έρχομαι μια μέρα στο σπίτι και είχε ανέβει ο σκύλος πάνω στον καναπέ και του λέω να κατέβει. Δεν κατέβηκε και του βγάζω μια κίτρινη κάρτα. Την άλλη μέρα ήταν πάλι πάνω στον καναπέ και του είπα να κατέβει. Δεν κατέβηκε και του βγάζω δεύτερη κίτρινη κάρτα. Την 3η μέρα που τον είδα πάνω στον καναπέ πήρα την καραμπίνα και τον σκότωσα.
- Και μετά; ρωτάει ο Κωστίκας.
- Τους βλέπεις όλους αυτούς; Λέει ο Κωστίκας δείχνοντας την οικογένειά του. Έχουν όλοι από 2 κίτρινες κάρτες..!