φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν μια φόρα μέσα σε ένα αεροπλάνο ο Παπανδρέου, ο Χριστόδουλος, δύο εφοριακοί και ένας πόντιος. Καθώς πετούσε το αεροπλάνο, ξαφνικά βγαίνουν οι δύο πιλότοι από το κόκπιτ και λένε:
- Κύριοι, χάσαμε όλους τους κινητήρες. Υπάρχουν μόνο έξι αλεξίπτωτα. Δυστυχώς, κάποιος δεν θα τα καταφέρει. Εμείς παίρνουμε τα δύο από αυτά. Βρείτε τα μεταξύ σας, για το ποιός θα μείνει χωρίς αλεξίπτωτο. Μένουν λοιπόν άλλα τέσσερα αλεξίπτωτα. Σηκώνεται ο Παπανδρέου και τους λέει:
- Κύριοι, εγώ είμαι ο πρωθυπουργός της χώρας. Έχω ακόμα πολλά να κάνω για την Ελλάδα. Δεν γίνεται να πεθάνω.
Παίρνει το ένα αλεξίπτωτο και πέφτει στο κένο. Πετάγεται και ο Χριστόδουλος και λέει:
- Κύριοι, εγώ είμαι ο αρχηγός της Εκκλησίας και έχω να διατελέσω το έργο του Χριστού. Δεν γίνεται να πεθάνω.
Παίρνει και αυτός το άλλο αλεξίπτωτο και πέφτει στο κενό. Μένουν άλλα δύο αλεξίπτωτα λοιπόν. Πετάγεται και ο πόντιος και λέει:
- Κύριοι, κοίταχτε, επειδή πάντα εγώ την πατάω στα ανέκδοτα, παίρνω το ένα αλεξίπτωτο και βρείτε μεταξύ σας ποιος θα σωθεί.
Μόλις έπεσε ο πόντιος, λέει ο ένας εφοριακός στον άλλον:
- Πάρε εσύ το ένα, να πάρω εγώ το άλλο, γιατί ο πόντιος, πήδηξε με τη σακ βουαγιάζ..!
Ήταν μια φορά ένας Άγγλος, ένας Γερμανός και ένας πόντιος, και είχαν χαθεί στη ζούγκλα. Σε μια στιγμή βλέπουν ένα λιοντάρι. Πιάνει ο Άγγλος μια πέτρα και την πετάει στο λιοντάρι, αυτή το πετυχαίνει στο δόξα πατρί και το λιοντάρι πέφτει κάτω νεκρό. Ενθουσιασμένοι οι άλλοι δύο, κοιτάζουν τον Άγγλο όλο απορία και συνεχίζουν να περπατάνε.
Μετά από λίγο βλέπουν ακόμα ένα λιοντάρι, πιο μεγάλο αυτή τη φορά, να έρχεται κατά πάνω τους. Πιάνει ο Γερμανός μια πέτρα, πιο μεγάλη, την πετάει στο λιοντάρι και αυτό πέφτει κάτω ξερό. Κατενθουσιασμένοι οι άλλοι δύο και χωρίς φόβο πλέον, συνεχίζουν το περπάτημα.
Σε λίγο, βλέπουν μια αγέλη από λιοντάρια να έρχεται κατά πάνω τους. Πανικοβλημένοι τώρα, κοιτάζουν γύρω τους και σκέφτονται:
- Ούτε πέτρες, ούτε ξύλα, ούτε ... Τίποτα δε μας σώζει τώρα. Να το βάλουμε στα πόδια!
Αρχίζουν, λοιπόν, να τρέχουν. Ο Άγγλος και ο Γερμανός βρίσκουν ένα ψηλό δέντρο και σκαρφαλώνουν πάνω του, ο πόντιος, όμως, κάθεται από κάτω.
- Βρε, ανέβα πάνω, του λένε οι άλλοι.
- Όχι, απαντά ο πόντιος.
Τα λιοντάρια συνεχίζουν να πλησιάζουν.
- Ανέβα πάνω, του ξαναλένε, θα `ρθουν και θα σε φάνε.
- Γιατί! Εγώ έριχνα τις πέτρες;, απαντά ο πόντιος.
Ήταν μια φορά ένας Έλληνας, ένας Αμερικάνος κι ένας Κινέζος πάνω στον Όλυμπο και έκαναν ορειβασία. Σε μια στιγμή, έτσι όπως ξεκουραζόντουσαν σε κάτι βράχια, πλησιάζει ο Αμερικάνος τον αντίχειρα του δεξιού του χεριού στο αυτί του και το μικρό δάχτυλο στο στόμα του και αρχίζει να μιλάει. Απορρημένοι οι άλλοι δύο, του λένε:
- Τι κάνεις εκεί τώρα;
- Ε! να, μόλις μίλησα με τη γκόμενα μου στην Αμερική!, απαντά.
Μετά από λίγο, ο Κινέζος πλησιάζει το ρολόι του χεριού του κοντά στο πρόσωπό του. Ο πόντιος, γεμάτος απορία, τον ρωτά:
- Εσύ τώρα, τι κάνεις εκεί;
- Ε, να μωρέ, βλέπω τις ειδήσεις στην Κίνα!, απαντά ο Κινέζος.
Φανερά ενοχλημένος ο πόντιος σκέφτεται, τι να κάνει τώρα αυτό για να τον προσέξουν! Αφήνει, λοιπόν, να του φύγει μια τρανταχτή πορδή. Έκπληκτοι οι άλλοι δύο τον κοιτάζουν:
- Εσύ, τι έκανες τώρα;, τον ρωτάνε.
- Τίποτα ρε παιδιά, μόλις έστειλα ένα φαξ στον Πόντο!