if (!string.IsNullOrEmpty(Model.PrevPageFullUrl))
{
}
if (!string.IsNullOrEmpty(Model.NextPageFullUrl))
{
}
νέα ανέκδοτα - Page 188
Skip to main content
Ο Γιάννης περπατάει στο δρόμο και συναντάει το φίλο του το Νίκο, τον οποίον έχει να δει πολύ καιρό. Οπότε αρχίζουν να μιλάνε:
- Τί κάνεις ρε Νίκο; Καιρό έχω να σε δω!
- Aσε φίλε, έχω γραφτεί σε ένα πανεπιστήμιο στο εξωτερικό και σπουδάζω Ζωοκοινωνιολογία!
- Έλα ρε, πρώτη φορά το ακούω. Τί είναι πάλι αυτό;
- Θα σου πω ένα παράδειγμα για να καταλάβεις. Έχεις χρυσόψαρο στο σπίτι σου;
- Ναι.
- Aρα, αγαπάς τα ζώα. Σωστά;
- Nαι.
- Αρα πρέπει να αγαπάς και τους ανθρώπους. Αρα σου αρέσουν και οι γυναίκες! Αρα δεν είσαι αδερφή!
- Ρε φίλε, δίκιο είχες. Μεγάλο πράγμα η Ζωοκοινωνιολογία!
Αμέσως μετά, συνεχίζονταςι το δρόμο του, βλέπει ένα άλλο φίλο του, το Βαγγέλη:
- Που να σου τα λέω ρε Βαγγέλη, πριν από λίγο είδα τον Νίκο.
- Καλά, που γυρνάει αυτός, χάθηκε!
- Σπουδάζει στο εξωτερικό Ζωοκοινωνιολογία!
- Και τι είναι πάλι αυτό;
- Θα σου πω ένα παράδειγμα για να καταλάβεις. Έχεις χρυσόψαρο;
- Οχι!
- Ε, τότε είσαι αδερφή!
Ενας τυπάς περπάταγε αμέριμνος στην εξοχή. Θαύμαζε τα λουλούδια, ανάπνεε τον καθαρό αέρα, ώσπου ξαφνικά, περνάει δίπλα από τον γεμάτο φυτά φράχτη μιας πανάκριβης εξοχικής κατοικίας.
Καθώς θαύμαζε τα πολυτελή παραθύρια, ακούει από τον κήπο μια παιδική φωνή να επαναλαμβάνει:
"Οτό, οτό οτό..."- Δεν πάμε καλά. Τι διάολο είναι τούτο πάλι, σκέφτεται.
Κολλάει το σώμα του στον φράχτη και προσπαθεί να κοιτάξει διακριτικά από πάνω. Πραγματικά, μέσα στην αυλή, ένα μικρό παιδάκι, πέντε με έξι χρονών, με τα χέρια ακουμπισμένα στο χείλος του πηγαδιού, κοιτούσε το χάος ίσια κάτω και μονολογούσε:
"Οτό, οτό, οτό".
Γεμάτος περιέργεια, σκυφτά-σκυφτά, περπατάει μέχρι την κοντινή αυλόπορτα. Μένοντας κρυμμένος, κοιτάει με την άκρη του ματιού του να δει τι ακριβώς γίνεται.
Καμιά διαφορά. Ο μικρός, εξακολουθεί να σκέκεται με τα χέρια πάνω στο χείλος, ελαφρά γερμένος προς τα μέσα, και να μονολογεί:
"Οτό, οτό, οτό".
Ο φίλος κοιτάει δεξιά, κοιτάει αριστερά, σηκώνεται όρθιος, βάζει τα χέρια στις τσέπες, σηκώνει το κεφάλι ψηλά και αρχίζει να περπατάει σφυρίζοντας. Διασχίζει την αυλόπορτα, φτάνει πάνω από τον μικρούλη, και ρίχνει μια προσποιητή αφηρημένη ματιά μέσα στο πηγάδι, χωρίς να σταματήσει το σφύριγμα.
Τζίφος. Το πηγάδι είναι φοβερά βαθύ και το μόνο που διακρίνει είναι σκοτάδι. Και ο μικρός εξακολουθεί:
"Οτό, οτό, οτό".
Ο φίλος αποφασίζει να το χειριστεί αλλιώς. Γονατίζει δίπλα στον μικρό, και με παιδική φωνή του λέει:
- Γεια σου, παιδάκι. Τι κάνεις εδώ;
Ο μικρός το βιολί του:
- Οτό, οτό, οτό.
- Τι είναι μες το πηγάδι;
Τα ίδια.
Ο φίλος τα παίρνει στο κρανίο. Σηκώνεται ξανά όρθιος, αποφασισμένος να λύσει το όλο αίνιγμα. Πλησιάζει το χείλος του πηγαδιού. Κοιτάει έντονα μέσα. Αβυσσος. Ακουμπάει το χέρια του στο χείλος και ξανακοιτάει. Σκοτάδι. Μεταφέρει το βάρος του στα χέρια του, γέρνει πάνω από το πηγάδι, και προσπαθεί να διακρίνει οτιδήποτε στο βάθος του. Ο μίκρος δίπλα το χαβά του. "Οτό, οτό, οτό".
Ο φίλος γέρνει ακομη περισσότερο.
Βρίσκεται τώρα σχεδόν ολόκληρος πάνω από το πηγάδι. Κοιτάζει με ένταση το σκοτάδι κάτω. Ξαφνικά, ο μικρός, μετακινείται απότομα. Ερχεται από πίσω του και με μια ελαφριά σκουντιά, τον αναγκάζει να χάσει την ισορροπία του.
Ο φίλος τρεκλίζει, προσπαθει να βρει κάτι να κρατηθεί, κουνάει απελπισμένα τα χέρια του γύρω-γύρω στον αερά και με ένα μακρόσυρτο "ΑΑΑααααα..." βουτάει προς τον πάτο του πηγαδιού.
Ο μικρός, ατάραχος, επανέρχεται στην προηγούμενη θέση του, ακουμπάει τα χέρια του πάνω στο χείλος του πηγαδιού και συνεχίζει:
- Εννιά, εννιά, εννιά ...
Ήταν ο Κώστας και ο Γιώργος, δύο φίλοι από παλιά. Τώρα πια, σπούδαζαν, και δυστυχώς, ο Γιώργος, θα πήγαινε να σπουδάσει στη Ρωσία. Ο Κώστας τη μέρα πριν φύγει του είπε:
Ήταν ο Κώστας και ο Γιώργος, δύο φίλοι από παλιά. Τώρα πια, σπούδαζαν, και δυστυχώς, ο Γιώργος, θα πήγαινε να σπουδάσει στη Ρωσία. Ο Κώστας τη μέρα πριν φύγει του είπε:
- Τώρα που το λες, θα το σκεφτώ και μπορεί να έρθω κι εγώ.
- Έλα τότε.
- Α, δεν μπορώ τώρα, έχω μερικές δουλειές να κανονίσω. Μια που θα πας εκεί, όταν μπορέσεις, γράψε μου ένα γράμμα για το πως είναι τα πράγματα εκεί.
Γράψε μου με κόκκινο στυλό αν όλα τα πράγματα είναι καλά και ωραία εκεί, και με μπλε αν είναι χάλια μέρος για να ζήσει κανείς.
Έτσι λοιπόν, ο Κώστας, μετά από τρεις μήνες, λαμβάνει ένα γράμμα από το φίλο του το Γιώργο.
Αγαπητέ Κώστα,
Τα πράγματα εδώ πέρα είναι τέλεια. Οι δρόμοι είναι πεντακάθαροι, η αστυνομία πολύ οργανωμένη, οι μισθοί είναι υψηλοί, τα ξενοδοχεία φτηνά, ο κόσμος φιλικός... Το μόνο εκνευριστικό πράγμα εδώ πέρα είναι ότι δεν μπορείς να βρεις πουθενά μπλε μελάνι.
Ένας περπατημένος συζητούσε μ` ένα φίλο του, καλό παιδί αλλά άβγαλτος.
- Ρε συ Γιαννάκη, δεν είναι κατάσταση αυτή, να έχεις φτάσει σ` αυτή την ηλικία και να μην έχεις κάνει έρωτα ακόμα. Λοιπόν, θέλεις να κανονίσω εγώ κάποια φάση να δεις τι ωραία που είναι;
Αφού λοιπόν συμφώνησαν, κανονίζει ο τύπος με μια λυσσάρα και τους κλείνει ραντεβού. Όταν έφτασαν τελικά να είναι μόνοι τους σ` ένα δωμάτιο, η γκόμενα, που ήταν μιλημένη, αρχίζει να παίρνει προκλητικές στάσεις βγάζοντας ερεθιστικούς αναστεναγμούς μήπως και φτιαχτεί ο Γιαννάκης, αλλά αυτός τίποτα. Μετά άρχιζε να του λέει:
- Πολλή ζέστη έχει, δεν σε πειράζει να βγάλω το μπλουζάκι μου;
- Εε... Όχι. Έχει ζέστη και είναι λογικό να θέλεις να δροσιστείς βγάζοντας τη μπλούζα σου, λέει με τρεμάμενη φωνή.
Βγάζει λοιπόν το μπλουζάκι και μένει με το σουτιέν. Λίγο μετά του ξαναλέει:
- Σαν να με στενεύει λιγάκι το σουτιέν, δεν θα σε πειράξει να το βγάλω, έτσι;
- Εεε... Φυσικά, αν σε στενεύει βγάλτο, η τρεμάμενη φωνή ξανά.
Αφού η γκόμενα βγάζει και το σουτιέν και δεν βλέπει καμιά αντίδραση από το Γιαννάκη, τα παίρνει στο κρανίο, αποφασίζει ν` ακολουθήσει άλλη μέθοδο, πάει κοντά του και του λέει:
- Εδώ αγόρι μου, τι είναι αυτά; ρωτάει δείχνοντας το στήθος της.
- Εεεε... εεε...
- Τι είναι αυτά βρε, πες μου, του ξαναλέει.
- Εεεε... εεε... Βυζιά, απαντάει.
- Ωραία, του λέει. Και τι τα κάνουμε αγοράκι μου;
- Εεεε... Εεεεε... Δεν ξέρω.
- Φίλα τα αγόρι μου!
Βάζοντας το χέρι του μπροστά στα μάτια του άρχισε να τα φιλάει:
- 5...10...15...20...25...