φρέσκα ανέκδοτα

Ένα ζευγάρι βρίσκεται σε ένα ξενοδοχείο στο μήνα του μέλιτος. Στο διπλανό δωμάτιο μένει ένα ζευγάρι νάνων.
Το πρώτο βράδυ πάει ο άντρας στη γυναίκα του και της λέει:
- Γυναικούλα μου, θα κάνουμε κάτι σήμερα το βράδυ;
- Α, δεν μπορώ σήμερα είμαι κουρασμένη, απαντά εκείνη.
- Ει ωπ..., ει ωπ..., ακούγονται όλο το βράδυ από δίπλα οι νάνοι.
Τρελάθηκε εκείνος αλλά τι να κάνει... Την άλλη μέρα την ξαναρωτάει:
- Γυναικούλα μου, είσαι για τρελίτσες;
- Α, δεν γίνεται σήμερα είμαι κουρασμένη. Αστο για αύριο..., ξαναλέει εκείνη.
- Εϊ ωπ, εϊ ωπ..., ξανάκαναν από δίπλα οι νάνοι.
Τα παίρνει στο κρανίο πάει στο μπαρ και αρχίζει να πίνει. Κάποια στιγμή εμφανίζεται ο νάνος. Γνωρίζονται και σε μια φάση του λέει:
- Εμένα η γυναίκα μου δεν θέλει με τίποτε να κάνουμε έρωτα. Αλλά από αυτά που ακούω εσείς καλά περνάτε!
- Τι καλά μωρέ, που κάθε μέρα προσπαθούμε να ανέβουμε το κρεβάτι, του απαντά ο νάνος.
Πάει ένας γέρος 97 χρονών στο ασφαλιστήριο και λέει στον ασφαλιστή:
- "Καλημέρα παιδί μου. Θα ήθελα να κάνω μια ασφάλεια ζωής."
Απορημένος ο ασφαλιστής, ρωτάει:
- "Συγγνώμη για την αδιακρισία, αλλά την θα την κάνετε την ασφάλεια ζωής;"
- "Ξέρεις παιδί μου, θα ταξιδέψω με τον πατέρα μου στην Ευρώπη."
Ακόμη πιο απορημένος ο ασφαλιστής, ρωτάει:
- "Και πάλι συγγνώμη, αλλά πόσο χρονών είναι ο πατέρας σας;"
- "127."
- `127; Και τι θα κάνετε στην Ευρώπη;"
Απαντάει ο παππούς:
- "Θα πάμε στον γάμο του παππού μου."
Σοκαρισμένος πια ο ασφαλιστής, ρωτάει:
- "Και πόσο χρονών είναι ο παππούς σας;"
- "Είναι... Α! 150."
Και ο ασφαλιστής, περιμένοντας να ακούσει ο,τιδήποτε πια, ρωτάει:
- "Μα καλά, του παππού σας σ`αυτήν την ηλικία του ήρθε να παντρευτεί;"
- "Μαλακίες μωρέ, τον πιέζουν οι γονείς του!"
Μια μέρα ένας άνδρας μπαίνει σε ένα πολυκατάστημα. Τον ρωτάει λοιπόν ο υπάλληλος του πολυκαταστήματος:
- "Τι θέλετε;"
- "Θέλω ένα ρουμπουντούμ.".
Απορημένος ο υπάλληλος φωνάζει τον αρχιπωλητή να δει τι θέλει ο άντρας. Έρχεται λοιπόν και ο αρχιπωλητής και ρωτάει τον άντρα:
- "Τι θέλετε", τότε αυτός απαντάει:
- "Θέλω ένα ρουμπουντούμ."
Τι να κάνει ο αρχιπωλητής φωνάζει το διευθυντή καθώς σκέφτηκε δε μπορεί να φύγει πελάτης δυσαρεστημένος. Έρχεται και ο διευθυντής και ρωτάει:
- "Τι θέλετε κύριε;"
- "Θέλω ένα ρουμπουντούμ"
Τότε αποφάσισαν να πάρουν τηλέφωνο το διευθυντή στη Βοστόνη. Τηλεφωνικά ο διευθυντής ρωτάει τον άντρα:
- "Μα τι ακριβώς θέλετε"
Αυτός όπως όπως πάντα απαντάει:
- "Μα σας είπα πως θέλω ένα ρουμπουντούμ."
Ούτε και ο διευθυντής στη Βοστόνη κατάλαβε τι είναι το ρουμπουντούμ και τότε έρχεται ο Κωστίκας που δούλευε στην αποθήκη του καταστήματος και του λέει ο αρχιπωλητής:
- "Έλα ρε Κωστίκα μπας και καταλάβεις τι θέλει αυτός."
Ρωτάει τότε και ο Κωστίκας και του λέει ο άντρας:
- "Θέλω ένα ρουμπουντούμ."
Τότε ο Κωστίκας τρέχει στην αποθήκη και επιστρέφει με ένα πακέτο το δίνει στον άντρα και αυτός ευχαριστημένος πληρώνει και φεύγει. Τότε όλοι μαζί ρωτούν τον Κωστίκα:
- "Τι ήθελε τελικά", και ο Κωστίκας απαντά ατάραχα:
- "Α! ένα ρουμπουντούμ", και φεύγει.