φρέσκα ανέκδοτα

Ο πατέρας ακούει κρυφά το μικρό γιο να κάνει τη νυχτερινή του προσευχή:
"Θεέ μου φύλαγε τον μπαμπά μου, την μαμά μου, τη γιαγια μου και δώσε χαιρετίσματα στον παππού μου."
Παραξενεύτηκε λίγο, αλλά δεν έδωσε σημασία. Την άλλη μέρα ο παππούς πέθανε.
Μετά από λίγο καιρό πάλι τα ίδια ο μικρός:
"Θεέ μου φύλαγε τον μπαμπά μου, την μαμά μου, και...
Δώσε χαιρετίσματα στην γιαγιά μου."
Την άλλη μέρα η γιαγιά πέθανε. Ο πατέρας παραξενεύτηκε για τα καλά. Μετά από λίγο καιρό πάλι τα ίδια ο μικρός:
"Θεέ μου φύλαγε την μαμά μου και δώσε χαιρετίσματα στον μπαμπά μου."
Τρελάθηκε ο πατέρας, ξύπνησε νωρίς, για να μην πέσει σε κυκλοφορία μεγάλη, πήγε δουλειά και γύρισε στο σπίτι μετά τα μεσάνυκτα. Ήταν ακόμα ζωντανός.
"Συγνώμη αγάπη μου", είπε, "αλλά ήταν μια δύσκολη μέρα στο γραφείο σήμερα."
"Εσύ είχες δύσκολη μέρα;" είπε η σύζυγος.
"Εγώ τι να πω, που πέθανε ο ταχυδρόμος μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μας, το πρωί;"
Πάει ο Μπάμπης στα μπουζούκια και βλέπει τον Κόκκαλη. Τον πλησιάζει και του λέει:
- Κύριε Κόκκαλη, θέλω να μου κάνετε μια μεγάλη χάρη. Να, περιμένω την κοπέλα μου και θα ήθελα να την εντυπωσιάσω. Μπορείτε όταν έρθει να περάσετε μπροστά από το τραπέζι μας και να μου πείτε:
- Για σου ρε Μπάμπη παλιόφιλε μου;
- Aσε μας ρε φίλε. Και που σε ξέρω εγώ;
- Έχετε δίκιο Κύριε Κόκκαλη. Δεν με ξέρετε, μια εξυπηρέτηση θέλω ο φτωχός. Δεν σας κοστίζει τίποτα και για μένα σημαίνει πολλά. Η κοπέλα μου θα με πάρει από καλό μάτι για τις γνωριμίες που έχω.
Αφού τον έπρηξε ο Μπάμπης τελικά ο κος Κόκκαλης ενέδωσε...
- Ωραία, θα σου κάνω τη χάρη. Κάτσε στο τραπέζι σου και όταν έρθει, μετά από λίγο θα περάσω.
- Χίλια ευχαριστώ κύριε Κόκκαλη! Με σώζετε!
Κάθεται λοιπόν ο Μπάμπης και λίγο αργότερα έρχεται και η κοπέλα του. Τους πλησιάζει ο Σωκράτης που λέτε και λέει:
- Για σου ρε Μπάμπη! Τι κάνεις φίλε μου;
Και του απαντάει ο Μπάμπης:
- Αϊ γ--σου ρε μ--α, πάλι δανεικά θέλεις;
Ναυαγούν σε ένα ερημικό νησί ένα ζευγάρι ποντίων κι ένας εργένης.
Οι άντρες αποφασίζουν να μοιραστούν τις δύο βασικότερες δουλειές ως εξής : ο ένας να ψαρεύει την ώρα που ο άλλος θα είναι ανεβασμένος στο μοναδικό δέντρο, παρακολουθώντας για παραπλέοντα σκάφη. Ο εργένης προθυμοποιείται να ανέβει πρώτος στο δέντρο. Μόλις ανεβαίνει, κοιτάει από πάνω και φωνάζει :
"Μα ειναι δυνατον να το κανετε μπροστα μου;"
. Ο πόντιος του απαντάει απορημένος :
"Μα δεν το κάνουμε, εγώ ψαρεύω."
Μετά όμως από λίγο ξαναφωνάζει ο εργένης :
"Μα καλα, δεν ντρεπεστε;".
"Μα εγώ ψαρεύω" ξαναλέει ο πόντιος, που όντως ψάρευε. Μερικές ώρες αργότερα οι δύο άντρες αλλάζουν πόστα και ο εργένης βάζει τη γυναίκα του πόντιου κάτω και επιδίδεται σε ανείπωτες δραστηριότητες. Ο πόντιος που το βλέπει πάνω από το δέντρο σκέφτεται "Κοίτα να δεις βρε παιδί μου, από εδώ πάνω όντως φαίνεται σαν να το κάνουνε..."
Μια φορά ήταν ένας Τούρκος, ένας Αμερικανός και ένας Έλληνας. Το αεροπλάνο τους έπεσε σε μια άγρια ζούγκλα της Αφρικής και οι μόνοι επιζώντες ήταν αυτοί οι τρεις.
Τους έπιασαν οι ζουλού, και τους έδωσαν μια επιλογή για να γλιτώσουν τη σφαγή: Να μπουν σε μια σπηλιά και αν καταφέρουν αν βγουν από μέσα "άντρες" τότε θα τους χαρίσουν τη ζωή.
Πάει πρώτος ο Τούρκος, ένας άντρας ίσαμε κει πάνω, γεμάτος μυς. Μπαίνει μέσα, ακούγονται διάφορες κραυγές, ξεφωνητά, μετά από 1-2 ώρες, ακούγεται μια φωνή:
- Καλέ, βγαίνω! και βγαίνει ο Τούρκος κουνιστός και λυγιστός.
Μετά σειρά είχε ο Αμερικανός. Ένας άντρας 2 μέτρα, τόσο δυνατός, που τον τρέμανε ακόμα και οι πέτρες. Μπαίνει μέσα γεμάτος αυτοπεποίθηση, ακούγονται κραυγές ξεφωνητά, χαλασμός κυρίου. Μετά από 3 ώρες ακούγεται μια φωνούλα λεπτή:
- Καλέ, βγαίνω! και βγαίνει έξω ο Αμερικανός σεινάμενος και κουνάμενος και με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.
Τελευταίος ήταν ο Έλληνας. Περιττό να σας τον περιγράψω, θεριό ανήμερο. Μπαίνει μέσα, ακούγονται φωνές, ξεφωνητά, ουρλιαχτά, γδαρσίματα, αλλά ο Έλληνας δε λέει να βγει. Περνάνε δύο ώρες, τρεις, τέσσερις, τίποτα. Χαλασμός σωστός. Περνάνε δέκα ώρες, περνάνε δεκατρείς, τίποτα. Οι ανθρωποφάγοι άρχισαν να ανησυχούν. Γύρω στις είκοσι ώρες, ακούνε μια φωνή, που κούνησε τη γη:
- Βγαίνω ρε!
Και από μέσα:
- Να μας ξανάρθετε, να μας ξανάρθετε!
Ένας Κύπριος, ένας Κουβανός και ένας Σκωτσέζος μια μέρα κάθονταν σε ένα εστιατόριο στην κορυφή ενός ουρανοξύστη.
Ο Σκωτσέζος παράγγειλε μια μπουκάλα μεγάλη ουίσκι 20 λίτρων πίνει 1-2 γουλιές και την πετάει από το παράθυρο. Ο Κύπριος του φωνάζει Ρε κουμπάρε γιατί το πέταξες, στην Κύπρο η μπουκάλα είναι 20 λίρες και αυτός απαντά ... Ότι το έχουν σαν το νερό στην Σκωτία
Ο Κουβανός παράγγειλε ένα πούρο 50 εκ ρουφάει μια δυο φορές τον καπνό και τον πετάει από το παράθυρο. Ξανά το ίδιο του φωνάζει Ρε κουμπάρε γιατί το πέταξες, στην Κύπρο το πούρο αυτό είναι 15 λίρες και αυτός απαντά ... Ότι το έχουν σαν τους στύλους (πασσάλους) της ηλεκτρικής στην κουβά
Ο Κύπριος σκεφτόταν τι να κάνει, τι να κάνει και ξαφνικά έρχεται ένα γκαρσόνι από την Σρι Λάνκα τον αρπάζει και τον πετάει από το παράθυρο, ο Κουβανός και ο Σκωτσέζος άρχισαν να φωνάζουν, τι έκανες ρε κουμπάρε και ο Κύπριος ατάραχα τους λέει ρε κουμπάρε εμείς τούτους έχουμε τους όπως τους λυμπούρους (μυρμήγκια) στην Κύπρο.