φρέσκα ανέκδοτα

Ήτανε δυο φίλοι, ηλικίας γύρω στα σαράντα, παντρεμένοι, με παιδιά. Ένα βράδυ πηγαίνουν σε ένα μπαρ για να πιούν ένα ποτό. Εκεί που κάθονται, βλέπουν να μπαίνει μια ψηλή όμορφη, μελαχρινή, γυναικάρα. Λέει ο ένας στον άλλο:
- Ουάου, τι γυναικάρα. Θα παω να της την πέσω.
- Όχι ρε! Μην είσαι μαλάκας, παντρεμένος άνθρωπος, του λέει ο άλλος.
Αυτός δεν ακούει τίποτα.
- Πρέπει να σου πω και κάτι που δεν ξέρεις, του ξαναλέει ο άλλος. Είναι στραβή, δε βλέπει. Την ξέρω.
- Ε και τι; Ρατσιστής είμαι εγώ; απαντάει ο άλλος και πλησιάζει την κοπέλα.
- Σπίτι μου ή σπίτι σου;
- Σπίτι μου, λέει αυτή.
- Μισό λεπτό να πάρω τη γυναίκα μου να της το πω.
Η κοπέλα κοκάλωσε.
- Μα καλά, τόση ειλικρίνεια έχετε στην σχέση σας;
- Α, όλα κι όλα. 15 χρόνια με τη Γωγώ, πάντα λέμε την αλήθεια μεταξύ μας.
Βγάζει το κινητό, παίρνει τη Γωγώ και της λέει:
- Έλα Γωγώ, θα αργήσω να γυρίσω σπίτι, γιατί μου έκατσε μια στραβή!
Ο τύπος με το μπλαζέ ύφος μπαίνει στο μαγαζί με τα υφάσματα. Κόσμος, ψωνίζει, διαλέγει κ. Λ. Π.
Ο υπάλληλος αμέσως τον πλησιάζει και με ευγένεια το ρωτά τι θα ήθελε. Εκείνος απαντά ό,τι ψάχνει κάτι σε μεταξοβάμβακο, αλλά όχι αυτό το συνηθισμένος σομόν, ούτε το πολύ χονδρό ριγέ. Ο υπάλληλος του δειγματίζει το ένα τόπι μετά το άλλο αλλά ο μπλαζέ τύπος δεν συγκινείται με τίποτα. Τελικά καταλήγουν σ ένα ολοκαίνουργιο τόπι στην κορυφή της σκάλας το οποίο κατεβάζει με πολύ κόπο ο υπάλληλος και κάθιδρος το ξετυλίγει στον πάγκο. Αυτό μάλιστα του λέει ο μπλαζέ. Πόσο θέλετε ρωτάει ο υπάλληλος; Κόψτε μου ένα κομμάτι 35Χ35cm. Τρελάθηκε ο υπάλληλος. Τι θα το κάνετε κύριε αυτό, μπάλωμα; ρωτάει. Ξέρεις, του απαντάει ο μπλαζέ, χειμώνας που έρχεται σκέφθηκα να ράψω ένα κουστουμάκι για τον π***** μου! Αλλά μιας και έκανα τον κόπο μήπως έχεις και κανένα ρόζ; Τι να κάνει ο υπάλληλος ανεβαίνει ξανά στη σκάλα κατεβάζει και το ρόζ τόπι ξανά τα ίδια 35Χ35cm. Την τρίτη φορά που ανέβηκε κόντεψε να τσακιστεί κι ευτυχώς γι αυτόν ήταν και η τελευταία.
Εντάξει κύριε του λέει περάστε από το ταμείο να πληρώσετε και στην παραλαβή να τα παραλάβετε.
Πληρώνει ο Μπλαζέ στην ταμία και αμέσως μετά ακούει την κοπέλα στην παραλαβή να ψάχνει φωναχτά τον κύριο με το ύφασμα για τα τρία κουστουμάκια για τον π***** του. Εγώ είμαι της απαντάει κι εκείνη του δίνει τέσσερα πακέτα! Μα εγώ ζήτησα τρία της εξηγεί, και τρία έχω πληρώσει. Κι η κοπέλα του απαντά:
"Αφού κύριε μπήκατε στον κόπο να ράψετε κουστουμάκια για τον π***** σας, η επιχείρηση σας έβαλε και ένα ύφασμα για ένα ταγιεράκι για το μ**** της μάνας σας"!
Πάει ο Νόντας να αγοράσει αγελάδες.
Νόντας: Έχετε Αγελάδες για πούλημα ;
Βοσκός: Έχω κάτι μαύρες καταπληκτικές.
Νόντας: Και οι άσπρες εκεί πιο κάτω;
Βοσκός: Και αυτές καταπληκτικές είναι.
Νόντας: Ωραία, όμως επειδή δεν έχω πολύ χρόνο, χρειάζονται πολύ ώρα για βοσκή...
Βοσκός: Τίποτα φίλε μου, οι μαύρες αγελάδες ούτε ένα τέταρτο.
Νόντας: Και οι άσπρες;
Βοσκός: Και οι άσπρες, ούτε ένα τέταρτο.
Νόντας: Τόσο λίγο; Αρα θα έχουν πολύ λίγο γάλα.
Βοσκός: Τι είπες τώρα ρε φιλαράκο; Οι μαύρες αγελάδες βγάζουν κουβάδες γάλα. Όρεξη να έχεις να αρμέγεις.
Νόντας: Και οι άσπρες;
Βοσκός: Και οι άσπρες, πολύ γάλα.
Νόντας: Από γεννητούρια καλά;
Βοσκός: Οι μαύρες αγελάδες πιάνουν με το μάτι. Πολλά γεννητούρια!
Νόντας: Και οι άσπρες;
Βοσκός: Και οι άσπρες, πολλά... πολλά...
Νόντας: Από κρέας; Έχουν καλό κρέας;
Βοσκός: Κρέας; Όχι και κρέας! ΛΟΥΚΟΥΜΙ! Οι μαύρες αγελάδες έχουν το καλύτερο κρέας που έχεις φάει!
Νόντας: Και οι άσπρες;
Βοσκός: Και οι άσπρες, ΛΟΥΚΟΥΜΙ!
Νόντας: Ωραία θα αγοράσω μαύ ρες αγελάδες. Αλλά λύσε μου μια απορία: Γιατί τόση εμμονή με τις μαύρες αγελάδες;
Βοσκός: Έχεις δίκιο φίλε μου. Έχω εμμονή με τις μαύρες αγελάδες, γιατί οι μαύρες αγελάδες είναι δικές μου!
Νόντας: Και οι άσπρες;
Βοσκός: Και οι άσπρες, δικές μου είναι!
Ήταν κάποτε ένας Πόντιος, ένας μαύρος και ένας Κινέζος... Ήταν άνεργοι και έψαχναν για δουλειά. Βλέπουν μια πινακίδα:
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΒΟΗΘΟΣ ! Πάει να δοκιμάσει ο μαύρος την τύχη του. Το αφεντικό εν τω μεταξύ ήταν ρατσιστής, όποτε τον πετάει έξω με τις κλοτσιές... Πάει ο Κινέζος, αλλά και αυτός φεύγει απογοητευμένος για τον ίδιο λόγο. Πάει και ο Πόντιος τον βλέπει το αφεντικό, τον κοιτάει καλά καλά και του λέει με ένα σίγουρο ύφος:
- Προσλαμβανεσαι!
Και του λέει ακόμα ότι θα αρχίσει δουλειά αύριο στις 7 το πρωί... Βγαίνει έξω από το μαγαζί ο Πόντιος και λέει στον Κινέζο (που μένανε στο ίδιο δωμάτιο) να τον ξυπνήσει αύριο στις 7 παρά τέταρτο για να έρθει να πιάσει δουλειά. Ο Κινέζος λέει εντάξει, αλλά από μέσα του λέει ότι δεν πρόκειται.
Το πρωί ο Κινέζος βάφει τον Πόντιο με μαύρη μπόγια και ο Πόντιος είναι ολόιδιος ο μαύρος. Ύστερα τον ξυπνάει στις 7 παρά πέντε. Ο Πόντιος αφού κατεβάζει Χριστοπαναγιές τρέχει να προλάβει. Στις 7 ήταν εκεί. Με το που τον βλέπει το αφεντικό (ο ρατσιστής) τον πετάει έξω επειδή νόμιζε ότι ήταν ΠΑΛΙ ο μαύρος. Κοιτάζεται ο Πόντιος στον καθρέφτη και συλλογίζεται:
- Βρε το βλάκα τον Κινέζο... Τον μαύρο πήγε και ξύπνησε!
Την εποχή που ο Σημίτης ήταν πρωθυπουργός και επικρατούσε η ανεργία ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας ήταν άνεργοι. Έτσι αποφάσισαν να πάνε στη Γερμανία. Όμως υπήρχε ένα πρόβλημα.
Κωστίκας:
"Αφού δε ξέρουμε γερμανικά πως θα πάμε στη Γερμανία ρε Γιωρίκα;
Γιωρίκας:
"Εγώ τα μαθαίνω γρήγορα τα γερμανικά μη στεναχωριέσαι."
Έτσι πήγαν στη Γερμανία. Εκεί με τα χίλια ζόρια τελικά βρήκαν δουλειά. Πέρασε η μέρα και λογικό ήταν να πεινάσουν. Έτσι πήγαν σε ένα εστιατόριο. Όμως δεν ξέρανε γερμανικά.
Κωστίκας:
"Αφού δε ξέρουμε γερμανικά πως θα παραγγείλουμε;"
Γιωρίκας:
"Εγώ τα έμαθα τα γερμανικά μη φοβάσαι."
Έρχεται λοιπόν ο σερβιτόρος και λέει ο Γιωρίκας:
- "Θέλω ένα πατατόφ, ένα μπιφτεκόφ, ένα μπριζολόφ και ένα σουβλακόφ."
Τα γράφει λοιπόν ο σερβιτόρος. Περνάει λίγη ώρα και τα φέρνει… λέει λοιπόν ο Κωστίκας:
- "Μπράβο ρε Γιωρίκα όντως τα έμαθες τα γερμανικά."
Και τότε γυρνάει ο σερβιτόρος και λέει:
- "Αν δεν ήμουνα ελληνόφ θα τρώγατε σκατατόφ!"