φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν ένας Γερμανός, ένας Ιταλός και ένας Έλληνας και πήγαν σε ένα ξενοδοχείο να βρούν δωμάτιο. Ρωτούν τον ξενοδόχο:
- "Μήπως έχετε τρία ελεύθερα δωμάτια;"
Μετά από πολύ σκέψη, τους απαντάει πως έχει μόνο ένα. Αλλά είναι στοιχειωμένο. Όλοι όσοι έχουν προσπαθήσει να διανυκτερεύσουν σ` αυτό, είτε έχουν αυτοκτονήσει, είτε έχουν μυστηριωδώς εξαφανιστεί.
- "Επειδή είμαστε πάρα πολύ κουρασμένοι, θα το πάρουμε. Τρεις είμαστε, δεν πρόκειται να πάθουμε τίποτα."
Μπαίνουν στο δωμάτιο, πολύ ωραίο και άνετο σκέφτονται. Θα περάσουμε ευχάριστα το βράδυ μας. Οπότε πηγαίνουν για ύπνο. Καθώς είχαν αποκοιμηθεί ακούει μια φωνή ο Ιταλός, που έλεγε:
- "Είμαι το μαύρο μάτι... Ήρθα να σε σκοτώσω.." Ακούγοντας όλα αυτά ο Ιταλός, μαζεύει ότι θάρρος του είχε απομείνει και πέφτει κάτω από το παράθυρο. Μετά από μια ώρα, ακούει ο Γερμανός την ίδια φωνή:
- "Είμαι το μαύρο μάτι... και ήρθα να σε σκοτώσω.."
Ξυπνάει τρομοκρατημένος. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι κάποιο φάντασμα τον κυνηγούσε για να τον σκοτώσει. Ακούγοντας ξανά τη φωνή, μαζεύει ότι θάρρος του είχε απομείνει και πέφτει κάτω από το παράθυρο. Μετά από μια ώρα περίπου, ακούει την ίδια φωνή και ο Έλληνας:
- "Είμαι το μαύρο μάτι.."
Πριν προλάβει η φωνή να ολοκληρώσει την πρότασή της, ακούει τον Έλληνα να λέει:
- "Σκάσε, γιατί θα σου μαυρίσω και το άλλο μάτι. Έχουμε να κοιμηθούμε δύο ολόκληρες μέρες!"
Μια όμορφη γυναίκα μπαίνει σε ένα μαγαζί που πουλάνε ζωάκια. Μόλις ήρθε ο πωλητής του είπε ότι επειδή χώρισε πρόσφατα, έψαχνε ένα σκυλάκι για παρέα. Ο πωλητής της απαντά:
- Δεν ξέρω αν προσέξατε αλλά η ταμπέλα από έξω, έγραφε «ΕΞΩΤΙΚΑ ΖΩΑ», οπότε δυστυχώς δεν έχουμε σκυλάκια, αλλά έχω κάτι τέλειο για την περίπτωση σας και τις δείχνει ένα τεράστιο βάτραχο.
Η γυναίκα άρχισε να οδύρεται :
- Δεν πιστεύω να νομίζετε, ότι θα έχω για παρέα ένα βρωμοβάτραχο..
Ο πωλητής προσέχοντας μην τον ακούει κάποιος, της λέει ψιθυριστά:
- Αυτός ο βάτραχος, ήρθε από τον Αμαζόνιο και είναι ειδικά εκπαιδευμένος να «ικανοποιεί» μοναχικές γυναίκες, καταλάβατε;
Με το που ακούει η γυναίκα σκάει αμέσως ένα χαμόγελο και λέει βιαστικά στον πωλητή :
- Θα τον αγοράσω και δεν ενδιαφέρει πόσο ακριβός είναι, μόνο πείτε μου πως θα καταλάβει ότι πρέπει να κάνει «αυτά που πρέπει».
- Είναι απλό, γδυθείτε και ξαπλώστε δίπλα του στο κρεβάτι και θα καταλάβει. ʼμα όμως υπάρχει πρόβλημα, απλά πάρτε με τηλέφωνο.
Το παίρνει η γυναίκα περιχαρής και πάει σπίτι. Βάζει τον βάτραχο πάνω στο κρεβάτι, γδύνεται και αυτή και ξαπλώνει δίπλα του και ενώ περιμένει να πιάσει «δουλειά», ο βάτραχος δεν κουνιέται καν. «Θα θέλει σπρώξιμο ίσως», σκέφτεται και τον παίρνει και τον βάζει πάνω στο όργανο της, αλλά ο βάτραχος πάλι τίποτα. Δοκιμάζει διάφορες στάσεις και τακτικές αλλά ο βάτραχος πέρα βρέχει. Τρέχει και παίρνει τηλέφωνο τον πωλητή:
- Ο βάτραχος σας δεν κάνει τίποτα.
- Παράξενο, τον «σπρώξατε» λίγο;
- Τον «έσπρωξα» πολύ αλλά τίποτα.
- Πολύ παράξενο, περιμένετε και σε λίγο θα είμαι εκεί.
Όντως, μετά από λίγο φτάνει ο πωλητής και ζητά από την γυναίκα να ξαπλώσει γυμνή δίπλα στον βάτραχο, για να δει και αυτός τι τρέχει. Ξαπλώνει η γυναίκα, αλλά τίποτα. Τότε ο πωλητής, γδύνεται, ξαπλώνει δίπλα στη γυναίκα και γυρίζει και λέει στο βάτραχο:
- Βάτραχε, δεν είσαι καθόλου εντάξει. Λοιπόν θα στο δείξω τελευταία φορά πως γίνεται...
Σε ένα πολυτελέστατο κατάστημα δερμάτινων ειδών μπαίνει, μία μέρα, μία κύρια, φορώντας μία γούνα βιζόν που κρέμεται μέχρι το πάτωμα.
Ο καταστηματάρχης ευχαριστώντας από μέσα του την τύχη που του έφερε μία καλή πελάτισσα, επιτέλους στο μαγαζί του, τρέχει να την εξυπηρετήσει.
- Τι θα θέλατε κυρία μου;
- Θα ήθελα μία τσάντα βραδινή, κύριε μου, ότι καλύτερο έχετε στο μαγαζί σας.
Ο καταστηματάρχης κατεβάζει μία τσάντα από το ράφι και της τη δείχνει.
- Κυρία μου, αυτή η τσάντα είναι από δέρμα φιδιού, ένα σπάνιο είδος που ζούσε κάποτε στην Αφρική και δεν υπάρχει πια και κοστίζει 2.000 ευρώ.
- Κύριε μου σας είπα ότι καλύτερο έχετε στο μαγαζί σας.
Ο καταστηματάρχης κατεβάζει μία άλλη τσάντα και της τη δείχνει.
- Κυρία μου, η τσάντα αυτή είναι από δέρμα κροκόδειλου, ένα σπάνιο είδος που ζούσε κάποτε στην Ινδία και δεν υπάρχει πια και κοστίζει 3.000 ευρώ.
- Κύριέ μου με κουράζετε και κουράζεστε και εσείς. Σας είπα ότι καλύτερο έχετε στο μαγαζί σας.
Ο καταστηματάρχης έχει αρχίσει και τα παίρνει στο κρανίο. Ανεβαίνει στο πατάρι και της κατεβάζει ένα μικρό τσαντάκι και της λέει.
- Κυρία μου, αυτό το τσαντάκι είναι ότι καλύτερο έχω στο μαγαζί μου και κάνει 15.000 ευρώ.
Κατάπληκτη εκείνη τον ρωτά:
- Καλά από τι είναι και κάνει 15.000 ευρώ;
- Κυρία μου, αυτό το τσαντάκι είναι από πουτσόδερμα κι αν το γλείψεις γίνεται βαλίτσα.
Πάει ένας Πόντιος στο σινεμά να δει ένα γουέστερν. Στην οθόνη είναι σε πρώτο πλάνο ο Τζον Γουέι που διασχίζει την έρημο με το άλογό του.
Κάπου στο βάθος της αχανής έρημου φαίνεται αχνά ένα πέτρινο τείχος. Ο κάμεραμαν δείχνει μια το τείχος, μια τον πρωταγωνιστή και το ιδρωμένο άλογο.
Ο Πόντιος αρχίζει να αγχώνεται... Ο διπλανός του, εντελώς άγνωστος τον ρωτά ευγενικά:
- Τι πάθατε;
- Θα το περάσει το εμπόδιο ή όχι;
- Μπα...! του απαντά εκείνος όλος σιγουριά.
Ο Πόντιος άρχισε να επιμένει ότι θα το περάσει, ο άλλος είχε αντίθετη άποψη και λόγο στον λόγο έβαλαν στοίχημα 50 ευρώ.
Τελικά ο Τζον Γουέι δεν πέρασε το τείχος.
- Κέρδισες. Ορίστε τα λεφτά, λέει ο πόντιος στον τύπο.
- Μπα δεν τα παίρνω. Είναι σαν να σε κλέβω και αυτό γιατί το βλέπω το έργο για δεύτερη φορά...!
- Εμ! Εγώ το βλέπω τρίτη φορά, απαντά ο Πόντιος, αλλά είπα την πρώτη δεν το πέρασε, την δεύτερη δεν το πέρασε, την τρίτη δεν θα το περάσει που να πάρει...;