φρέσκα ανέκδοτα

Είστε ο διευθυντής προσωπικού; Η κατάσταση είναι πολύ απλή. Όλα τα προβλήματα σας θα λυθούν με το εξής τεστ.
Τοποθετείστε περίπου 100 τούβλα με κάποια συγκεκριμένη σειρά σε ένα κλειστό δωμάτιο με παράθυρο που να είναι ανοιχτό. Μετά στείλτε 2 με 3 υποψήφιους στο δωμάτιο και κλείστε τη πόρτα. Αφήστε τους μόνους, γυρίστε μετά από 6 ώρες και αναλύστε την κατάσταση:
Εάν μετράνε τα τούβλα, βάλτε τους στο λογιστήριο.
Εάν τα ξαναμετράνε, βάλτε τους στον εσωτερικό έλεγχο.
Εάν τα έχουν κάνει όλα τελείως χάλια, βάλτε τους στο μηχανολογικό.
Εάν κανονίζουν να βάλουν τα τούβλα με κάποια περίεργη σειρά, βάλτε τους στον σχεδιασμό.
Εάν πετάνε τα τούβλα ο ένας στον άλλον, βάλτε τους στο επιχειρησιακό κομμάτι.
Εάν κοιμούνται, βάλτε τους στην ασφάλεια.
Εάν έσπασαν τα τούβλα σε κομμάτια, βάλτε τους στη μηχανογράφηση.
Εάν κάθονται και δεν κάνουν τίποτα, βάλτε τους στη διαχείριση ανθρωπίνων πόρων - προσωπικό.
Εάν λένε ότι έχουν δοκιμάσει διάφορους συνδυασμούς, αλλά δεν έχει μετακινηθεί ούτε ένα τούβλο, βάλτε τους στις πωλήσεις.
Εάν έχουν ήδη φύγει, βάλτε τους στο μάρκετινκ.
Εάν κοιτάνε έξω από το παράθυρο, βάλτε τους στο στρατηγικό-μακρόπνοο σχεδιασμό.
Και τέλος, εάν μιλάνε μεταξύ τους και δεν έχουν κουνήσει ούτε ένα τούβλο, δώστε τους συγχαρητήρια και βάλτε τους στα υψηλότερα διευθυντικά κλιμάκια.
Μόναχο, ένα υγρό απόγευμ α σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό. Ο κύριος Βασίλης Τσάπας, χρόνια τώρα μετανάστης στη Γερμανία, επιστρέφει στην πατρίδα, αφού έχει αποκτήσει μεγάλη περιουσία με σκληρή δουλειά. Ο σταθμός είναι σχεδόν άδειος και ο Βασίλης βαδίζει πάνω-κάτω αναμένοντας.
Σε μια στιγμή, το μάτι του αντιλαμβάνεται ένα ορθογώνιο κουτί, περίπου δύο μέτρα σε ύψος, ένα μέτρο πλάτος και άλλο τόσο βάθος (κάτι σαν αυτόματο πωλητή της pepsi), με πολλά λαμπιόνια, μια φωτεινή πινακίδα με scrolling message, μια σχισμή και ένα φαρδύ κόκκινο κουμπί. Το μήνυμα που κυλούσε στην πινακίδα έλεγε:
"Η μηχανή που γνωρίζει τα πάντα. Ρίξτε συνολικά δύο μάρκα σε κέρματα στη σχισμή και πατήστε το φαρδύ, κόκκινο κουμπί."
Παραξενεύτηκε ο Βασίλης, του περίσσευαν και μερικά μάρκα, στην πατρίδα του γυρνούσε, το τρένο δεν θα ερχότανε για δέκα λεπτά ακόμη, έριξε το αντίστοιχο των δύο μάρκων στη σχισμή και πάτησε το κουμπί. Το φωτεινό μήνυμα έσβησε, μετά ξανάναψε δείνοντας περίεργα ακατανόητα σχήματα, ξαναέσβησε, περίεργοι ήχοι ακούστηκαν, και τελικά το εξής μήνυμα άρχισε να κυλάει στον πίνακα (στα γερμανικά, πάντα):
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Έχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη και περιμένεις το τρένο των 19:00 για να γυρίσεις σπίτι σου."
Ο Βασίλης κοκκάλωσε. Ανάπνευσε, κούνησε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά, έβγαλε τα γυαλιά του, τα έτριψε, ψυχοψάχτηκε, ανέλυσε, αλλά η απορία του έμεινε: Πως είναι δυνατόν μία μηχανή στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μονάχου να ξέρει τα πάντα για αυτόν;
Μονομιάς, μπαίνει μέσα στο σταθμό, χαλάει μερικά μάρκα ακόμη, πηγαίνει στις τουαλέτες, ανοίγει μία από τις βαλίτσες του, φοράει ένα εντελώς διαφορετικό παντελόνι, τρεις μπλούζες, από τις οποίες τη μία
Ανάποδα, χτενίζει τα μαλλιά του από την αντίθετη φορά, αντικαθιστά της αρβύλες του με ένα ζευγάρι δερμάτινα σαντάλια, βάζει όλα τα χαρτιά του (ταυτότητες, διαβατήρια, πιστωτικές κάρτες) μέσα στη βαλίτσα, παραδίδει τη βαλίτσα για φύλαξη και ξαναπάει μπρος στο μηχάνημα. Ρίχνει το αντίστοιχο δύο μάρκων στη σχισμή και πατάει το φαρδύ, κόκκινο κουμπί.
Το φωτεινό μήνυμα σβήνει, ξανανάβει δείνοντας περίεργα ακατανόητα σχήματα, ξανασβήνει, περίεργοι ήχοι ακούγονται, και τελικά το εξής μήνυμα αρχίζει να κυλάει στον πίνακα (στα γερμανικά, πάντα):
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Εχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη και περιμένεις το τρένο των 19:00 για να γυρίσεις σπίτι σου."
Ο Βασίλης τα παίρνει. Τρεχάτος μπαίνει στο σταθμό, ανακτάει της βαλίτσες του από την υπηρεσία φύλαξης, μπαίνει στις τουαλέτες, βγάζει ένα μεγάλο ξυράφι, ξυρίζει το κεφάλι του, γδύνεται εντελώς, φοράει το πορτοκαλί ράσο που μόλις αγόρασε από το τμήμα σουβενίρ του σταθμού, και ξυπόλυτος τρέχει πίσω στο μηχάνημα, το οποίο μετά από την γνωστή διαδικασία αναβοσβήματος των λαμπιονιών του, δίνει την ίδια απαράλαχτη απάντηση:
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Εχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη και περιμένεις το τρένο των 19:00 για να γυρίσεις σπίτι σου."
Τρελαίνεται. Αγοράζει ένα σετ αλυσίδες από το τμήμα σουβενίρ, μια ξανθή μακρυμάλλικη περούκα, δερμάτινο παντελόνι, μαντήλες, ραφτά iron maiden, τα φοράει όλα, υιοθετεί προσωρινά καμπoυριασμένο περπάτημα και κακόμοιρο ύφος και πλησιάζει το μηχάνημα. Ρίχνει το αντίστοιχο δύο μάρκων σε κέρματα στη σχισμή και πατάει το φαρδύ, τεράστιο και εχθρικό κόκκινο κουμπί. Η μηχανή σβήνει, ξανανάβει, θορυβεί, και ξανασβήνει. Κανει μια μετρήσιμη παύση και τελικά, με μεγάλα γράμματα το παρακάτω μήνυμα αρχίζει να κυλάει από τα δεξιά προς τα αριστερά πάνω στον πίνακα (στα γερμανικά, πάντα):
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Εχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη, αλλά με τις αηδίες που έκανες έχασες το τρένο των 19:00 για θεσσαλονίκη και δεν θα γυρίσεις σπίτι σου. Τουλάχιστον όχι σήμερα."
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν έμενε άνεργος;
- Μπομπ.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν ήταν ιερέας;
- Μπομπ ο πάστορας.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν ροκάνιζε δέντρα;
- Μπομπ ο κάστορας.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν ήταν είδος καθαρισμού;
- Μπομπ ο Σφουγγαράκης.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν κάπνιζε ένα μπάφο;
- Μπομπ ο μάστουρας.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν κάπνιζε ΠΟΛΛΑ μπάφα;
- Μπομπ Μάρλεϋ.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν έπινε μπύρες;
- Μπόμπυρας.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν φούσκωνε λάστιχα;
- Τρόμπομπ.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν ήταν από σίδερο και τα έσπαγε όλα;
- Τρόμποκοπ.
- Πώς θα έλεγαν το Μπομπ το Μάστορα αν ήταν φιλοχουντικός δημοσιογράφος;
- Μπόμπ Μαστοράκη.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν ήταν πούστης με ξανθό μαλλί;
- Μπίμπι Μπόμπ.
Ο παλιός δεσμοφύλακας ξεναγεί τον καινούργιο στην φυλακή.
Φτάνουν και στην καφετέρια, και βλέπει στην γωνία μία παρέα από ηλικιωμένους άνδρες να γελάν υστερικά.
Τους παρακολουθεί για να δει το αστείο, όσο ο παλιός δεσμοφύλακας πάει να φέρει τους δίσκους με το φαγητό.
Ένας από αυτούς φωνάζει "63!" και όλο το τραπέζι ξεραίνεται στα γέλια. Ο νέος δεσμοφύλακας είναι εξαιρετικά παραξενεμένος από αυτήν την συμπεριφορά. "74!" φωνάζει ένας άλλος και πάλι ακούγεται ένα ξέσπασμα γέλιων.
Γυρνάει ο παλιός δεσμοφύλακας με το φαγητό.
- Τι κάνουν αυτοί στην γωνία και γελάνε έτσι;
- Α, αυτοί είναι οι ισοβίτες, λέει ο παλιός δεσμοφύλακας. Είναι εδώ τόσο καιρό, που απλά αριθμούν τα ανέκδοτα.
Εκείνη την ώρα κάποιος στην παρέα λέει:
"2!". Δεν γελάει κανένας.
Σκύβει ο νέος δεσμοφύλακας και ρωτάει:
- Τι συνέβη τώρα;
Και απαντά ο παλιός:
- Ε, ξέρεις πως είναι, μερικοί δεν μπορούν να πουν ένα ανέκδοτο πετυχημένα...
Ένα πρωί περνάει ένας ελέφαντας και χαλάει μία μυρμηγκοφωλιά. Τα μυρμήγκια που κατοικούν εκεί ενώ βρίζουν τον ελέφαντα για πέντε συνεχόμενα λεπτά μετά αρχίζουν πάλι από την αρχή το χτίσιμο της φωλιάς.
Αυτό συνεχίζεται για αρκετό χρονικό διάστημα.
Ένα πρωί και ενώ τα μυρμήγκια έχουν αγανακτήσει ένα από αυτά αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να τους πει τι θα κάνουν για να απαλλαγούν από τον ελέφαντα. Το σχέδιο λοιπόν έχει ως εξής: Το επόμενο πρωινό θα ανέβαιναν όλα τα μυρμήγκια στο δέντρο πάνω από τη μυρμηγκοφωλιά (μιλάμε για δισεκατομμύρια μυρμήγκια..) και με το που θα πέρναγε ο ελέφαντας θα πήδαγαν όλα πάνω του και... Όπως το είχαν σχεδιάσει θα τον ξέσκιζαν!...
Έτσι και έγινε. Με το που περνάει ο ελέφαντας την επόμενη μέρα, πηδάνε όλα τα μυρμήγκια πάνω του.
Ο ελέφαντας αισθάνεται κάτι που τον γαργαλάει. Σταματάει, τινάζεται και πέφτουν όλα τα μυρμήγκια κάτω εκτός από ένα που είναι πιασμένο από το λαιμό του ελέφαντα. Οπότε αρχίζουν όλα μαζί και φωνάζουν:
Πνίχτον Μήτσοοοοοοοοοοοοοο!
Xτυπάει το κουδούνι στο διαμέρισμα του διαχειριστή.
- Σας φέραμε το πετρέλαιο που παραγγείλατε.
- Eγώ ρε παιδιά δεν παράγγειλα πετρέλαιο!
- Μα τι λέτε κύριε, αφού μας τηλεφωνήσατε και μας είπατε να σας φέρουμε τέσσερις τόνους!
Τι να κάνει ο άνθρωπος παραλαμβάνει το πετρέλαιο.
Δεν μπορεί όμως να φανταστεί ποιος του την έχει κάνει την φάρσα.
Ξαφνικά πάει ο νους του στον παπαγάλο που είναι πολύ μούτρο.
- Ρε καθίκι εσύ την έκανες!
- Όχι αφεντικό στο ορκίζωμαι. Όχι εγώ!
- Eσύ την έκανες ρε κερατά! Θα σε κρεμάσω!
Πιάνει τον παπαγάλο και τον κρεμάει από τα φτερά στην είσοδο της πολυκατοικίας.
- Eδώ θα μείνεις ως αύριο για να μάθεις!
Eκεί που κρεμόταν ο παπαγάλος βλέπει απέναντι του μια εικόνα με το Xριστό πάνω στον Σταυρό.
- Δε μου λες φιλαράκο, λέει ο παπαγάλος, βλέπω και εσύ τα ίδια χάλια με μένα είσαι... Πόσον καιρό είσαι κρεμασμένος?
- Eγώ; Περίπου δυο χιλιάδες χρόνια!
- Τι λες ρε μάγκα! Kαλά ποσό πετρέλαιο παρήγγειλες;