φρέσκα ανέκδοτα

Η γιαγιά του Γρηγόρη ήτανε μια πρόσφατη χήρα που δεν είχε κανέναν στον κόσμο τώρα εκτός από την κόρη και τον εγγονό της. Γι αυτό η κόρη της (η μητέρα του Γρήγορη) την πήρε να μείνει μαζί τους... Περνούσε ο καιρός και μια μέρα η γιαγιά είπε στην κόρη της ότι ένιωθε πολύ μόνη και ότι κάτι έπρεπε να κάνει… Τότε εκείνη, αφού σκέφτηκε για λίγο, απευθυνόμενη στον Γρηγόρη του λέει:
- Γιε μου μπορείς να μάθεις τη γιαγιά πως να μπαίνει στο internet … για να μην νιώθει μόνη;
- Ρε μάνα η γιαγιά ξεχνάει ότι της πεις μέσα σε λίγα λεπτά… γι αυτό άδικα θα χάσουμε χρόνο!
Αφού στο τέλος τον έπεισε... Την επόμενη μέρα άρχισαν τα βασικά μαθήματα για internet και υπολογιστές...
- Γιαγιά αυτό είναι μια οθόνη... Αυτό είναι το πληκτρολόγιο και αυτό είναι ένα ποντίκι...
- Ααα! Ναι; μα στην πολυκατοικία μας επιτρέπεται να έχουμε κατοικίδια;
Μια βδομάδα αργότερα η γιαγιά ρωτάει τον Γρηγόρη...
- Κώστα!
- Τι θες μωρή γιαγιά; Ο Γρηγόρης είμαι!
- Γιατί αυτός ο κύριος γδύνεται;
- Γιατί έχεις μπει πάλι σε πορνό site! Γι αυτό!
O Γιώργος είναι ένας νέος 22 ετών, με αυστηρές ηθικές αρχές και ζει σε ένα χωριό της Κύπρου με τους γονείς του.
Μια μέρα καθώς περπατά στους δρόμους του χωριού του βρίσκει ένα χαρτονόμισμα των 50 Ευρώ. Το παίρνει αλλά η συνέιδησή του δεν τον αφήνει να το κρατήσει. Πανικοβλημένος πάει σπίτι του, βρίσκει τον πατέρα του και τον ρωτά τι να κάνει.
- Κοίταξε γιέ μου του λέει, είναι η τυχερή σου μέρα πρέπει να το κρατήσεις το χαρτονόμισμα.
- Μα πατέρα σίγουρα κάποιος το έχασε δεν μπορώ να το πάρω.
- Που να ψάξεις τώρα να βρεις ποιος το έχασε τώρα...
Μετά από αρκετή ώρα και αφού ο πατέρας του δεν κατάφερε να τον πείσει ότι πρέπει να το κρατήσει του λέει:
- Κοίτα Γιώργο. Κράτησε το. Αλλά αν δεν αισθάνεσαι καλά πήγαινε βόλτα στο χωριό, και τον πρώτο άνθρωπο που θα συναντήσεις δώσε το χαρτονόμισμα.
Μπερδεμένος ο Γιώργος φεύγει και περπατά στο χωριό. 200 μέτρα πιο κάτω βλέπει μια νεαρή Ρουμάνα.
- Έλα πάρε το, της λέει.
- Οχι, 50 τέλω 100.
- Μα ο πατέρας μου...
- Πατέρας σου ταχτικός πελάτης και κάνω έκπτωση 50%.
Σε ένα φεστιβάλ στην Μογγολία έχουν μαζευτεί οι καλύτεροι τραγουδιστές.
Βγαίνει ο πρώτος, αλλά δεν αρέσει στο κοινό και τον μπουχάρουν.
Νευριάζει και κατεβαίνει από την σκηνή.
Βγαίνει ο επόμενος, αλλά το κοινό πάλι δεν γουστάρει και αποδοκιμάζει.
Κατεβαίνει και αυτός από την σκηνή.
Το ίδιο συμβαίνει και με τους υπόλοιπους Μογγόλους τραγουδιστές, παρόλο που είναι ο ένας καλύτερος από τον άλλο, το κοινό είναι τελείως ξενερωμένο!
Με αυτούς τους ρυθμούς οι τραγουδιστές τελειώνουν γρήγορα, και τότε η διοργανώτρια της εκδήλωσης ρίχνει την ιδέα να ανέβουν όλοι οι τραγουδιστές μαζί στην σκηνή.
Ανεβαίνουν λοιπόν όλοι οι τραγουδιστές στην σκηνή και ξαφνικά το κοινό ενθουσιάζεται, αρχίζει να συμμετέχει, να σιγοτραγουδά και να χορεύει... Χειροκροτήματα, σφυρίγματα και άλλα τέτοια, και η συναυλία κρατάει μέχρι το ξημέρωμα!
Ηθικο διδαγμα:
Όπου λαλούν πολλοί Μογγόλοι, αργεί να ξημερώσει!
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γυναίκα που την έλεγαν Ελένη.
Γυρνώντας απο τη δουλειά της βλέπει την τέντα του μπαλκονιού της σπασμένη εξαιτίας της καταιγίδας που είχε προηγηθεί. Αμέσως παίρνει την φίλη της την Κατερίνα και της λέει:
- Μήπως ξέρεις κανένα μάστορα να έρθει να μου φτιάξει την τέντα του μπαλκονιού μου γιατί χάλασε;
- Ξέρω έναν καταπληκτικό μάστορα τον Μπάμπη.
- Σε παρακαλώ δώσε μου το τηλέφωνό του να τον πάρω.
Της δίνει το τηλέφωνό του κι αυτή τον παίρνει αμέσως.
- Γειά σας. Ο Μπάμπης;
- Ο ίδιος.
- Θα ήθελα να μου φτιάξετε την τέντα μου που χάλασε.
- Διεύθυνση;
- Ανδρου 23.
- Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί. Η Ελένη καθισμένη στον καναπέ περίμενε τον Μπάμπη. Χτυπάει το θυροτηλέφωνο:
- Ποιός είναι;
- Ο Μπάμπης.
- Ανεβείτε.
Χτυπάει η πόρτα.
- Γειά σας να σας φτιάξω καφέ;
- Μέτριο.
- Το μπαλκόνι είναι απο εκεί.
Εκεί που η Ελένη έφτιαχνε τον καφέ χτυπάει το θυροτηλέφωνο.
- Ποιός είναι;
- Ο Μπάααααμπης.
- Τρελός είστε, κύριέ μου; Ο Μπάμπης είναι στο μπαλκόνι.
- Έεεεεπεσα...
Ένας ογδοντάχρονος, πηγαίνει στον γιατρό του για το τακτικό, ετήσιο τσεκ απ. Ανάμεσα στα υπόλοιπα και μετά από κάποιες εξετάσεις που του κάνει ο γιατρός, τον ρωτά πώς νιώθει τελευταία.
Ο γεράκος του απαντά:
- Γιατρέ μου, νιώθω ΠΕΡΙΦΗΜΑ. Δεν θα ήταν υπερβολή να σου πω ότι δεν έχω νιώσει καλύτερα στην ζωή μου. Για να καταλάβεις, έχω παντρευτεί μια 18χρονη, πανέμορφη κοπέλα, η οποία είναι έγκυος. Ναι γιατρέ μου, όπως το ακούς. Έχει το παιδί μου μέσα της. Πώς σου φαίνεται, τώρα, αυτό;
Ο γιατρός σκέφτεται και μετά από λίγο του απαντά:
- Θα σου πω μια μικρή ιστορία. Έχω έναν φίλο, είναι μανιώδης κυνηγός. Δεν έχει χάσει ΠΟΤΕ του, ούτε μια κυνηγετική σαιζόν. Κάθε χρόνο, παίρνει τα σκυλιά του και τα όπλα του και καβαλάει τα βουνά και τους λόφους. Ήταν λοιπόν μια μέρα, που αποφάσισε να πάει για κυνήγι. Ετοιμάστηκε, πήρε τον εξοπλισμό του, άρπαξε το όπλο του και έφυγε. Μόνο που στην βιασύνη του, αντί για το όπλο, πήρε χωρίς να το καταλάβει την μαύρη του ομπρέλα. Έφτασε στο δάσος όπου και συνάντησε μια τεράστια καφέ αρκούδα. Εκείνη τον αντιλήφθηκε και τον πλησίασε. Όταν τον είχε πλησιάσει αρκετά κοντά, ο φίλος μου σηκώνει την ομπρέλα του, σημαδεύει την αρκούδα και πατάει το κουμπί της. Ξέρεις τι έγινε;
Ο γεράκος γεμάτος περιέργεια λέει:
- Όχι, τι έγινε;
- Ε λοιπόν, η αρκούδα σωριάστηκε στο έδαφος, νεκρή.
- Αυτό είναι αδύνατον. Κάποιος άλλος θα την πυροβόλησε την αρκούδα.
- Χμμ, ακριβώς εκεί ήθελα να καταλήξω και εγώ από την αρχή...