φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν ένα ζευγάρι Ποντίων που ήθελαν να κάνουν παιδιά αλλά δεν μπορούσαν.
Αφού είδαν και απόειδαν πήρε το αφτί τους για τον πεφωτισμένο Γέροντα Πορφύριο που θεράπευε ανίατες ασθένειες και βοηθούσε τις στείρες γυναίκες να αποκτήσουν παιδιά κι αποφάσισαν να πάνε να τον βρούνε. Ο σεβάσμιος Γέρων τους υποδέχτηκε μετά χαράς. Αφού τους ευλόγησε και τους συμβούλεψε να προσεύχονται στο Θεό και να έχουν βαθύτατη πίστη, τους είπε να πάνε στην Παναγία του Σουμελά να ανάψουν ο καθένας από μία λαμπάδα ίσαμε το μπόι του και πως η Παρθένος θα τους συμπονούσε και θα πραγματοποιούσε την επιθυμία τους.
Μετά από εκείνη τη συνάντηση το ζεύγος δεν ξαναφάνηκε. Μετά από έντεκα χρόνια ο πεφωτισμένος Γέρων είδε το ανδρόγυνο στον ύπνο του. Αποφάσισε, λοιπόν να πάει να τους βρει και να μάθει τι απέγιναν. Πήρε, λοιπόν, ένα ταξί και πήγε στο Πέραμα όπου διέμενε το ζεύγος. Χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε ένα δεκάχρονο κοριτσάκι.
Π: Γεια σου, δε μένουν πια εδώ ο κύριος και η κυρία Γαβριηλίδου.
- Εδώ μένουν. Εγώ είμαι η κόρη τους.
Π: Δεν είναι κανείς άλλος στο σπίτι;
- Είναι τα άλλα εννιά αδελφάκια μου κι εγώ τα προσέχω.
Π: Κι η μαμά κι ο μπαμπάς που πήγαν;
- Πήγαν στην Παναγία του Σουμελά.
Π: Α, πήγαν να ευχαριστήσουν την Παναγία, έτσι;
- Όχι παππούλη, πήγαν να σβήσουν τις λαμπάδες.
Ι σε ένα φιλικό σπίτι, όπου έχουν μαζευτεί διάφοροι οπαδοί του.
Εκεί που κηρύττει, ξαφνικά ακούει φωνές και φασαρία έξω από την πόρτα. Βγαίνει έξω και τι να δει. Έχει μαζευτεί ένα πλήθος ολόκληρο και όλοι κρατούν στα χέρια πέτρες και κινούνται απειλητικά εναντίον μιας γυναίκας, η οποία έχει ζαρώσει σε μια γωνιά.
Την ώρα που ετοιμάζονται να την πετροβολήσουν, μπαίνει ο Χριστός μπροστά και ζητά να μάθει τι συμβαίνει. Του λένε λοιπόν ότι αυτή η γυναίκα είναι η Μαρία η Μαγδαληνή, γνωστή πόρνη, και ότι πρέπει να πεθάνει δια λιθοβολισμού.
Εκεί που το εξαγριωμένο πλήθος ετοιμάζεται να κάνει πράξη τα λόγια του, ξαναμπαίνει ο Χριστός μπροστά και με όλη τη δύναμη της φωνής του φωνάζει:
- Ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω.
Σιωπή στο πλήθος... Έχουν κερώσει όλοι και μένουν ακίνητοι, δίχως να ξέρουν τι να κάνουν. Ξαφνικά, μέσα στη βουβαμάρα, μπαίνει μπροστά μια γριούλα και πετάει μια κοτρόνα η οποία χτυπάει τη Μαγδαληνή στο κεφάλι και την αφήνει νεκρή.
Γυρνά ο Χριστός προς τη γριούλα και φανερά εκνευρισμένος της λέει:
- Ρε μάνα, δε σου έχω πει να μη μπλέκεσαι στις δουλειές μου
Κάποτε κάλεσαν τον αρχιεπίσκοπο σε μια συνάντηση. Όμως δυστυχώς η συνάντηση ήταν σε άλλη πόλη και ο αρχιεπίσκοπος είχε λειτουργία.
Όμως δυστυχώς η συνάντηση ήταν σε άλλη πόλη και ο αρχιεπίσκοπος είχε λειτουργία.
Ε, τι να κάνει ο αρχιεπίσκοπος...
Μόλις τελειώνει την λειτουργία μπαίνει στο αυτοκίνητο και λέει στον σοφέρ να γκαζώσει.
Ο σοφέρ πηγαίνει με 120.
- Πιο γρήγορα! φωνάζει ο αρχιεπίσκοπος. Θα αργήσουμε!
Το πατάει ο σοφέρ, φτάνει τα 140.
- Πιο γρήγορα! φωνάζει ο αρχιεπίσκοπος.
Τι να κάνει ο σοφέρ, πάει με 150.
Θυμώνει ο αρχιεπίσκοπος, και λέει στον σοφέρ να καθίσει πίσω και θα οδηγήσει αυτός.
Κάθεται ο αρχιεπίσκοπος μπροστά, και αρχίζει να τρέχει με τρελή ταχύτητα, και τους σταματά ένας τροχονόμος.
Ρίχνει μία ματιά μέσα στο αυτοκίνητο, παίρνει τον ασύρματο και πηγαίνει παραπέρα:
- Αρχηγέ, λέει ψιθυριστά, μόλις σταμάτησα για υπερβολική ταχύτητα κάποιο εξαιρετικά σημαντικό πρόσωπο. Τι να κάνω;
- Ποιός είναι; Κανένας υπουργός;
- Όχι, πολύ πιο σημαντικός!
- Πρωθυπουργός;
- Όχι, πολύ πιο σημαντικός!
- Πρόεδρος της Δημοκρατίας;
- Όχι, πολύ πιο σημαντικός!
- Ε, θα μιλήσεις, ρε πούστη μου, να μου πείς ποιός είναι;
- Κοίτα αρχηγέ, προσωπικά εγώ δεν τον ξέρω, αλλά ο σοφέρ του είναι ο αρχιεπίσκοπος!
Tαξίδευε κάποιος με το αυτοκίνητό του από την Αθήνα πρός τη Θεσσαλονίκη.
Κάπου στο ύψος της Μαλακάσας, του πετάγεται ένας τύπος ντυμένος από την κορυφή ως τα νύχια στα κόκκινα και του κάνει νόημα να σταματήσει.
Μόλις σταματάει, πλησιάζει στο παράθυρο και του λέει:
- Γειά σου φίλε, είμαι ο μαλάκας με τα κόκκινα και πεινάω. Εχεις τίποτα φαγώσιμο;
Παραξενεύεται ο άνθρωπος με το παρανοϊκό της όλης φάσης, αλλά τον λυπάται και του δίνει ένα σάντουιτς που είχε μαζί του.
Μερικά χιλιόμετρα παρακάτω, εκεί κοντά στις στροφές της Μαλαισίνας, του πετάγεται και τον σταματάει ένας άλλος παρόμοιος τύπος ντυμένος όλος στα πράσινα. Σκύβει κι αυτός στο παράθυρο και του λέει:
- Φίλε μου, γειά σου. Εγώ είμαι ο μαλάκας με τα πράσινα και πεθαίνω της δίψας. Δώσε μου κάτι να πιώ σε παρακαλώ.
Τι να κάνει ο οδηγός...
Σκέφτεται:
"Θα δραπέτευσε καμμιά φουρνιά τρελών από το Δαφνί"... αλλά είναι και πονόψυχος και του δίνει μια Coca - Cola που είχε στο αμάξι.
Δεν προλαβαίνει να φτάσει στα Καμμένα Βούρλα και εκεί στον Αγιο Κωνσταντίνο, νά σου κι ένας άλλος ανάλογος τύπος ντυμένος στα μπλέ. Το έχει συνηθίσει πια το παρανοϊκό σκηνικό ο ήρωάς μας, οπότε μόλις ο μπλέ μαρέν άνθρωπος πλησιάζει στο παράθυρο, του λέει βιαστικά:
- Ξέρω, ξέρω εσύ είσαι ο μαλάκας με τα μπλέ. Λέγε τι θέλεις.
- Αδεια και διπλωμα !
Eνας πελάτης μπαίνει σε μια τράπεζα και ρωτά τον ταμία αν θα μπορούσε να πάρει κάποιο δάνειο της τάξης των 10.000 δρχ.
- Κανένα πρόβλημα, λέει ο υπάλληλος, αλλά επειδή δεν έχουμε δικό σας λογαριασμό στην τράπεζά μας, θα χρειαστούμε κάποια εχέγγυα.
- Χμ... έχω μόνο μια Mercedes η οποία είναι παρκαρισμένη εμπρός από την τράπεζα. Νομίζετε ότι φτάνει;
- Βεβαίως, κύριε. Ορίστε τα χρήματά σας. Μόνο αφήστε μου τα κλειδιά σας.
*Εναν χρονο αργοτερα*
Ο πελάτης ξαναμπαίνει στην τράπεζα και πλησιάζει τον ίδιο υπάλληλο.
- Ορίστε οι 10.000 δρχ που δανείστηκα έναν χρόνο νωρίτερα.
- Μμμμ, είναι 12.000 δρχ κύριε. Υπάρχει και ένας τόκος 2.000 δρχ που θα πρέπει να πληρώσετε για το δάνειο που πήρατε.
- Βεβαίως. Ορίστε και δύο χιλιάδες δραχμές ακόμη.
- Συγγνώμη κύριε. Απλά από περιέργεια.. Πώς γίνεται κάποιος που έχει μια τέτοια Mercedes, να μην έχει 10.000 δρχ;
- Κοιτάξτε. Επρεπε να ταξιδέψω στο εξωτερικό για έναν χρόνο. Και που αλλού θα μπορούσα να βρω πάρκινγκ με 2000 δρχ τον χρόνο;