φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν ένας πάμπλουτος ελληνοαμερικάνος που μετά από 40 και βαλέ χρόνια στο Αμερίκα αποφασίζει να γυρίσει στο Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα στο χωριό του που το είχε νοσταλγήσει!
Αφού έφτασε στο χωριό του αποφάσισε να πάει να κάνει μια βόλτα να θυμηθεί τα μέρη οπού έπαιζε όταν ήταν παιδί! Εκεί λοιπόν που προχωρούσε σε ένα λιβάδι βλέπει έναν νέο περίπου στα 25 να κάθεται κάτω από ένα δέντρο, με το τσιγάρο του και την φραπεδιά του, και να ρεμβάζει! Πλησιάζει λοιπόν ο ελληνοαμερικάνος και του λέει:
- Καλά εσύ νέο παιδί και κάθεσαι και τεμπελιάζεις; Γιατί δεν πας να βρεις μια δουλεία; Νέος: και γιατί να βρω δουλεία ρε γέρο;
Ελλ.: Μα για να κάνεις λεφτά φυσικά.
Νέος: Και άμα κάνω λεφτά τι θα γίνει;
Ελλ: Μετά θα κάνεις κι άλλα λεφτά και θα αποκτήσεις την δική σου δουλειά.
Νέος: Ε ναι ωραία και μετά;
Ελλ: Μετά θα κάνεις πιο πολλά λεφτά και θα κάνεις και επιχείρηση όπως έκανα και εγώ!
Νέος: Ναι ρε μπάρμπα, απαντά τσαντισμένος ο νέος, μετά τι θα γίνει.
Ελλ: Μετά, αφού θα κουραστείς πολύ πρώτα, θα μεγαλώσεις τις επιχειρήσεις σου και θα έχεις πολλά λεφτά.
Νέος: Οκ και μετά τι;
Ελλ.: Μετά θα κάθεσαι.
Νέος: Και γιατί ρε μπάρμπα, απαντά ο νεοέλληνας, εγώ τώρα τι κάνω;
Μια ξανθιά Σουηδέζα που είχε έρθει στην Ελλάδα για διακοπές , θέλει να γυρίσει στην πατρίδα της αλλά δεν έχει καθόλου χρήματα .
Γνωρίζει τυχαία κάποιο ναυτικό , ο οποίος της υπόσχεται να την πάρει μαζί του στο πλοίο που δουλεύει και να την κατεβάσει στη Σουηδία , χωρίς να πληρώσει εισιτήριο . Με μια προϋπόθεση : σε κάθε λιμάνι που θα πιάνουν , εκείνη θα πρέπει να κάθεται να την πη ***.
Την παίρνει λοιπόν μαζί του στο καράβι , τη βάζει στην καμπίνα του και σε λίγο το πλοίο φεύγει .
Μετά από λίγη ώρα το πλοίο σφυρίζει , ακούγεται η άγκυρα που κατεβαίνει και η Σουηδέζα βλέπει από το φινιστρίνι το πλοίο να μπαίνει σε λιμάνι . Μετά από λίγο το πλοίο αναχωρεί και έρχεται ο ναυτικός στη καμπίνα να πη**** τη Σουηδέζα , όπως συμφώνησαν .
Δεν είχαν περάσει 15 από το πή*** και είχαν πιάσει πάλι λιμάνι . Μόλις το πλοίο αναχώρησε ο ναυτικός γύρισε πάλι στην καμπίνα και την πη*** για δεύτερη φορά . Κάθε 1/2 ώρα έπιαναν λιμάνι και ο ναυτικός γύριζε στην καμπίνα για να εισπράξει από τη Σουηδέζα . Η συμφωνία-συμφωνία .
Αυτό συνεχίστηκε όλη την ημέρα . Κάποια στιγμή η Σουηδέζα άρχισε να κουράζεται . " Δεν είναι δυνατόν ", σκεφτόταν , " τόσα πηδ*** σε μια μέρα ; Μέχρι να φτάσουμε στη Σουηδία θα έχω πεθάνει ! " Και αποφασίζει να ρωτήσει τον καπετάνιο , αφού ο ναυτικός απέφευγε να της απαντήσει .
" Πόσα λιμάνια είναι , καπετάνιε , μέχρι τη Σουηδία "
Και ο καπετάνιος :
" Δεν ξέρω , κοπέλα μου . Δεν έχω πάει ποτέ . Εγώ χρόνια τώρα κάνω μόνο Ρίο - Αντίρριο ! ".
Μια μέρα, ο Μπίλ Γκέιτς, σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα (χτύπα ξύλο!). Προχωρώντας προς τους ουρανούς, συνάντησε μπροστά του την πόρτα του Παραδείσου και τον γιο Πέτρο, με τα κλειδιά στο χέρι. Ο Αγιος Πέτρος λοιπόν, του λέει:
- Τώρα βρε Μπίλ, με βάζεις προ διλήμματος: από την μία, χάρη σε εσένα, πολλοί άνθρωποι απέκτησαν ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Από την άλλη, έφτιαξες αυτό το λειτουργικό, τα Windows 98, που καθημερινά βασανίζει πολλούς χρήστες. Πού να σε πάω τώρα; Στον Παράδεισο ή στη Κόλαση;
Και ο Μπιλ, ψύχραιμος απαντά:
- Ας τα δοκιμάσουμε και τα δύο και θα πάω έκει, που μου αρέσει περισσότερο.
- Εντάξει. Και τί να δοκιμάσουμε πρώτα;
- Ε, ας δοκιμάσουμε πρώτα την Κόλαση!
Ο Αγιος Πέτρος λοιπόν, τον οδηγεί στην Κόλαση. Μπαίνει ο Μπιλάκος μέσα και τα χάνει! Απέραντες ακτές, καυτές γυναίκες με καυτά μπικίνι, παγωτατζήδες και άλλα ωραία. Ο γιος Πέτρος, παίρνει τον Μπίλ εντυπωσιασμένο και του λέει:
- Πάμε τώρα και στον Παράδεισο. Πάνε στον παράδεισο, βλέπουν σύννεφα, αγγέλους να απαγγέλουν ύμνους, τον ίδιο το Θεό να κάθεται στον θρόνο Του, κ. Α.
Και τον ρωτάει ο Αγιος Πέτρος:
- Τώρα, που τα είδες και τα δυο, πού θα ήθελες να μείνεις; Στην Κόλαση βέβαια! απαντάει με σιγουριά ο Μπίλ.
- Καλά, λέει ο γιος Πέτρος, λίγο απογοητευμένος. Τον συμπάθησε βλέπετε. Μετά από λίγες μέρες, ο γιος Πέτρος, πάει να δει πως περνάει ο Μπιλ στην Κόλαση. Τον βλέπει αλυσοδεμένο, να φοράει μόνο το εσώρουχο του και να τον τσουρουφλάνε οι φωτιές από κάτω.
Μόλις τον είδε ο Μπιλ, άρχισε να ουρλιάζει:
- Αγιε, με κορόιδεψες! Πού πήγαν οι γυναίκες με τα μπικίνι και οι ακτές;
Και ο γιος Πέτρος, ήρεμος του απαντά:
- Ε, αυτά ήταν στο demo!