φρέσκα ανέκδοτα

Ευτυχισμένο ήτανε το ζευγάρι. Καλός εκείνος, καλή κι εκείνη αγαπιόντανε καλά κι ας είχανε περάσει χρόνια απ όταν ευλογηθήκανε. Είχανε ξεπουλιάσει τα κοπέλια, είχανε παντρευτεί κι είχανε πιάσει φύλα και φτερά ...
Μοναδικός σύντροφος του ζευγαριού στα γεράματα η πεθερά η μάνα τσι γυναίκας δηλαδή ένας καλός άνθρωπος που ήτανε όμως παράλυτη. Αγόγγυστα τη σήκωνε ο γαμπρός τσι τη μια να τήνε πάει στον ήλιο την άλλη στον ασκιανό. Φορά δεν του πε η γυναίκα ντου {πάρε τη μάνα μου και βάλε τήνε εκειε} και να μην τση κάμει το χατίρι. Κάποτε κι ενώ περιμένανε να ποθάνει η πεθερά ένας ξαφνικός κόλπος έριξε κάτω το... Γαμπρό.
Στο μοιρολόι η κερά δεν ξέχασε τσι καλοσύνες του άντρα τζη και τσι περιποιήσεις του για τη μάνα τζη. (Η μάνα μου μ απόμεινε, βλαστέ μου, κι ήντα θα τήνε κάμω εδά αητέ μου που μόνο να σου το λεγα, καμάρι μου ντελόγο τήνε σήκωνες, κλωνάρι μου, και πάντα μου την κάθιζες, καλέ μου, όπου θελά σου δείξω ,καντηφέ μου, και ΄δα άπου μ ΄απόθανες, καμάρι μου, ποιος θα μου την καθίζει, κανακάρη μου)
Γράμμα στο γιό:
Καλέ μου γιε,
Σου γράφω σιγά γιατί ξέρω πως δε μπορείς να διαβάσεις γρήγορα. Δε μένουμε
Εκεί
Που μέναμε παλιά. Ο μπαμπάς σου διάβασε στην εφημερίδα ότι τα περισσότερα
Ατυχήματα γίνονται μέσα σε 20 χιλιόμετρα από το σπίτι και έτσι μετακομίσαμε.
Δε
Μπορώ να σου στείλω τη διεύθυνση γιατί η τελευταία οικογένεια που έμενε εδώ
Πήρε
Μαζί της τα νούμερα για να μην αλλάξουν διεύθυνση.
Το καινούριο σπίτι έχει και πλυντήριο. Την πρώτη μέρα έριξα τέσσερα
Πουκαμισά
Τράβηξα το χερούλι και δεν τα ξαναείδαμε από τότε. Έβρεξε δυο φορές την
Τελευταία εβδομάδα εδώ. Τρεις μέρες την πρώτη και τέσσερις τη δεύτερη. Το
Παλτό
Που ήθελες να σου στείλω, η θεία σου είπε ότι θα είναι βαρύ για το
Ταχυδρομείο
Με όλα αυτά τα κουμπιά, και έτσι τα κόψαμε και τα βάλαμε στην τσέπη για να
Τα
Βρεις.
Η οικογένεια είναι καλά. Ο πατέρας σου έχει μια υπεύθυνη δουλεία. Να
Φανταστείς
500 άτομα είναι από κάτω του. Κόβει το γρασίδι στο νεκροταφείο. Η αδελφή σου
Έκανε παιδί σήμερα το πρωί. Δεν έμαθα αν είναι αγόρι ή κορίτσι και έτσι δεν
Ξέρω
Αν είσαι θείος ή θεία. Πήραμε τις προάλλες ένα λογαριασμό από το
Νεκροταφείο.
Έλεγε ότι αν δε πληρώσουμε τη τελευταία δόση για το τάφο της γιαγιάς θα μας
Την
Επιστρέψουν.
Τα δυσάρεστα τώρα. Τρεις φίλοι σου πέσανε με το φορτηγάκι από τη γέφυρα. Ο
Βασίλης οδηγούσε ο Γιώργος και ο Γιάννης ήταν πίσω στο ανοιχτό. Ο Βασίλης
Σώθηκε
Κατέβασε το παράθυρο και κολύμπησε στην ακτή αλλά οι άλλοι δυο πνίγηκαν. Δεν
Μπορούσαν να κατεβάσουν την πορτούλα για να φύγουν. Ο θείος σου έπεσε σε ένα
Βαρέλι με ουίσκι. Μερικοί προσπάθησαν να τον βγάλουν αλλά τους έδιωξε όλους
Και
Πνίγηκε.
Όχι πολλά νέα αυτή τη φορά. Τίποτα σημαντικό δεν έγινε. Να μας γράφεις πιο
Συχνά.
Με αγάπη
Η μαμά σου.
ΥΓ. Θα σου έστελνα λεφτά αλλά ο φάκελος ήταν ήδη κλειστός.
Μια μέρα ήταν μια ξανθιά που οδηγούσε μια αυτοκινητάρα. Περνάει ένας νταλικέρης από πίσω, τρακάρει με τη ξανθιά, και γίνεται το αυτοκίνητο της ξανθιάς σαν φυσαρμόνικα. Λέει η ξανθιά:
- Αμάν τ αυτοκινητάκι μου! Θα το πληρώσεις!
- Μη φοβάσαι, λέει ο νταλικέρης, άρχισε να φυσάς από την εξάτμιση, και σε λίγο σαν καινούριο θα είναι το αμαξάκι σου.
Αρχίζει λοιπόν η ξανθιά να φυσά, τίποτα...
Σε λίγο περνάει άλλη ξανθιά , βλέπει την άλλη ξανθιά να φυσά και τη ρωτάει:
- Τι συμβαίνει;
- ¨Aσε, απαντά η άλλη, τράκαρα μ ένα νταλικέρη, και μου είπε να φυσάω από την εξάτμιση, με κορόιδεψε μια ώρα φυσώ και τίποτα!
- Αχ, βρε χαζή, λέει η άλλη, φυσάς και έχεις τα παράθυρα ανοιχτά!
Ένας τελειόφοιτος της Ψυχολογίας έπρεπε να κάνει μια εργασία για τα δυνατά συναισθήματα.
Ο επιβλέπων καθηγητής του συνέστησε να αποφύγει τους ανθρώπους των πόλεων, πολλά λόγια και λίγη ουσία και να ψάξει για πηγές στην ύπαιθρο. Μια και δυο, παίρνει τα βουνά και σ’ ένα χωριό στην Πίνδο εντοπίζει ένα γεροντάκι που καθόταν μοναχό του.
- Γεια σου παππού... μπλα μπλα μπλα ... Θυμάσαι να μου πεις μια φορά που να σου έτυχε κάτι και να χάρηκες ΠΟΛΥ;
Ο γερακος σκέφτεται, σκέφτεται...
- Μια φορά, πριν πολλά χρόνια ένας γείτονας -Θεός σχωρεστον- έχασε ένα πρόβατο στο βουνό. Μαζευτήκαμε λοιπόν καμία δεκαριά νοματαίοι, βγήκαμε στο βουνό, βρήκαμε το πρόβατο, το γαμήσαμε και το φέραμε πίσω.
(-Αυτό δεν μπαίνει στην εργασία... Για να ξαναδοκιμάσω)
- Ωραία... Μήπως θυμάσαι καμιά ΑΛΛΗ φορά, που να έγινε κάτι ΑΛΛΟ και να χάρηκες ΠΟΛΥ;
Ξανασκέφτεται ο γερακος...
- Μια άλλη φορά, ένας άλλος γείτονας -Θεός σχωρεστον κι αυτόν- έχασε την κόρη του στο βουνό. Ε, μαζευτήκαμε καμιά εικοσαριά άντρες, βγήκαμε στο βουνό, ψάξαμε, τη βρήκαμε, τη γαμήσαμε και τη φέραμε πίσω.
(-Σε λάθος κατεύθυνση ψάχνω, ας αλλάξω θέμα)
- Ωραία, παππού... Τώρα να σε ρωτήσω κάτι άλλο... Θυμάσαι να μου πεις αν σου έτυχε ποτέ τίποτα που να ντράπηκες ΠΟΛΥ;
Ο γερακος πέφτει σε βαθιά περισυλλογή... Και τελικά, με ύφος μεγάλης ενοχής:
- Μια φορά χάθηκα στο βουνό...
Ο πιλότος διηγείται την καταπληκτική ιστορία της διάσωσής του μετά από την πτώση του αεροπλάνου του στην χώρα των Μασάϊ:
- Και που λέτε αγαπητοί ήμουν πολύ τυχερός, αφού μετά την πτώση του αεροπλάνου μου, οι Ιθαγενείς Μασάϊ με περιποιήθηκαν πάρα μα πάρα πολύ, σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάθε μέρα να μου παραχωρεί ο φύλαρχος το χαρέμι του για καθημερινή και ολονύκτια χρήση!...
Οι φίλοι του έμειναν κατάπληκτοι και εντυπωσιασμένοι, για το πώς η ατυχία αυτού του ανθρώπου, ουσιαστικά μετατράπηκε σε διακοπές στον Παράδεισο!... Κάποιου μάλιστα, η ιδέα του άρεσε τόσο πολύ, ώστε καταγοητευμένος από την περιπέτεια αυτή, έφθασε στο σημείο να σκηνοθετήσει μια πτώση και του δικού του αεροπλάνου, ώστε να απολαύσει του προνομίου των χιλίων και μιας ερωτικών βραδιών με το χαρέμι του φυλάρχου...
Όμως-αλοίμονο-συνέβη το μοιραίο, και αντί να πέσει στην περιοχή ευθύνης της φυλής Μασάϊ, να πέσει στους γείτονες Καμάϊ, οι οποίοι είχαν αντίθετα έθιμα και ο δύστυχος υποχρεώθηκε να πηγαίνει με το σύνολο των πολεμιστών της φυλής οι οποίοι εκπαιδεύονται σε συνθήκες απουσίας γυναικών!... Περιττό να περιγράψουμε το τι έπαθε ο δύστυχος, αφού κάθε βράδυ, το σύνολο των πολεμιστών της φυλής περνούσε από πάνω του!
Καταεξαντλημένος, ρακένδυτος και ελεεινός, φθάνει μετά από πολλούς μήνες στην βάση του, όταν επί τέλους η "εκπαίδευση" των πολεμιστών της φυλής έληξε... Οι φίλοι του στο άκουσμα του χαρμόσυνου αγγέλματος της διάσωσής του, μαζεύονται στο σπίτι του, όλο χαρά. Παρών και ο παλιός πιλότος που είχε πέσει στους Μασάϊ.
- Και τι έγινε ρε θηρίο Κώστα;... Έμαθα ότι έπεσες στο χωριό των Μασάϊ!
Είναι αλήθεια ρε τυχερούλη;
- ... Ννναι!...
- Πώ!-πώ! ... Τι κωλοφαρδία έχεις ρε παιδί μου!...
Και ο διασωθείς:
- Φαίνεται ρε παιδιά;... Φαίνεται;...
Τρεις φίλοι παρακολουθούσαν ένα κρίσιμο αγώνα μπάσκετ, και μπροστά τους κάθονταν μια ομάδα από μοναχές που μιλούσαν και γέλαγαν και έκαναν φοβερή φασαρία, και στην πολλή ώρα έσπασαν τα νεύρα τους και τότε ο ένας λέει φωναχτά στους φίλους του, στην προσπάθειά του να τις κάνει να σκάσουν:
- Ξέρετε, εγώ σκοπεύω να πάω στο Hollywood, όπου εκεί έχει μόνο 50 μοναχές.
Αυτές όμως συνέχιζαν ακάθεκτες τον πανζουρλισμό, και τότε λέει φωναχτά ο δεύτερος της παρέας:
- Τώρα που το σκέφτομαι, πρέπει να πάω στο Τέξας όπου εκεί υπάρχουν μόνο 30 μοναχές.
Αλλά εκείνες όλο και πιο πολύ γελούσαν και φώναζαν και έκαναν απίστευτη φασαρία. Τότε ο τελευταίος της παρέας ουρλιάζει σχεδόν:
- Εγώ θα πάω στο Μονακό, που ξέρω ότι υπάρχουν μόνο 10 μοναχές.
Και τότε γυρίζει μια μοναχή και τους λέει:
- Εγώ λέω να πάτε στο διάολο, που σίγουρα δεν υπάρχει καμιά μοναχή εκεί!