φρέσκα ανέκδοτα

Γιατρέ, παραπονιέται ο Γιάννης, δεν ξέρω τι να κάνω, εδώ και ένα μήνα βλέπω κάθε νύχτα το ίδιο όνειρο. Μόλις με παίρνει ο ύπνος ονειρεύομαι ότι οδηγώ μια νταλίκα από Αθήνα μέχρι Ορεστιάδα. Ταξιδεύω όλη νύχτα! Ξυπνάω το πρωί και είμαι κατάκοπος, δεν τολμώ να κοιμηθώ!
Του είπε τότε λοιπόν ο γιατρός:
- "Θα παίρνεις τα φάρμακα που σου γράφω, το πρόβλημα σου βέβαια δε θα λυθεί τελείως. Όμως θα οδηγείς πλέον μόνο μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Θα εμφανίζομαι εγώ στο όνειρο σου και θα οδηγώ τη νταλίκα μέχρι Ορεστιάδα."
Έτσι και έγινε. Μετά από καιρό Ο Γιάννης συναντά ένα φίλο του που είχε ένα παρόμοιο πρόβλημα. Εδώ και ένα μήνα, λέει, βλέπω κάθε νύχτα το ίδιο όνειρο. Μόλις με παίρνει ο ύπνος έρχονται η μις Ελλάς και η μις Κόσμος. Μέχρι να ικανοποιήσω τη μια μου την πέφτει η άλλη. Όλη τη νύχτα γίνεται αυτή η δουλειά. Ξυπνάω το πρωί και είμαι ένα ζωντανό πτώμα. Βρίσκομαι στα όρια της ολικής κατάρρευσης.
Στέλνει λοιπόν ο Γιάννης το φίλο μας στον ίδιο γιατρό και μετά από δυο εβδομάδες ξανασυνάντιουνται.
- "Τι έγινε εντάξει;"
- "Εε. . Σχεδόν εντάξει."
- "Δηλαδή;"
- "Μου έδωσε κάτι φάρμακα και μόλις μου την πέφτουν οι γυναίκες, μετά τον πρώτο γύρο, έρχεται στον ύπνο μου ο γιατρός και τις αναλαμβάνει πλέον αυτός."
- "Ωραία τυχεράκια και απολαμβάνεις και κοιμάσαι!"
- "Ναι. Μόλις όμως πάρει τις γυναίκες μου δίνει μια νταλίκα και την πάω κάθε βράδυ Θεσσαλονίκη - Ορεστιάδα!"
Το λιοντάρι - ο βασιλιάς των ζώων - καθόταν και τεμπέλιαζε. Βλέπει να περνάει από κοντά ο λαγός και σκέφτηκε να τον πειράξει.
"Λαγέ, για έλα εδώ!"
, του φωνάζει. Πλησιάζει ο λαγός ανυποψίαστος και το λιοντάρι ρωτά:
"Γιατί δε φοράς ψηλό καπέλο;".
"Μα, βασιλιά μου, εγώ...".
"Λέγε, γιατί δε φοράς ψηλό καπέλο;", αγριεύει το λιοντάρι. "Μα...", πάει να πει ο λαγός, φλαπ! του τραβάει μια σφαλιάρα το λιοντάρι. "Χάσου τώρα από μπροστά μου!", λέει το λιοντάρι. Φεύγει κι ο λαγός με κατεβασμένα τα αυτιά.
Την άλλη μέρα έτυχε να ξαναπερνά από κει ο λαγός. Τον βλέπει το λιοντάρι και σκέφτεται: Τι καψόνι να του κάνω σήμερα αυτουνού του βλάκα;... Το βρήκα! Θα του ζητήσω τσιγάρα. Αν μου δώσει με φίλτρο θα του πω ότι ήθελα άφιλτρα και τ αντίθετο, αν μου δώσει άφιλτρο θα του πω ότι ήθελα με φίλτρο. Έτσι κι αλλιώς θα τη φάει τη μπούφλα του! . Αμέσως φωνάζει:
"Λαγέ, για έλα εδώ!". Ο λαγός πλησιάζει φοβισμένος. "Τι θέλεις, βασιλιά;", ρωτά. "Τίποτα, μωρέ. Ένα τσιγαράκι θα θελα να μου δώσεις.".
"Αμέσως, βασιλιά.", απαντάει ο λαγός. "Θες με φίλτρο ή άφιλτρο;"
. Φλαπ! τραβάει το λιοντάρι του λαγού μια σφαλιάρα και φωνάζει:
"Ακόμη, ρε, να φορέσεις ψηλό καπέλο;".
Η μαμά κατσίκα μένει με τα κατσικάκια κάπου σε ένα μικρό σπιτάκι στην εξοχή. Πλησιάζει όμως χειμώνας και η μαμά κατσίκα πρέπει να κατέβει στην πόλη για προμήθειες, πριν φύγει λοιπόν λέει στα μικρά της:
- Παιδιά μου, τώρα που θα λείψω πρέπει να προσέχετε πολύ και να μην ανοίξετε σε κανέναν! Εγώ οταν έρθω θα σας πω το σύνθημα:
"Είμαι η μαμά κατσίκα, πιανω τα βυζιά μου" και μόνο τότε θα ανοίξετε την πόρτα.
Ο λύκος που παρακολουθεί από έξω, μόλις την βλέπει να φεύγει πάει και χτυπάει την πόρτα, προσποιούμενος πως είναι η μαμά κατσίκα. Τα μικρά του ζητάνε να τους δείξει το πόδι του, την πατάει ο λύκος και νευριασμένος φεύγει.
Μετά απο μερικές μέρες η μαμά κατσίκα πρέπει και πάλι να κατέβει στην πόλη. Λέει και πάλι στα μικρά της:
- Δεν θα ανοίξετε σε κανέναν! Εγώ όταν έρθω θα σας πω "Είμαι η μαμά κατσίκα πιανω τα βυζιά μου!"
Ο λύκος που περίμενε την ευκαιρία ξαναπάει αλλά και πάλι χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
"Κάτι άλλο συμβαίνει εδώ", σκέφτεται και αποφασίζει να περιμένει τη μαμά κατσίκα να γυρίσει. Ακούει λοιπόν το σύνθημα και αναμένει την επόμενη ευκαιρία...
Πράγματι σε μια βδομάδα η μαμά κατσίκα πρέπει να ξαναπάει στην πόλη και επαναλαμβάνει στα μικρά τι πρέπει να θυμούνται...
Ο λύκος μόλις την βλέπει να φεύγει, πάει, χτυπάει την πόρτα και λέει:
- Ανοίξτε μου, είμαι η μαμά κατσίκα και πιανω τα βυζιά μου.
Και τα κατσικάκια απο μέσα:
- Δεν πα να πιανεις και τα αρ... Δια σου, τώρα βάλαμε ματάκι!
Ο Γιορίκας, οδηγός μιας νταλίκας, τρέχει στην εθνική και γεμάτος χαρά τραγουδάει:
"Με λένε Γιορίκα και οδηγώ νταλίκα"
. Ξαφνικά, βλέπει μια καλόγρια να του κάνει ωτοστόπ! Σταματάει κι εκείνη τον παρακαλεί να την πάρει μαζί του. Ο Γιορίκας γλείφεται και ξαναγλύφεται κοιτάζοντας την και κάποια στιγμή της λέει:
"Τι ωραίο στήθος είναι αυτό που έχεις; μπορώ να το πιάσω λίγο;"
"Μια στιγμή τέκνο μου να δω αν το επιτρέπει η Βίβλος" λέει εκείνη.
"Όχι, όχι, απαγορεύεται" του λέει αφού την έχει ξεφυλλίσει. Εκείνος απτόητος συνεχίζει να τραγουδάει "με λένε Γιορίκα και οδηγώ νταλίκα"
. Σε λίγο της λέει ξανά:
"Τι ωραίο κυλοτάκι φοράς; μπορώ να το χαϊδέψω λίγο;"
" μια στιγμή τέκνο μου -λέει εκείνη- να δω αν το επιτρέπει η Βίβλος".
"Οχι,οχι απαγορεύεται κι αυτό"
. Ξανά το ρίχνει στο τραγούδι ο Γιορίκας! Σε λίγο της λέει:
"Τι ωραίο ποπό που έχεις, μπορώ να τον πιάσω λίγο; "
Ξανά ξεφυλλίζει η καλόγρια τη Βίβλο ψάχνοντας να βρει αν το επέτρεπε! Γεμάτη χαρά του λέει:
"Ααα, αυτό το επιτρέπει!" Κι ο Γιορίκας δεν χάνει την ευκαιρία, πιάνει τον ποπό της, κατεβαίνουν και απο το αυτοκίνητο κάνουν τη "δουλειά"
Τους και γεμάτος χαρά ξεκινάνε για τον προορισμό τους. Όταν πια έφτασαν και η καλόγρια τον χαιρέτησε, ο Γιορίκας τη ρωτάει:
"Δεν μου είπες πώς σε λένε όμως και περάσαμε τόσα πολλά μαζί!".
Και η καλόγρια απαντά:
"Με λένε Μικέ και πάω σε μασκέ!".