φρέσκα ανέκδοτα

Ο γιός του δικηγόρου αποφοίτησε απ τη Νομική και πάει να πιάσει δουλειά στο γραφείο του πατέρα του.
- Πατέρα, τώρα στην αρχή, πρέπει να μου δώσεις μερικές υποθέσεις σου, να τις διαχειρίζομαι εγώ, του λέει, μέχρι να πιάσω δική μου πελατεία.
Ο πατέρας του δίνει δυο-τρεις υποθέσεις να πορευτεί και σε 2 μήνες πάει ο γιος στον πατέρα και τους ζητάει κι άλλες.
- Καλά, εκείνες που σου δωσα, τι γίνανε; ρωτάει ο πατέρας.
- Πάνε αυτές! λέει ο γιος, με καμάρι. Τις ξεμπέρδεψα!
Και τότε ο πατέρας, δίνοντας πέντε φάσκελα στο γιο:
- Είσαι βλάκας που τις ξεμπέρδεψες!
Εγώ, 30 χρόνια τώρα, έβγαζα μεροκάματο από δαύτες!
Ο Τζώρτζ Μπους παθαίνει μπαράζ τριών εγκεφαλικών Σε μισή ώρα, και μια καρδιακή προσβολή μετά από λίγο, και πεθαίνει. Πηγαίνει στην κόλαση και βρίσκει το διάβολο, ο οποίος τον περιμένει καπνίζοντας, σκεπτικός και φανερά αγχωμένος.
- Δεν ξέρω τι να κάνω τώρα με σένα, του λέει ο διάβολος. Είσαι ο επόμενος στη λίστα μου αλλά είμαστε κλεισμένοι φουλ, δεν υπάρχει άλλος χώρος στην κόλαση. Πρέπει όμως να μείνεις οπωσδήποτε στην κόλαση, συνεχίζει σκεφτικός. Δεν τίθεται θέμα να σε αφήσουμε... Οπότε να τι θα γίνει. Έχω τρεις τύπους εδώ που ήταν κακοί, αλλά όχι τόσο ελεεινοί όσο εσύ στην επίγεια ζωή σου. Θα αφήσω έναν από αυτούς να φύγει κι εσύ θα πάρεις τη θέση του. Επειδή με βρίσκεις και στις καλές μου, θα αφήσω ΕΣΕΝΑ να αποφασίσεις ποιος φεύγει για να πάρεις τη θέση του!
Η φάση καλοάρεσε στο Μπους, και δέχτηκε αμέσως. Ο διάβολος ανοίγει το πρώτο δωμάτιο. Μέσα ήταν ο Ρίτσαρντ Νίξον σε μια μεγάλη βαθιά πισίνα με νερό. Ο Νίξον βουτούσε, κατέβαινε όσο βαθιά μπορούσε, ξανάβγαινε στην επιφάνεια ίσα-ίσα για να πάρει μια αναπνοή και ξανά βουτούσε από την αρχή. Τέτοια ήταν η μοίρα του στην κόλαση.
- Όχι, όχι! φώναξε ο Μπους. Δε νομίζω διάβολε. Από κολύμπι είμαι άσχετος, και επίσης από φυσική κατάσταση εντελώς άχρηστος οπότε αποκλείεται να το αντέχω αυτό το πράμα όλη μέρα...
Προχωράνε και ο διάβολος ανοίγει το δεύτερο δωμάτιο. Μέσα ήταν ο Τόνι Μπλαιρ, με μια σαραντάκιλη βαριοπούλα ανάμεσα σε μεγάλες ξερές πέτρες.
Καταϊδρωμένος κόκκινος και κατάκοπος κοπανούσε σπάζοντας τις πέτρες, οι οποίες ξαναφύτρωναν ασταμάτητα... Τέτοιο ήταν το χάλι του δήθεν σοσιαλιστή κομματάρχη από την Αγγλία.
- Όχι καλύτερα... Έχω αυτό το πρόβλημα με τον ώμο μου (σκεφτόταν ότι μάλλον δε θα μπορούσε καν να σηκώσει τη βαριοπούλα)... και σίγουρα θα υποφέρω αν σπάω πέτρες ασταμάτητα όλη μέρα! Πάμε για το τρίτο;
Ανοίγει ο διάβολος το τρίτο δωμάτιο. Βλέπει μέσα ο Μπους τον Κλίντον, ξαπλωμένο στο πάτωμα χαλαρό με τα χέρια πίσω από το κεφάλι, να διαβάζει εφημερίδα και να ρουφάει το καφεδάκι του. Είχε τα πόδια του ανοιχτά και από πάνω του σκυμμένη ήταν η Μόνικα Λεβίνσκι, η οποία συνέχισε να τσιμπουκώνει τον Αμερικανό πρώην πρόεδρο εντελώς ατάραχη και αρκετά παθιασμένα. Ο Μπους σάστισε από τη χαρά του για λίγο, το χώνεψε και είπε στο διάβολο ευθύς:
- Να, αυτό μου κάνει. Είμαι σίγουρος ότι θα τα πάω μια χαρά διάβολε!
Ο διάβολος χαμογέλασε, του έκλεισε το μάτι και φώναξε:
- ΟΚ Μόνικα, αρκετά κορίτσι μου... Είσαι ελεύθερη να φύγεις...
Μια φορά ήταν ένας παππούλης που έπασχε από προστάτη.
Πάει στον ουρολόγο λοιπόν κι αυτός αφού τον εξετάζει του λεει:
- Δεν είναι και τόσο σοβαρά τα πράγματα όπως φαίνεται. Πρέπει όμως να κάνουμε και μια εξέταση σπέρματος. (Του δίνει ένα αποστειρωμένο κουτάκι). Να, πάρτε αυτό και αύριο το πρωί μόλις σηκωθείτε και αφού πατε στην τουαλέτα γεμίστε το και φέρτε μου το πίσω.
- Εντάξει γιατρέ μου. Θα προσπαθήσω. (Περιεργάζεται το μέγεθος του κουτιού). Αν και στην ηλικία μου, όπως καταλαβαίνετε, δε θα είναι και τόσο εύκολο...
- Θα τα πάτε μια χαρά, μην ανησυχείτε.
Την άλλη μέρα λοιπόν, ο παππούς προσπαθεί να επιτελέσει το ... καθήκον του. Προσπαθεί με το ένα χέρι, τίποτα. Προσπαθεί με το άλλο, τίποτα.
Προσπαθεί και με τα δύο χέρια, πάλι τίποτα.
Φωνάζει τη γυναίκα του. Προσπαθεί αυτή, βάζει όλη της τη δύναμη, τίποτα.
Προσπαθούν κι οι δυο μαζί, τίποτα.
Φωνάζουν τη γειτόνισσα να προσπαθήσει, τίποτα. Φωνάζουν και το γείτονα.
Προσπαθεί κι αυτός πάλι τίποτα.
Φωνάζουν την εγγονή της γειτόνισσας που είναι και φωτομοντέλο. Προσπαθεί κι αυτή, βάζει όλη της την τέχνη, τίποτα όμως.
Προσπαθούν ξανά όλοι μαζί, πάλι τίποτα.
Τι να κάνει κι ο καψερός ο παππούλης, πάει πίσω στο γιατρό. Του
Επιστρέφει το κουτί κλειστό και άδειο και του λεει:
- Τι να σας πω γιατρέ μου. Όλη μέρα σήμερα προσπαθούσα και δεν κατάφερα τίποτα.
Ήταν ανάγκη να σφίξετε τόσο πολύ αυτό το άτιμο το κουτί; Πέντε άτομα δεν μπορέσαμε να το ανοίξουμε...