φρέσκα ανέκδοτα

Ο 85άρης γέρος πηγαίνει στο γιατρό.
- Γιατρέ μου, μπορείς να δεις αν το σπέρμα μου είναι ακόμη γόνιμο;
Κρυφογελώντας ο γιατρός βγάζει ένα μπουκαλάκι από το συρτάρι και το δίνει στον παππούλη.
- Πάρε παππού, ρίξε λίγο σπέρμα και φέρε το για ανάλυση.
Ο γέρος φεύγει και επιστρέφει την επομένη απογοητευμένος. Αφήνει το άδειο μπουκαλάκι στο γραφείο του γιατρού και τον κοιτάζει με απελπισία.
- Τι έγινε; Ρωτάει ο γιατρός προσπαθώντας να συγκρατήσει τα γέλια του.
- Τι να σου πω γιατρέ μου. Προσπάθησα με το δεξί το χέρι, δεν έγινε τίποτα. Προσπάθησα με το αριστερό, τίποτα. Ήρθε η γυναίκα μου, με τα δύο χέρια μάταιος κόπος. Φώναξα τη γειτόνισσα προσπάθησε η δόλια με τα χέρια, με το στόμα αλλά τίποτα. Το γαμημένο το μπουκαλάκι δεν άνοιγε.
Ο Μήτσος καθόταν στο τραίνο και απέναντι καθόταν μια ξανθιά κούκλα που φορούσε ένα μίνι.
Όσο κι αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να μην κοιτάει.
Με πολύ χαρά ανακάλυψε ότι δεν φορούσε εσώρουχο.
Όταν τον κατάλαβε η ξανθιά του λέει:
- Κοιτάς το μ... μου;
- Ναι, με συγχωρείς, αλλά ...
- Καλά, κοίτα, έχει πολλά ταλέντα, θα σου στείλει ένα φιλάκι
Πράγματι το μ... του στέλνει ένα φιλάκι.
Ο Μήτσος έκπληκτος θέλει να μάθει τι άλλο μπορεί να κάνει.
- Μπορεί ακόμα να ανοιγοκλείνει σαν μάτι.
Ο τύπος παρακολουθεί έκθαμβος να το κάνει.
- Έλα κάτσε δίπλα μου, του λέει.
Φυσικά ο Μήτσος δέχεται.
Τότε του λέει η ξανθιά:
- Μπορείς να βάλεις δυο δάκτυλα μέσα;
Και απαντά τρελαμένος:
- Μα τι λες; Μπορεί και να σφυρίζει;
- Πόσοι δικηγόροι χρειάζονται για να αλλάξουν μια καμμένη λάμπα;
- Το πρώτο συμβαλλόμενο μέρος, επίσης γνωστό ως "Δικηγόρος", και το δεύτερο συμβαλλόμενο μέρος, επίσης γνωστό ως "λάμπα", άμεσα και δια τούτου, συμφωνούν σε μια διεξαγωγή εν τη οποία το δεύτερο συμβαλλόμενο μέρος θα αφαιρεθεί από την παρούσα του θέση ως αποτέλεσμα της αποτυχίας να λειτουργήσει σύμφωνα με προηγουμένως συμφωνηθέντα καθήκοντα, π. Χ. φωτισμό, διασαφήνιση και με άλλους τρόπους φωταψίας του περιοχής που εκτείνεται από την μπροστινή (βόρεια) πόρτα, διαμέσου της εισόδου, τερματιζομένης σε μια περιοχή ακριβώς μέσα στην κύρια περιοχή κατοικίας, που ορίζεται από την αρχή του τάπητος, και όποιος πλεονάζων φωτισμός αποτελεί επιλογή του δεύτερου συμβαλλόμενου μέρους και δεν αποτελεί απαίτηση της προαναφερθείσας συμφωνίας ανάμεσα στα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Η προαναφερθείσα διεξαγωγή αφαίρεσης θα συμπεριλάβει, χωρίς να περιοριστεί, τα ακόλουθα. Το πρώτο συμβαλλόμενο μέρος θα, με ή χωρίς ανύψωση κατά επιλογή του, με τη χρήση μέσων όπως μια καρέκλα, μια σκάλα, ενός σκαμνιού ή οποιουδήποτε άλλου μέσου ανύψωσης, πιάσει το δεύτερο συμβαλλόμενο μέρος και θα το περιστρέψει με φορά αντίθετη των δεικτών του ρολογιού, και αυτό το σημείο προσφέρεται χωρίς διαπραγματεύσεις. Από την στιγμή που το δεύτερο συμβαλλόμενο μέρος θα είναι πλήρως αποσπασμένο από τη θήκη, το πρώτο συμβαλλόμενο μέρος έχει την επιλογή να κάνει έξωση στο δεύτερο συμβαλλόμενο μέρος κατά τρόπο σύμφωνο με όλους τους σχετικούς τοπικούς, εθνικούς και διεθνείς νόμους. Μόλις ο διαχωρισμός και η έξωση έχουν επιτευχθεί, το πρώτο συμβαλλόμενο μέρος έχει την δυνατότητα να ξεκινήσει την εγκατάσταση. Η εγκατάσταση που προηγουμένως ειπώθηκε, θα λάβει χώρα κατά τρόπο σύμφωνο με την αντιστροφή των διαδικασιών που είχαν περιγραφεί στο πρώτο βήμα αυτού του ίδιου κειμένου, επιστώντας την προσοχή στο σημείο ότι η περιστροφή θα πρέπει να διεξαχθεί κατά την φορά των δεικτών του ρολογιού, σημείο που επίσης δεν τελεί υπό διαπραγμάτευση. Τα παραπάνω βήματα μπορούν να πραγματοποιηθούν, κατά επιλογή του πρώτου συμβαλλόμενου μέρους, από όποιο ή όλους τους εξουσιοδοτημένους από αυτό, με αντικειμενικό σκοπό την μεγαλύτερη δυνατή πρόσοδο της Σύμβασης.
Μια φορά ένας Έλληνας μετά από χρονια δουλειάς στην Κεντρική Αφρική, αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Ο μαύρος υπηρέτης του, μετά από τόσα χρόνια τον αγαπούσε, και αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα να τον βρει.
Καθώς ήταν στο αεροπλάνο, ρωτάει την αεροσυνοδό:
- Πού μένει ο κύριος Γιάννης;
- Ποιός κύριος Γιάννης; ρωτά αυτή.
Νευριάζει ο μαύρος, την τρώει.
Φτάνει στο αεροδρόμιο, ρωτάει έναν περαστικό:
- Πού μένει ο κύριος Γιάννης;
- Ποιός κύριος Γιάννης; Που να ξέρω ρε φίλε;
Τον πιάνει, τον τρώει και αυτόν!
Γίνεται το ίδιο 5-6 φορές, μέχρι που πετυχαίνει έναν ταξιτζή γείτονα του κυρ-Γιάννη, οπότε και ο ταξιτζής τον πηγαίνει στο πρώην αφεντικό του.
Φτάνουν, χαίρεται ο υπηρέτης που επιτέλους τον βρήκε, τον αγκαλιάζει και του λέει:
- Επιτέλους ρε αφεντικό! Τον κόσμο όλο έφαγα για να σε βρώ!