φρέσκα ανέκδοτα

Ο μικρός Βορειοηπειρώτης πάει για πρώτη μέρα στο ελληνικό σχολείο.
"Εδώ που ήρθες", του λέει η δασκάλα, "είναι Ελλάδα! Η πατρίδα σου. Δεν έχεις να φοβηθείς τίποτε πια. Είσαι Έλληνας και έτσι πρέπει να νιώθεις. Ούτε να λες ότι ονομάζεσαι Αλτίμ.
Αλέκος θα λες ότι ονομάζεσαι, εντάξει;".
"Εντάξει", λέει ο Αλέκος.
"Είμαι Έλληνας, με λένε Αλέκο και δεν έχω να φοβηθώ τίποτε"! Φεύγει μετά το σχολείο, λοιπόν, αλλά αντί να πάει στο σπίτι, μπλέκει με μπάλα, κάνει τα ρούχα του χάλια, τα γόνατά του επίσης και μαζεύεται στις δέκα η ώρα σπίτι του. Τον βουτάει η μάνα και του τις βρέχει για τα καλά! Τη βρίζει η Αλεκάρα τη μάνα
Του, τις τρώει και από τον πατέρα του. Την άλλη μέρα, τον βλέπει η δασκάλα και τον ρωτάει:
"Τι έπαθες, Αλέκο μου; Ποιος σε χτύπησε;".
Και ο Αλέκος:
"Τίποτε σοβαρό, κυρία. Απλώς χθες βράδυ μου την... έπεσαν κάτι Αλβανοί"!
Είναι ένας τύπος ο οποίος έβλεπε κάθε βράδυ στον ύπνο του συνεχώς το ίδιο όνειρο:
Οκτώ άλογα να τρέχουν Σκέφτεται αυτό δεν είναι τυχαίο σίγουρα είναι κάποιο σημάδι. Παίρνει λοιπόν
Την μεγάλη απόφαση. Σηκώνει όλες του τις καταθέσεις, πουλάει το σπίτι του, τις μετοχές του, τα χωράφια του και αποφασίζει να κατέβει στην Αθήνα.
Παίρνει τηλ. στον σταθμό να κλείσει εισιτήριο για το τρένο. Του δίνουν εισιτήριο για το τρένο που φεύγει στις οκτώ, στο οκτώ βαγόνι, θέση οκτώ. Φτάνει στην Αθήνα, παίρνει ταξί για το ξενοδοχείο, βλέπει το νούμερο απο το ταξί, ήταν το οκτώ. Κλείνει δωμάτιο στο ξενοδοχείο, του δίνουν ένα δωμάτιο στον όγδοο όροφο, το δωμάτιο νούμερο οκτώ.
Ξυπνάει το πρωί ,αφού είχε δει ξανά στον ύπνο του το ίδιο όνειρο, οκτώ άλογα ... και 100% τις 100% σίγουρος πια, πάει καρφί στον ιππόδρομο. Ποντάρει όλα τα χρήματα του στην όγδοη ιπποδρομία στο άλογο που έτρεχε στον όγδοο διάδρομο. Γίνετε λοιπόν η ιπποδρομία και το άλογο που πόνταρε βγαίνει..
Όγδοο
Ο μικρός και ο γείτονας!
Ήταν ένας μικρός που έπαιζε στην αυλή του σπιτιού του με μια μπάλα.
Ξαφνικά του πέφτει στην διπλανή αυλή. Έτσι πήγε να την πάρει.
Φτάνοντας στην αυλή λέει στον γείτονα:
"Μπορώ να πάρω την μπάλα μου;"
Ο γείτονας του λέει:
"Φυσικά αλλά πρόσεχε"
Παρατηρώντας ο μικρός την αυλή λέει:
"Τι είναι αυτό;"
Και ο γείτονας απαντάει:
"Ένα ποτιστήρι."
"Αχα χα χα ο πατέρας μου έχει 3.",λέει ο μικρός και φεύγει
Μετά από λίγο του ξαναπέφτει η μπάλα και πηγαίνει να την πάρει.
"Μπορώ να την πάρω; ",λέει ο μικρός
"Ναι!", απαντάει ο γείτονας
Ξανακοιτώντας την αυλή λέει : Τι είναι αυτό;"
"Τσάπα.", λέει ο γείτονας
"Α χα χα χα ο πατέρας μου έχει 3!"
Ο γείτονας άρχισε να νευριάζει.
Μετά από λίγο του ξαναπέφτει και όταν πήγε ο γείτονας κατουρούσε και του λέει:
" Ξέρεις τι είναι αυτό; Πουλάκι. Μην μου πεις ότι ο πατέρας σου έχει 3;"
Και απαντάει ο μικρός:
"Όχι αλλά είναι 3 φορές αυτό!"
Οι πόντιοι Κωστίκας και Γιωρίκας αποφασίζουν να ανοίξουν ένα κρεοπωλείο. Ανοίγουν λοιπόν το μαγαζί και περιμένουν την πελατεία.
Λέει ο Γιωρίκας στον Κωστίκα:
- Ρε συ Κωστίκα, Δε θα ήταν καλύτερα να κάνουμε μια προπόνηση για να δούμε πως θα μιλάμε στους πελάτες;
- Δίκιο έχεις ,απαντάει ο Κωστίκας.
-ʼκου τι θα κάνουμε, εσύ θα βγεις έξω και θα ξαναμπείς για να παραγγείλεις σαν να είσαι πελάτης, εντάξει;
- Εντάξει, απαντά ο Κωστίκας και βγαίνει έξω.
Ξαναμπαίνει μετά από δυο λεπτά και λέει:
- Καλημέρα.
- Καλημέρα, πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;
- Θα ήθελα μια πορτοκαλάδα, απαντά ο Κωστίκας.
- Τι πορτοκαλάδα ρε βλάκα, κρεοπωλείο είμαστε όχι καφενείο. Βγες έξω και ξαναδοκίμασε.
Πράγματι βγαίνει έξω και ξαναμπαίνει.
- Καλημέρα σας.
- Καλημέρα σας, τι θα θέλατε;
- Θα ήθελα μια πορτοκαλάδα.
Ο Γιωρίκας σταλμένος τελείως αρχίζει να τον βρίζει.
- Τι λες, μωρέ πανηλίθιε, βλάκα τόσο κόπανος είσαι; Δεν γίνεται έτσι δουλειά, λοιπόν θα κάνεις εσύ τον καταστηματάρχη και εγώ τον πελάτη.
Βγαίνει έξω ο Γιωρίκας και ξαναμπαίνει μετά από λίγο.
- Καλημέρα σας, θα ήθελα μισό κιλό κιμά.
- Τα μπουκάλια τα έφερες;
Ένας πωλητής από τηλεφώνου τηλεφωνεί σ έναν υποψήφιο πελάτη και λέει :
- Αγαπητέ μου κύριε, έχουμε τη χαμηλότερη τρυφά υπεραστικών τηλεφωνημάτων, ξέρετε, απ αυτά που λαμβάνουν χώρα μόλις καθίσετε στο τραπέζι να φάτε.
- Αντε μπράβο. λέει ο υποψήφιος πελάτης. Για δες σύμπτωση. Και ήθελα να γραφτώ στο πρόγραμμά σας «Μια δεκάρα το λεπτό».
- Τότε να πάρω τα στοιχεία σας, λέει ο πωλητής.
- Ναι και όσο θα γράφεις εσύ, για πες μου, πότε θα πάρω την πρώτη επιταγή;
- Ποια επιταγή; απόρησε ο πωλητής.
- Αφού λέτε «Μια δεκάρα το λεπτό», σε ρωτάω πότε θ αρχίσω να πληρώνομαι.
- Δεν καταλάβατε, λέει ο πωλητής. Δε σας πληρώνουμε...
- Ε τότε είναι απάτη, φωνάζει ο υποψήφιος πελάτης.
- Αφήστε με να σας εξηγήσω, προσπαθεί να τον ηρεμήσει ο πωλητής.
Μετά από μακριά συζήτηση, κατάλαβε ο πελάτης και λέει:
- Τι γίνεται με εκείνο το πρόγραμμά σας, το «Φίλοι και οικογένεια»; Μπορώ να γραφτώ εκεί; Πάντα ήθελα ένα... αδελφό!