Skip to main content
Μία μέρα σε ένα στρατόπεδο κάπου στο πουθενά ο διοικητής της Μονάδας ειδοποιείται από το ΥΠΕΘ ότι ο υπουργός Κος Aκης Τσοχατζόπουλος θα περάσει για έλεγχο την επόμενη μέρα Σάββατο αιφνιδίως!
Πανικόβλητος ο διοικητής βγαίνει έξω και καλεί προσκλητήριο να δει ποιος έχει μείνει μέσα για το Σαββατοκύριακο για να βάλει κάνα φαντάρο της προκοπής σωματαρά στην Πύλη να υποδεχθεί τον κ. Τσοχατζόπουλο...
Τι να δει... όλοι χάλια, άρρωστοι, άπλυτοι, ξερακιανοί, μαστουρωμένοι εκτός ενός γίγαντα που είναι στην εντέλεια!
- Έλα δω παιδί, μου πως λέγεσαι;
- Στρατιώτης Πεζικού Γιωρίκας Τζιτζιρίδης κύριε διοικητά!
- Εύγε νέε μου... Αύριο πρωί πρωί εσύ θα πάς στην πύλη να την φυλάς και να με ειδοποιήσεις όταν φτάσει ο Τσοχατζόπουλος...
- Μάλιστα κύριε διοικητά!... Την άλλη μέρα 7 το πρωί ο Γιωρίκας στην εντέλεια στην πύλη άγρυπνος σκοπός! Κατά τις 7.30 χτυπάει το τηλέφωνο.
- Πυλη - μαλιστα;
- Έλα Γιωρίκα παιδί μου ο διοικητής είμαι! Ήρθε ο Τσοχατζόπουλος;
- Οχι κυριε διοικητα!
- Καλά θα σε ξαναπάρω...
Κατά τις 8.30 ξαναχτυπαει το τηλέφωνο...
- Μαλιστα;
- Έλα Γιωρίκα παιδί μου ο διοικητής είμαι πάλι! Ήρθε ο Τσοχατζόπουλος;
- Όχι ακόμα κυριε διοικητά!
- Καλά θα σε ξαναπάρω...
Κατά τις 10.30 χτυπάει πάλι το τηλέφωνο...
- Ναι ποιος είναι;
- Έλα Γιωρίκα παιδί μου ο διοικητής είμαι και πάλι. Τι γίνεται; Ήρθε ο Τσοχατζόπουλος;
- Τίποτα ακόμα κύριε διοικητά!
- Καλά θα σε ξαναπάρω...
Κατά τις 12.30 για μια ακόμα φορά χτυπαει το τηλέφωνο... Ο Γιωρίκας ψιλοζαλισμένος από τον ήλιο απαντάει...
- Εμπρός;
- Έλα ρε Γιωρίκα ο Διοικητής είμαι το κέρατό μου! Ήρθε ο Τσοχατζόπουλος;
- Μπααααααα όχι... κυριε Διοικητά!
- Καλά...
Κατά τις 3.30 o διοικητής ξαναπαίρνει τηλέφωνο. Ο Γιωρίκας κομμάτια τον έχει ψιλοπάρει τον υπνάκο...
- Ζζζζζζζζ... ναιιιιιιι;
- Έλα ! Ηρθε αυτός ο Τσοχατζόπουλος;
- Eμμμμμ μπαααααααα κύριε Διοικητά!
- Καλά θα σε ξαναπάρω...
Πάνω που κοιμότανε όρθιος ξαφνικά κατά τις 4 το μεσημέρι σκάει μια αυτοκινητάρα και σταματάει μπροστά στην πόρτα...
- ΖΖζζζζ παρακαλώ τι θέλετε; λέει ο Γιωρίκας στον οδηγό...
- Έλα νέος ήρθε ο Τσοχατζόπουλος, του λέει ο οδηγός...
- Που είναι ρε; λέει ο Γιωρίκας...
- Πίσω ρε μεγάλε, του λέει ο οδηγός.
Πάει ο Γιωρίκας χτυπάει το τζάμι, ανοίγει ο Τσοχατζόπουλος...
- Δε μου λες, λέει ο Γιωρίκας, εσύ είσαι ο Τσοχατζόπουλος;
- Ναι, λέει ο Τσοχατζόπουλος, εγώ είμαι, θέλεις κάτι;
- Βγές ρε μαλ*** από το αυτοκίνητο και πήγαινε άλλαξε γιατί σε ψάχνει ο διοικητής από το πρωί και θα σε γαμ*** !
Ένας μπαίνει στο εξεταστήριο ενός γιατρού τύφλα στο μεθύσι, τρικλίζοντας και διπλωμένος στα δυο κυριολεκτικά, σωριάζεται κάτω.
Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δεν μπορούσε γιατί το σαγόνι του σχεδόν ακούμπαγε στο γόνατό του, μούγκριζε και κάθε τόσο που προσπαθούσε να σηκωθεί σωριαζότανε χάμω.
- Σώσε με γιατρέ μου, τραύλισε, εγώ ήμουνα μια χαρά όταν βγήκα από την ταβέρνα, πως κατάντησα έτσι...
- Πες μου ακριβώς τι έγινε, του λέει ο γιατρός.
Να! σου λέω γιατρέ μου. Πήγα στην ταβέρνα, κοπανάω Κανά δυο μισές και όταν σηκωνόμουνα να φύγω μπαίνει στην ταβέρνα ο φίλος μου ο Μιστόκλης και καθόμαστε κάτω και φέρε και φέρε και φέρε γίναμε Ούγγροι. Σηκώνομαι και πάω στο μέρος κι εγώ ήμουνα εντάξει (γλουκ , με... Το μπαρδόν) βγαίνω από μέσα σ αυτά τα χάλια (χικ) που με βλέπεις... Γιατρέ μου, κάνε με καλά. Ο γιατρός σκύβει από πάνω του, τον ψάχνει και σε λίγο του λέει:
- Σήκω πάνω και πήγαινε στο σπίτι σου, δεν έχεις τίποτα.
Σηκώνεται αμέσως αυτός όρθιος και διαπίστωσε ότι ήταν απόλυτα καλά και λέει στο γιατρό:
- Γιατρέ μου... Να μου ζήσεις, και του φίλησε τα χέρια ο μεθυσμένος. Τι έκανες και μ έσωσες;
- Δεν ήταν τίποτα, αλλά άλλη φορά όταν πηγαίνεις στο μέρος να είσαι πιο προσεκτικός και να μην κουμπώνεις το σακάκι σου στο παντελόνι σου...
Σε απόμερο μέρος, αργά την νύχτα, ο οδηγός διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητό του "έπαθε λάστιχο" Όμως δεν είχε μαζί του γρύλο.
Μέσα στην μαύρη απελπισία του, και στο μαύρο σκοτάδι βλέπει ένα φως.
- Θα χτυπήσω, σκέφτηκε, μήπως και έχουν αυτοί.-Και αν δεν έχει;-Και τι έγινε εγώ θα ρωτήσω.
- Κι αν με βρίσει που είναι αργά;-Ναι, αλλά δεν έχω άλλη επιλογή; Και συνεχίζοντας να προχωρεί προς το φως κάνει χίλιες δυο υποθέσεις.
- Κι αν δεν έχει καν αυτοκίνητο;
- Κι αν είναι κανένας αγριάνθρωπος;
- Κι αν δεν είναι καν εκεί;
- Κι αν δεν μου το δώσει;
- Κι αν κοιμάται βαριά, και δεν με ακούσει;
- Κι αν, κι αν... Κάποια στιγμή φθάνει, κτυπάει, η πόρτα ανοίγει, κι απευθυνόμενος σε ένα νεαρό άνδρα του λέει:
- Ρε άντε στο διάολο, και εσύ και ο γρύλος σου!
Ήταν που λέτε ένας χωριάτης που ζούσε στο βουνό. Μια μέρα άκουσε ότι έρχεται ενα τσίρκο στην κοντινή πόλη. Αποφασίζει να πάει με έναν φίλο να δούνε το θέαμα.
Πηγαίνουν εκεί, οπότε σε κάποια φάση ακούνε τον παρουσιαστή να κάνει την εξής ανακοίνωση:
- Σήμερα είναι μία πολύ σημαντική βραδιά για όλους μας. Απόψε είμαστε όλοι πολύ χαρούμενοι που έχουμε την τιμή να φιλοξενούμε στο τσίρκο τον ΜΕΓΑΛΟ ΜΑ*ΑΚΑ!
Και ταυτόχρονα καρφώνονται όλοι οι προβολείς στον τύπο. Και φυσικά όλοι γυρνάν και τον κοιτάζουν.
- Μπα, σκέφτεται αυτός, σύμπτωση θα ήταν. Δεν θα εννοούν εμένα. Κάθε βράδυ θα το κάνουν αυτό σε καινούργιο θύμα...
Πάει την επόμενη ξανά στο τσίρκο, πάλι τα ίδια. Καρφώνονται οι προβολείς επάνω του και ο παρουσιαστής φωνάζει:
- Έίμαστε πολύ χαρούμενοι που φιλοξενούμε και πάλι στο τσίρκο μας τον ΜΕΓΑΛΟ ΜΑ*ΑΚΑ!
Εκνευρίζεται ο φίλος μας, και αναλογίζεται ότι δεν είναι δυνατόν να εννοούν αυτόν.
Πάει και τρίτο βράδυ, πάλι τα ίδια!
- Έχουμε την τιμή να έχουμε μαζί μας τον ΜΕΓΑΛΟ ΜΑ*ΑΚΑ!
Στεναχωριέται ο φίλος μας και σκέφτεται ότι κάτι πρέπει να κάνει. Του προτείνει ο φίλος του να πάει να γραφτεί σε ένα πανεπιστήμιο στην Αγγλία, για να μορφωθεί και να ξέρει τι να απαντήσει στον παρουσιαστή.
Πάει αυτός στην Αγγλία και σπουδάζει Φιλοσοφία, Ιστορία, Νομική, Ιατρική, Φιλολογία. Για πολλά χρόνια συναναστρέφεται μόνο με μορφωμένους και συσσωρεύει γνώσεις!
Στην συνέχεια πάει στο Θιβέτ και ασκείται. Φτάνει στο επίπεδο να μπορεί να μείνει νηστικός για 100 μέρες, να μπορεί να κρατήσει την αναπνοή του για 2 ώρες, και να μπορεί να πετάξει!
Μετά από καμιά εικοσαριά χρόνια επιστρέφει στο χωριό του, και μαθαίνει ότι θα ξανάρθει το τσίρκο στην πόλη.
Με όλη την γνώση και την σοφία που έχει αποκτήσει, αποφασίζει να πάρει τον φίλο του και να πάνε, για να τους δείξει ότι δεν είναι μεγάλος μαλάκας, και ότι έκαναν λάθος.
Μόλις κάθεται στην θέση του ακούει τον, γερασμένο πια, παρουσιαστή να λέει:
- Κυρίες και κύριοι! Δεν μπορώ να κρύψω την συγκίνησή μου! Έχουμε και πάλι μαζί μας, μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια, ανάμεσά μας τον ΜΕΓΑΛΟ ΜΑ*ΑΚΑ.
Συγχρόνως οι προβολείς πέφτουν πάνω στον φίλο μας, οπότε αυτός, με όλη την τεράστια σοφία που έχει αποκτήσει, σηκώνεται και λέει:
- Μα*άκας είσαι και φαίνεσαι, ρε πο*στη!