φρέσκα ανέκδοτα

Ένα αντρόγυνο στην κλινική, η γυναίκα γεννάει. Ο μπαμπάς γεμάτος χαρά.
Γεννάει η γυναίκα, το παιδί είναι αγόρι. Χαρά ο μπαμπάς, ο γιος έτσι ο Γιος μου αλλιώς, που όταν μεγαλώσει τις γυναίκες θα τις ... και Άλλα τέτοια.
Φτάνει ο γιος 4 χρονών και είναι απόκριες. Τι θέλεις αγόρι μου να σου πάρω Για τις απόκριες; ρωτάει τον γιο του. Απαντάει ο γιος: μπαμπά θέλω να μου Πάρεις μια φούστα. Ο μπαμπάς μένει με ανοιχτό το στόμα. Τι να κάνεις γιε Μου την φούστα τον ρωτάει, τι θέλεις να ντυθείς; Μπαμπά του Λέει θέλω να ντυθώ Bibibo. Βibibo; Έμφραγμα ο μπαμπάς. Το αγόρι μου, ο Αντράκλας μου, δεν το πιστεύω. Του χρόνου τις απόκριες λέει ο γιος Στον μπαμπά του. Μπαμπά θέλω να μου πάρεις κάτι για τις απόκριες. Τι θέλεις Γιε μου, λέει ο μπαμπάς, ότι θέλεις θα σου πάρω. Μπαμπά λέει ο γιος θέλω Να μου πάρεις μια ξανθιά περούκα. Ξανθιά περούκα, τι να την κάνεις γιε Μου; Ε να μπαμπά θέλω να ντυθώ Barbie.
Barbie; δεν είναι δυνατόν ο γιος μου ο αντράκλας μου. Περνάει και αυτό.
Τον επόμενο χρόνο τις απόκριες πιάνει ο πατέρας τον γιο του και τον Ξαναρωτάει τι θέλει για τις απόκριες. Λέει ο γιος στον μπαμπά του: μπαμπά Φέτος θέλω να μου πάρεις ένα σπαθί. Μόλις το ακούει ο μπαμπάς πηδάει από Την χαρά του. Σπαθί θέλεις γιε μου, του λέει, θα σου πάρω το μεγαλύτερο Σπαθί Που υπάρχει. Για πες μου όμως τι θέλεις να ντυθείς και μου ζητάς σπαθί;
Απαντάει και ο γιος:
> > > > Ζ η ν α.
Ήταν ένα ωραίο Κυριακάτικο πρωινό στο γκολφ της Γλυφάδας και δυό κομψές νεαρές κυρίες παίζανε συζητώντας και χασκογελώντας.
Δεν καλοξέρανε βέβαια το άθλημα και βαράγανε στο γάμο του Καραγκιόζη. Κάποια στιγμή χτυπάει μια δυνατή μπαλιά η μια και η μπαλιά προσγειώνεται με φόρα πάνω σε ένα γκρουπ ανδρών που παίζανε στην επόμενη τρύπα.
- Αααααχ, ακούγεται μια φωνή πόνου και ένας φουκαράς κουλουριάζεται πιάνοντας με τα δυό του χέρια το επίμαχο σημείο του σώματός του και σφαδάζοντας στο έδαφος.
- Χίλια συγγνώμη κύριε, λέει η κοπέλα τρομοκρατημένη πλησιάζοντας αμέσως τον άτυχο παίκτη, δεν το ήθελα. Αφήστε με να σας βοηθήσω.
- Δεν πειράζει δεσποινίς, δεν είναι τίποτα θα μου περάσει, ψέλλισε ανάμεσα σε βογκητά ο άνθρωπος που είχε γίνει κατακόκκινος από τον πόνο και εξακολουθούσε να μένει στη στάση του εμβρύου.
- Μα σας παρακαλώ, επέμενε η γκόμενα, αφήστε με να σας κάνω ένα μασάζ να σας ανακουφίσω, είμαι νοσοκόμα και ξέρω από αυτά.
Και χωρίς άλλη κουβέντα, σκύβει επάνω του, αποκρίνει απαλά τα χέρια του, χαλαρώνει το παντελόνι και βάζοντας και τα δύο της χέρια μέσα αρχίζει να του κάνει ένα απαλό μασάζ σε όλη την περιπαπάριο περιφέρεια.
- Πως αισθάνεστε τώρα; τον ρωτάει μετά από 2-3 λεπτά τρίψιμο.
- Υπέροχα δεσποινίς μου, απαντά ο τραυματίας, αλλά ο αντίχειράς μου ακόμα με πεθαίνει.
Ήταν δυο ψείρες οι οποίες συναντήθηκαν στον αφαλό μιας ψηλής γυναίκας. Η μία ήταν αρσενική και η άλλη ήταν θηλυκή. Τότε αποφάσισαν η θηλυκιά να πάει προς τα πάνω και η αρσενική προς τα κάτω και να συναντηθούν στο ίδιο μέρος μετά από ένα μήνα.
Αφού πέρασε ένας μήνας οι ψείρες ξανασυναντήθηκαν και άρχισε η μία να διηγείται στην άλλη τι τους συνέβη τον τελευταίο μήνα.
Η θηλυκια λέει:
- Το ταξίδι μου δεν είχε πολύ ενδιαφέρον, ανέβαινα, ανέβαινα ώσπου ξαφνικά μπροστά μου βλέπω ένα βουνό. Ανεβαίνω το βουνό και ακριβώς στο κέντρο του βουνού υπήρχε μια κερασιά. Μιας και το ταξίδι μου δεν είχε ενδιαφέρον ξαναγύρισα πίσω.
Η αρσενική λέει:
- Εμένα το ταξίδι μου είχε πολύ ενδιαφέρον. Κατέβαινα, κατέβαινα ώσπου μπροστά μου βλέπω ένα μαύρο πυκνό δάσος. Προχώραγα, προχώραγα ώσπου μπροστά μου βλέπω μια τρύπα. Μπαίνω μέσα στην τρύπα, η οποία έμοιαζε με σπηλιά να ξεκουραστώ λίγο.
Αφού ξεκουράστηκα είπα να γυρίσω πίσω. Τη στιγμή που πήγα να βγω ξαναμπήκα μέσα. Πήγαινα να βγω εγώ, έμπαινε ο δράκος. Πήγαινα να βγω, έμπαινε ο δράκος ώσπου για μια στιγμή μπαίνει μέσα και μου λέει:
- Φτου σου ρε!
Την εποχή του πολέμου το 40 , τρεις επίλεκτοι Πόντιοι κομάντος , ανέλαβαν να ανατινάξουν μία γέφυρα από την οποία θα περνούσαν Γερμανοί . Πραγματικά πηγαίνουν στη γέφυρα , και στήνουν τα εκρηκτικά . Την ώρα που το Γερμανικό τάγμα περνάει πάνω από τη γέφυρα , οι Πόντιοι την ανατινάζουν . Η αποστολή στέφεται από επιτυχία , αλλά όχι απόλυτη . Μία μερίδα Γερμανών γλιτώνει από την έκρηξη και παίρνει τους Πόντιους στο κυνήγι .
Οι Πόντιοι , ενώ έχουν πάρει προβάδισμα έναντι των Γερμανών , φτάνουν σε ένα πηγάδι . Χωρίς να το καλοσκεφτούν , πηδάνε μέσα και κρύβονται . Μετά από λίγο , καταφθάνουν και οι Γερμανοί , όπου σταματάνε πάνω από το πηγάδι και συσκέπτονται . Οι Πόντιοι μέσα στο πηγάδι , αποφασίζουν να προσποιηθούν την ηχώ των Γερμανών μπας και τη γλιτώσουν .
Ένας από τους Γερμανούς αναρωτιέται :
- Λέτε να κρύφτηκαν στο δάσος ;
- .. στο δάσος .. στο δάσος .. δάσος .. σος .. , απαντάνε οι Πόντιοι προσποιούμενοι την Ηχώ .
- Λέτε να κρύφτηκαν στο βουνό ;
- .. στο βουνό .. στο βουνό .. βουνό .. νό .. , ξαναπατάνε οι Πόντιοι .
- Η μήπως να κρύφτηκαν στο Πηγάδι ;
- .. στο βουνό .. στο βουνό .. βουνό .. νό .
Ένας παππούς κερδίζει σε ένα διαγωνισμό δύο εβδομάδες δωρεάν διαμονή σε ένα εξωτικό μέρος σε ξενοδοχείο πέντε αστέρων όλα πληρωμένα. Αφού τακτοποιήθηκε αποφάσισε να πάει να απολαύσει τον ήλιο και τη θάλασσα. Έτσι λοιπόν πηγαίνει σε μια παραλία γυμνιστών και αφού απλώνει την πετσετούλα του γδύνεται εντελώς μια και κανείς δεν τον γνώριζε σε εκείνα τα μέρη. Κάθεται ανάσκελα την πρώτη μέρα για να μαυρίσει από μπροστά. Ξάφνου βλέπει μια γυμνή θεογκόμενα να τον κοιτάζει με νόημα στο επίμαχο σημείο. Τι να κάνει κι ο παππούς του σηκώθηκε.
Η γκόμενα τον πλησιάζει και του λέει με φωνή γεμάτη πάθος και υπονοούμενα:
" με φώναξες παππού?"
"Όχι" της απαντά εκείνος σαστισμένος και ντροπιασμένος με την κατάσταση του.
"¨Εσύ μπορεί όχι αλλά με κάλεσε η "φύση" σου. Και μια και δύο καβαλάει τον παππού και του πετάει τα μάτια έξω.
Την επόμενη μέρα κατεβαίνει ξανά στην παραλία ο παππούς , γδύνεται τελείως και ξαπλώνει μπρούμυτα για να μαυρίσει από την πίσω μεριά και που ξέρεις...
Εκεί που απολάμβανε τον ήλιο του ξεφεύγει μια πορδή.
Ξάφνου τον πλησιάζει ένας αράπης και του λέει
"Με φώναξες παππού?"
"Όχι παιδί μου", του λέει ο παππούς.
"Εσύ όχι αλλά με φώναξε η "φύση" σου.
Και τότε γυρίζει ο παππούς και του λέει.
"Κοίταξε να δεις παιδί μου εμένα μου σηκώνεται μια φορά το χρόνο αλλά κλάνω τουλάχιστον δέκα φορές τη μέρα"