φρέσκα ανέκδοτα

Με 1000 κατέβαινε τον κεντρικό δρόμο μιας μικρής επαρχιακής πόλης ο Μηχανόβιος, όταν για κακή του τύχη τον σταμάτησε ένας τροχονόμος.
- Κύριε πόλισμαν, άρχισε ευγενέστατα ο τύπος, να σας εξηγήσω...
- Δεν θα μου εξηγήσεις τίποτα, τον κόβει αγριεμένος ο μπάτσος. Παρκάρισε τη Μηχανή σου και γραμμή για το τμήμα.
- Μα, ήθελα απλώς να σας πω..., συνεχίζει στον ίδιο τόνο ο κακομοίρης.
- Σκασμός και ακολούθησε με, ανένδοτος ο τροχονόμος.
Με τα πολλά, έφτασαν στο τμήμα, όπου ο τροχονόμος διέταξε τον τύπο να μπει Σ ένα κελί μέχρι να γυρίσει ο διοικητής.
Πέρασε μια ώρα, δύο, τρεις... σε κάποια στιγμή πλησιάζει ο μπάτσος το κελί Και σε μια έκρηξη αβροφροσύνης, λέει στον τύπο:
- Αντε, είσαι και τυχερός. Ο διοικητής λείπει στο γάμο της κόρης του, και Όταν γυρίσει θα έχει τα κέφια του.
- Μπα, δε νομίζω... απαντάει ο δικός σου.
Εγώ είμαι ο γαμπρός.
Μια γυναίκα καθόταν σε ένα μπαρ με τις φίλες της και έπινε το ποτό της μετά Από μια κουραστική μέρα δουλειάς, όταν ένας εξαιρετικά ψηλός, όμορφος και Φοβερά σέξι νεαρός μπήκε στην αίθουσα. Ήταν τόσο εντυπωσιακός, που η γυναίκα Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του.
Ο νεαρός πρόσεξε το επίμονο βλέμμα της και πήγε κατευθείαν κοντά της.
Πριν μπορέσει αυτή να ζητήσει συγνώμη για το επίμονο βλέμμα της, αυτός έσκυψε Μπροστά της και της ψυθήρισε στο αυτί:
"Θα κάνω τα πάντα, απολύτως τα πάντα, Οτιδήποτε θέλεις να κάνω, απολύτως τα πάντα, ασχέτως πόσο διεστραμμένο, μόνο Για 20 ευρώ, με μια προϋπόθεση".
Η γυναίκα, ρώτησε πια ήταν η προϋπόθεση. Ο νεαρός απάντησε:
"Πρέπει να μου Πεις αυτά που θέλεις να κάνω μόνο με 4 λέξεις."
Η γυναίκα σκέφτηκε την πρότασή του για λίγο, και μετά, αργά, έβγαλε από την Τσέπη της ένα χαρτονόμισμα των 20 ευρώ, το οποίο το έβαλε στο χέρι του άνδρα, Μαζί με την διεύθυνση του σπιτιού της. Τον κοίταξε έντονα στα μάτια, και Αργά, του ψυθήρισε στο αυτί...
"Καθάρισε το σπίτι μου..."
Δυο φίλοι διασχίζουν με το αυτοκίνητο τους το Τέξας, όταν τους κάνει νόημα ένας αστυνομικός να σταματήσουν. Σταματούν λοιπόν, ο αστυνομικός πλησιάζει και χτυπάει με το ρόπαλο του το τζάμι του οδηγού. Εκείνος ανοίγει το παράθυρο, και τότε ο αστυνομικός του τραβάει μια με το ρόπαλο στο κεφάλι!
- Γιατί το κανες αυτό; διαμαρτύρεται ο οδηγός.
- Ακου, φίλε, εδώ στο Τέξας, όταν ένας αστυνομικός σου κάνει νόημα να σταματήσεις, πρέπει να χεις έτοιμη την άδειά σου!
- Δεν το ξερα, λέει ο οδηγός. Δεν είμαι από δω...
Ο αστυνομικός ελέγχει τα χαρτιά του οδηγού και του τα δίνει πίσω.
Μετά πάει στο παράθυρο του συνοδηγού και του χτυπάει το τζάμι.
Εκείνος το κατεβάζει και τότε τρώει κι αυτός μια με το ρόπαλο στο κεφάλι.
- Εμένα γιατί με χτύπησες; διαμαρτύρεται.
- Για να ικανοποιήσω την ευχή σου, αποκρίνεται ο αστυνομικός.
- Ποια ευχή;
- Ξέρω πολύ καλά πως δυο χιλιόμετρα παρακάτω θα λεγες στο φίλο σου: "Ας με χτύπαγε εμένα και θα έβλεπε!"
Ήταν μια παπαγαλίνα η οποία το μόνο το οποίο ήξερε να λέει ήταν:
"Είμαι sеxy θέλεις να το κάνουμε;".
Η νοικοκυρά που την είχε, την πάει στον παπά της ενορίας και του λέει το πρόβλημα. Τότε εκείνος της λέει:
- "Φέρτην εδώ που έχω δύο παπαγάλους οι οποίοι το μόνο που κάνουν είναι να διαβάζουν τη Βίβλο. Πάει την παπαγαλίνα και όταν μένουν μόνα τους τα πουλιά λέει η παπαγαλίνα:
- "Είμαι πολύ sеxy θέλεις να το κάνουμε;"
- Λέει ο ένας παπαγάλος στον άλλον:
- "Πέτρο, πέτα τη Βίβλο, εισακούστηκαν οι προσευχές μου".
Ο Βασίλης και η γυναίκα του η Ελένη καθαρίζουν το πατάρι και βρίσκουν μια απόδειξη Απ τον υποδηματοποιό της γειτονιάς τους, για ένα ζευγάρι παπούτσια, που είχαν δώσει Για σόλιασμα. Η ημερομηνία όμως στην απόδειξη ήταν του 1989. Βάλανε τα γέλια και Προσπαθούσαν να θυμηθούν ποιος απ τους δυο είχε ξεχάσει να πάρει τα παπούτσια του Απ τον τσαγκάρη.
- Λες να τα έχει φυλάξει τα παπούτσια; ρωτάει η Ελένη.
- Μπα, μάλλον απίθανο είναι, μετά από τόσα χρόνια, λέει ο Βασίλης, αλλά αποφασίζει να Το ερευνήσει το ζήτημα.
Παίρνει την απόδειξη και γραμμή για τον τσαγκάρη. Με ύφος, σαν να μη συμβαίνει Τίποτα, δίνει την απόδειξη στον τσαγκάρη.
- Μισό λεπτό, λέει αυτός, με ύφος σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Πρέπει να ψάξω.
Πάει στο πίσω μέρος του μαγαζιού και σε δυο λεπτά επιστρέφει χωρίς τα παπούτσια.
- Εδώ είναι, ανακοινώνει θριαμβευτικά.
- Μπράβο! λέει ο Βασίλης. Ποιος να το πίστευε ότι θα ήταν εδώ, μετά από τόσο καιρό.
- Θα είναι έτοιμα την άλλη Πέμπτη, λέει ο καταστηματάρχης.
Μια φορά πηγαίνει κάποιος με το αυτοκίνητό του σ ένα σκοτεινό δρόμο.
Ξαφνικά εκεί που πηγαίνει τον πιάνει λάστιχο.
Κατεβαίνει βγάζει την ρεζέρβα του αυτοκινήτου, το κλειδί για να ξεβιδώσει το λάστιχο και πάει να βρει και τον γρύλλο.
Ψάχνει λίγη ώρα αλλά δεν τον βρίσκει, τελικά αποφασίζει να περπατήσει.
Μέχρι να βρει κάποιο σπίτι και να ζητήσει να τον βοηθήσουν.
Στον δρόμο που περπατούσε βλέπει μακριά ένα σπίτι μ ένα φως αναμμένο και παίρνει την απόφαση να πάει να ζητήσει βοήθεια . Καθώς περπατούσε σκεπτόταν διάφορα πράγματα ,δεν ήξερε αν είχαν αυτοκίνητο και αν είχαν αυτοκίνητο αν θα είχαν γρύλλο, μήπως τον παρεξηγούσαν, μήπως ήταν καμιά γυναίκα μόνη της και φοβόταν και τον πυροβολούσε και πολλά άλλα, όλα αρνητικά. Φτάνοντας λοιπόν στο σπίτι απογοητευμένος από της αρνητικές σκέψεις παίρνει την απόφαση να χτυπήσει την πόρτα. Χτυπά την πόρτα και περιμένει να του ανοίξουν. Ανοίγει λοιπόν η πόρτα, βγαίνει κάποιος κύριος και πριν προλάβει να μιλήσει του λέει ο άλλος..
- Δεν με παρατασ και εσυ και ο γρυλλοσ σου...
Ένα αντρόγυνο στην κλινική, η γυναίκα γεννάει. Ο μπαμπάς γεμάτος χαρά.
Γεννάει η γυναίκα, το παιδί είναι αγόρι. Χαρά ο μπαμπάς, ο γιος έτσι ο Γιος μου αλλιώς, που όταν μεγαλώσει τις γυναίκες θα τις ... και Άλλα τέτοια.
Φτάνει ο γιος 4 χρονών και είναι απόκριες. Τι θέλεις αγόρι μου να σου πάρω Για τις απόκριες; ρωτάει τον γιο του. Απαντάει ο γιος: μπαμπά θέλω να μου Πάρεις μια φούστα. Ο μπαμπάς μένει με ανοιχτό το στόμα. Τι να κάνεις γιε Μου την φούστα τον ρωτάει, τι θέλεις να ντυθείς; Μπαμπά του Λέει θέλω να ντυθώ Bibibo. Βibibo; Έμφραγμα ο μπαμπάς. Το αγόρι μου, ο Αντράκλας μου, δεν το πιστεύω. Του χρόνου τις απόκριες λέει ο γιος Στον μπαμπά του. Μπαμπά θέλω να μου πάρεις κάτι για τις απόκριες. Τι θέλεις Γιε μου, λέει ο μπαμπάς, ότι θέλεις θα σου πάρω. Μπαμπά λέει ο γιος θέλω Να μου πάρεις μια ξανθιά περούκα. Ξανθιά περούκα, τι να την κάνεις γιε Μου; Ε να μπαμπά θέλω να ντυθώ Barbie.
Barbie; δεν είναι δυνατόν ο γιος μου ο αντράκλας μου. Περνάει και αυτό.
Τον επόμενο χρόνο τις απόκριες πιάνει ο πατέρας τον γιο του και τον Ξαναρωτάει τι θέλει για τις απόκριες. Λέει ο γιος στον μπαμπά του: μπαμπά Φέτος θέλω να μου πάρεις ένα σπαθί. Μόλις το ακούει ο μπαμπάς πηδάει από Την χαρά του. Σπαθί θέλεις γιε μου, του λέει, θα σου πάρω το μεγαλύτερο Σπαθί Που υπάρχει. Για πες μου όμως τι θέλεις να ντυθείς και μου ζητάς σπαθί;
Απαντάει και ο γιος:
> > > > Ζ η ν α.