φρέσκα ανέκδοτα

Ο καινούργιος ιεροκήρυκας εμφανίζεται παραμονές Χριστουγέννων, στη Μητρόπολη Αθηνών, που τον διόρισαν, όπου τον καλωσορίζει ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, Του προτείνει μάλιστα να κάνει και το πρώτο κήρυγμα.
- Έχω τρακ.? λέει εκείνος.
- Κανένα πρόβλημα, λέει ο Αρχιεπίσκοπος. Υπάρχει εδώ, από τη Θεία Κοινωνία, μπόλικη μαυροδάφνη. Πιές ένα ποτήρι και ανέβα στον άμβωνα.
Έτσι και έγινε. Ο ιεροκήρυκας ανέβηκε, μίλησε και όταν τελείωσε, τρέχει με αγωνία στο Ιερό, για να ακούσει εντυπώσεις από τον κ. Χριστόδουλο.
- Πως τα πήγα;
- Καλά, μόνο που έκανες μερικά λαθάκια..
- Λαθάκια; Ποια λαθάκια;
- Ο Ηρώδης τα 14.000 παιδιά δεν τα γ***σε, τα έσφαξε! Τον Χριστό δεν τον τουφεκίσανε, τον σταυρώσανε... Όταν τελειώνουμε το κήρυγμα λέμε "Αμήν", δεν φωνάζουμε "Όλε"!
Και τελειώνοντας, κατεβαίνουμε κανονικά τα σκαλιά από τον άμβωνα, δεν κάνουμε τσουλήθρα στο κάγκελο..
Χρήστος: (με νοσταλγία) :
- Ήτανε φοβερή γυναίκα η κυρά Αντρούλλα. Στο χωριό, όλοι την αγαπούσανε, κυρίως οι άντρες (αλλιώς) δεν ξέρω γιατί. Αφού να φανταστείς κάθε μέρα τις στέλνανε λουλούδια και σοκολατάκια.
Kούλα: Α! και γιʼαυτό πέθανε ε; Απʼτο πάχος που έτρωγε κάθε μέρα σοκολατάκια.
Χρήστος: Όχι, όχι. Αφού έπαιρνε τόσα πολλά σοκολατάκια σκέφτηκε να ανοίξει μια σοκολατερί. Ξέρεις απʼαυτά τα καταστήματα που φτιάχνουν σοκολατάκια. Όταν πούλησε όλα αυτά που της στέλνανε, αποφάσισε να τα κάνει η ίδια. (Αλλιώς) Αγάπη μου τι να σου πω; Έφτιαχνε τα πιο ωραία σοκολατάκια από οποιανδήποτε άλλη στο χωριό.
Kούλα: Α! κατάλαβα. Απʼτα δικά της σοκολατάκια πάχυνε και μετά πέθανε.
Χρήστος: Όχι, όχι. Η σοκολατερί λοιπόν πήγαινε τόσο καλά που αποφάσισε να ανοίξει ένα ζαχαροπλαστείο. (Αλλιώς) Αγάπη μου τι να σου πω; Έφτιαχνε τα πιο ωραία γλυκίσματα απʼοποιανδήποτε άλλη στο χωριό. Ε όπως καταλαβαίνεις δοκίμαζε πολλά απʼτα γλυκίσματα της και γιʼαυτό πάχυνε.
Kούλα: Και γιʼαυτό πέθανε ε;
Χρήστος: Όχι, όχι. Μια μέρα τη βαρέθηκε ο πατέρας μου και την σκότωσε. Ε μα μας έσπασε τα νεύρα η γριά τόσα χρόνια.