φρέσκα ανέκδοτα

Ένας άντρας ήθελε να ξεφορτωθεί την γάτα του. Μη ξέροντας τι να κάνει, μια μέρα στο καφενείο ρωτούσε τους γύρω του! Ένας του λέει:
- Μην στεναχωριέσαι ρε φίλε, έχω εγώ την λύση! Θα πας να την αφήσεις στον διπλανό χωριό. Έτσι δεν θα μπορέσει να βρει τον δρόμο πίσω!
Πάει την άλλη μέρα στο καφενείο ο άντρας τον βλέπει ο άλλος που του έδωσε την λύση και του λέει:
- Να μην σε ρωτήσω, σίγουρα θα πέτυχε ε;
- Δυστυχώς όχι! Έκανα όλα όσα μου είπες αλλά η γάτα βρήκε τον δρόμο! απαντάει ο άντρας.
- Εντάξει μωρέ, μην ανησυχείς! Θα σου πω τι να κάνεις! Τώρα θα την αφήσεις στον Παρνασσό! Είναι σίγουρο πως δεν θα μπορέσει να γυρίσει!
Την άλλη μέρα στο καφενείο...
- Τι έγινε; Φυσικά δεν γύρισε ε;
- Γύρισε δυστυχώς, γύρισε!
- Μα καλά, πως;
- Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω!
- Μην στεναχωριέσαι. Με αυτό που θα σου πω τώρα αποκλείεται να βρει τον δρόμο! Λοιπόν, θα πας σε αυτό το χωριό. Σε εκείνο το σημείο θα συναντήσεις μια διασταύρωση. Θα στρίψεις δεξιά και θα συνεχίσεις ευθεία. Μετά θα στρίψεις αριστερά, θα πας όλο ευθεία και μετά πάλι αριστερά! Θα σου σχεδιάσω και ένα χάρτη!
Την άλλη μέρα...
- Τι έγινε ρε φίλε; Πες μου τα αποτελέσματα του περίφημου σχεδίου μου...
- Ασε ρε φίλε! Καλά που ήταν και η γάτα μαζί μου γιατί αλλιώς δεν θα έβρισκα τον δρόμο πίσω!
Ένας συλλέκτης αυτογράφων, ενώ είχε μαζέψει αυτόγραφα απ όλες σχεδόντις προσωπικότητες της εποχής του, δεν είχε καταφέρει να πλησιάσει τοΜουσολίνι και το Χίτλερ .
Ύστερα από επανειλημμένες προσπάθειες, κατάφερε στο τέλος να γίνει δεκτός από τον Μουσολίνι. Για να τον καλοπιάσει ο συλλέκτης του δείχνει την πιο ωραία σελίδα του λευκώματος του που την είχε φυλάξει για εκείνον. Κι ο Μουσολίνι, γοητευμένος γράφει:
- Ο Θεός μ έστειλε στη γη! Ο συλλέκτης χαρούμενος από την Ιταλία πηγαίνει στη Γερμανία. Ύστερα από πολλές δυσκολίες καταφέρνει να πλησιάσει τον Χίτλερ που γίνεταιέξαλλος και απειλεί να τον κλείσει φυλακή. Για να τον μαλακώσει ο συλλέκτης του δείχνει τη σελίδα που είχε γράψει ο Μουσολίνι. Ο Φύρερ την διαβάζει και παίρνοντας την πέννα του, γράφει από κάτω..
- Δεν έστειλα κανένα στη γη! -Υπογραφή:Χίτλερ.
Μια οικογένεια μόλις είχε αποκτήσει έναν παπαγάλο, ο οποίος μάθαινε να μιλάει.
Μια μέρα γυρίζει η γυναίκα στο σπίτι και βλέπει τον άντρα της να διαβάζει.
- Τι διαβάζεις εκεί; Τσοντούλες-τσοντούλες; του λέει χαριτολογώντας. το ακούει ο παπαγάλος, το αποστηθίζει.
Την άλλη μέρα βγαίνει η γυναίκα στο δρόμο κι ο γείτονας που πότιζε τη βρέχει κατά λάθος. εκείνη εξαγριωμένη του λέει:
- Τι μας βρέχεις ρε μαλακά;" το ακούει κι αυτό ο παπαγάλος το αποστηθίζει.
Μετά από δυο μέρες πάει η γυναίκα σε μια κηδεία και παίρνει και τον παπαγάλο μαζί. Βλέποντας το νεκρό ξαπλωμένο στο φέρετρο η γυναίκα λέει:
- Να του βάλεις ένα ευρώ στον κώλο να δεις για πότε θα σηκωθεί. Το ακούει ο παπαγάλος, το μαθαίνει κι αυτό.
Μετά από μια βδομάδα η γυναίκα αποφασίζει να πάει στην εκκλησία, που είχε αγιασμό και πήρε μαζί της και τον παπαγάλο, βγαίνει ο παπάς, ανοίγει το Ευαγγέλιο πετάγεται ο παπαγάλος:
- Τι διαβάζεις εκεί; τσοντούλες-τσοντούλες; ακούει ο παπάς αλλά προσπαθεί να μη δώσει σημασία, βγάζει το βασιλικό κι αρχίζει να ραντίζει αγιασμό, ο παπαγάλος:
- Τι μας βρέχεις ρε μαλακά; το ακούει ο παπάς πέφτει κάτω ξερός! κι ο παπαγάλος:
- Να του βάλεις ένα ευρώ στον κώλο να δεις για πότε θα σηκωθεί!
Ένας ρακένδυτος κι άπλυτος τύπος, αξούριστος κι αχτένιστος, σε μαύρο χάλι δηλαδή, πάει στον διευθυντή του τσίρκο που μόλις είχε φτάσει σε μία πόλη να ζητήσει δουλειά.
- Λυπάμαι φίλε μου, του λέει ο διευθυντής, αλλά είμαστε πλήρης.
- Σας παρακαλώ κ. Διευθυντά, του λέει ο τύπος. Δεν έχω ούτε ψωμί να πάρω. Για ένα κατοστάρικο κάνω ότι δουλειά θέλετε.
Ο διευθυντής του έλεγε "δεν έχω δουλειά", ο άλλος επέμενε "για ένα κατοστάρικο κάνω τα πάντα". Του ζάλισε τον έρωτα, οπότε ο διευθυντής τον
Παίρνει και τον πάει μπροστά σε ένα χοντρό κομμάτι σχοινί.
- Λοιπόν, τράβα αυτό πάνω κάτω και θα σου πω πότε να σταματήσεις. Όταν τελειώσεις, θα σου δώσω ένα κατοστάρικο. Εντάξει;
- Εντάξει, λέει ο άλλος κι άρχισε να τραβά το σκοινί.
Μετά από 2-3 ώρες έρχεται ο διευθυντής και του λέει να σταματήσει. Του δίνει ένα κατοστάρικο και του ο τύπος φεύγει.
Την άλλη μέρα, ξανάρχεται στον διευθυντή.
- Σας παρακαλώ κ. Διευθυντά, του λέει ο τύπος. Δεν έχω ούτε ψωμί να πάρω.
Για ένα κατοστάρικο κάνω ότι δουλειά θέλετε.
Ο διευθυντής επέμενε:
- Δεν έχω δουλειά.
Ο καθένας το βιολί του, οπότε ο ρακένδυτος τύπος του λέει:
- Μπορώ να κάνω ότι έκανα εχτές αλλά για ένα πενηντάρικο. Σας παρακαλώ...
- Αποκλείεται, του λέει ο διευθυντής.
- Μα γιατί; διαμαρτύρεται ο άλλος.
- Γιατί δεν μπορούμε να τραβάμε μαλα*** κάθε μέρα στον ελέφαντα!