φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν κάποτε δύο άντρες που πήραν από μία γάτα. Είχαν όμως ένα πρόβλημα: δεν ήξεραν πώς να τις ξεχωρίσουν.
Λέει λοιπόν ο ένας:
- Έχω μια ιδέα! Λέω να κόψουμε το αυτί της μίας. Έτσι θα τις ξεχωρίζουμε εύκολα...
- Πολύ καλή ιδέα!
Κόβουν λοιπόν το αυτί της μίας γάτας...
Πράγματι για λίγο καιρό τις ξεχωρίζανε πολύ εύκολα τις 2 γάτες. Όμως μια μέρα, η γάτα που είχε και τα δύο αφτιά μπλέκει σε μια σκυλομαχία και... πάει το αυτί της!
- Πω, ρε γαμώ το! Τι θα κάνουμε τώρα; Πώς θα ξεχωρίζουμε τις γάτες;
- Το βρήκα! Λέω να βγάλουμε το μάτι της μίας και έτσι θα τις ξεχωρίζουμε πολύ εύκολα.
Βγάζουν λοιπόν το μάτι της καημένης της γάτας. Για λίγο καιρό τις ξεχωρίζανε, όμως η γάτα με τα δύο μάτια έμπλεξε σε έναν γατοκαβγά και έχασε και αυτή το ένα μάτι της!
- Τι θα κάνουμε τώρα;
- Λέω να κόψουμε την ουρά της μίας γάτας. Θα τις ξεχωρίζουμε πολύ εύκολα!
Κι έτσι κόβουν την ουρά της μίας γάτας...
Για λίγο καιρό τις ξεχωρίζανε τις 2 γάτες, όμως μια μέρα ένα αυτοκίνητο πατάει την ουρά της άλλης γάτας, και της την κόβει...
- Ρε γαμώ την τύχη μου, τι θα κάνουμε τώρα;
- Ρε συ; Αφού και οι δύο είναι αρσενικές, ας κόψουμε στη μια τα μπαλάκια της.
Κόβουνε στη μία τα μπαλάκια της λοιπόν και τις ξεχώριζαν εύκολα για λίγο καιρό...
Όμως έγινε κάποια μέρα ένα ατύχημα με τον κηπουρό και κόβονται τα μπαλάκια και της άλλης γάτας...
- Τι θα κάνουμε τώρα;
- Να σου πω... Εγώ βαρέθηκα. Πάρε εσύ την άσπρη να πάρω εγώ τη μαύρη να τελειώνουμε!
Η νεαρά παρθένος θα έβγαινε ραντεβού για πρώτη φορά και συμβουλεύθηκε την γιαγιά της:
"Κάτσε εδώ κόρη μου, να σου πω εγώ για τα νεαρά αγόρια. Λοιπόν, θα προσπαθήσει να σε φιλήσει, θα σου αρέσει, αλλά μην τον αφήσεις. Μετά θα προσπαθήσει να πιάσει το στήθος σου, θα σου αρέσει, αλλά μην τον αφήσεις. Ύστερα θα προσπαθήσει να βάλει το χέρι του, ανάμεσα στα πόδια σου,θα σου αρέσει, αλλά μην τον αφήσεις. Αλλά το πιο σημαντικό, θα θέλει να ανεβεί επάνω σου και να κάνει το κέφι του. Θα σου αρέσει, αλλά μην τον αφήσεις. Θα ατιμάσει την οικογένειά μας."
Πάει, λοιπόν, στο ραντεβού η μικρά και μετά ανυπόμονα ήθελε να τα πει όλα στην γιαγιά της:
"Γιαγιά όλα πήγαν όπως ακριβώς μου τα είπες. Αλλά δεν τον άφησα να ατιμάσει την οικογένειά μας.- Όταν προσπάθησε, τον αναποδογύρισα, ανέβηκα πάνω του, και ατίμασα εγώ την οικογένειά του."
Ήταν κάποιος που του είχε γυαλίσει μια χήρα και ήθελε να την πηδήξει σκέφτηκε να πάει να τις πει πως δεν είχε που να μείνει για να τον φιλοξενήσει.
Την επομένη μέρα πάει και τη συναντάει και τις λέει πως δεν είχε που να μείνει και ακόμα την προειδοποίησε πως όταν κοιμάται παραμιλάει. Η χήρα δέχτηκε να τον φιλοξενήσει αλλά επειδή έχει μικρό σπίτι θα έπρεπε να κοιμηθεί στο ίδιο δωμάτιο με την ίδια την κόρη της και την υπηρέτρια. Το ίδιο βράδυ όταν κατάλαβε ο φίλος μας πως όλοι είχαν κοιμηθεί αρχίζει να παραμιλάει ροχαλίζοντας - θέλω να πηδήξω την κυρά θέλω να πηδήξω την κυρά. Τον ακούει η χήρα και του λέει και αυτή ροχαλίζοντας - Τι το λες και δεν το κάνεις; Τι το λες και δεν το κάνεις; Ο φίλος μας σηκώνεται πάνω και αρχίζει να πηδάει τη χήρα. Τα ακούει αυτά η κόρη και ροχαλίζοντας λέει: φύγε από τα φαρδιά και έλα στα στενά Σηκώνεται πάνω ο φίλος μας και αρχίζει να πηδάει την κόρη. Τα ακούει αυτά η υπηρέτρια και αρχίζει να λέει ροχαλίζοντας - Εμείς τα φτωχά δεν έχουμε ψυχή;
Στο σχολείο η δασκάλα:
- Παιδιά, θέλετε να παίξουμε "Παντομίμα" με παροιμίες; Θα κάνετε κινήσεις με τα χέρια και όποιος το καταλάβει πρώτος κερδίζει.
- Να κάνω εγώ πρώτος, κυρία; ρωτάει ο Γιαννάκης.
- Ναι, λέει η δασκάλα.
Σηκώνεται ο Γιαννάκης, τρέχει, τρέχει πέφτει κάτω...
- Όποιος βιάζεται, σκοντάφτει, λέει η Αννούλα.
- Μπράβο, Αννούλα, κάνε τώρα εσύ.
Σηκώνεται η Αννούλα, πηγαίνει στην πόρτα, χτυπάει, χτυπάει, τίποτε...
- Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα! λέει ο Τοτός.
- Μπράβο Τοτό, σήκω να κάνεις και εσύ.
Σηκώνεται ο Τοτός, βγάζει την τσίχλα του, πιάνει ένα δεκάρικο και την κολλάει. Μετά το πετάει ψηλά, και η τσίχλα μαζί με το δεκάρικο, κολλάνε στο ταβάνι. Ο Τοτός κοιτά ψηλά και πιάνει τα αρχίδια του.
Κανένα παιδί δεν ήξερε την παροιμία.
- Τι παροιμία είναι αυτή, Τοτέ; ρωτάει η δασκάλα.
- Μα δεν καταλάβατε ακόμα, καλέ κυρία; Κάλλιο 3 και στο χέρι, παρά 10 και καρτέρι!
Ήταν ένας λαθρέμπορος που είχε βρει ένα σπάνιο είδος σκίουρου και ήθελε να το πάει στην Αμερική.
Έπρεπε να το περάσει από 4 σύνορα και για να το κάνει αυτό το κρύβει στο παντελόνι του, με το που περνάει από τα πρώτα σύνορα αρχίζει να πηδάει, να φωνάζει, να ουρλιάζει αλλά τελικά τα περνάει. Στα 2α σύνορα τα ίδια και στα 3α τα ίδια αλλά παρ’ όλα αυτά αντέχει τον πόνο και προχωράει, ώσπου στα 4α και τελευταία σύνορα φωνάζει, πηδάει, ουρλιάζει δεν αντέχει άλλο ανοίγει το φερμουάρ και ομολογεί. Στην φυλακή συναντάει έναν συνεταίρο και αυτός τον ρωτάει.
- Καλά δεν μπορούσες να κρατηθείς λίγο ακόμα ρε φίλε; τι έπαθες;
- Κοίτα, λέει ο άλλος ,το ότι πέρασε την πο**σα μου για κλαδί και κρεμιόταν το ανέχτηκα, το ότι πέρασε τα αρχ**ια μου για καρύδια και τα ροκάνιζε το ανέχτηκα, το ότι πέρασε τον κώλο μου για σπηλιά... άντε και αυτό το ανέχτηκα αλλά ότι πήγε να βάλει τα καρύδια στην σπηλιά...