φρέσκα ανέκδοτα

Πέθανε ένας Έλληνας και πήγε στην Κόλαση.
Αφού τον καλωσόρισε ο Τοπικός Αρχι-Διάβολος Υπεύθυνος Τμήματος Δημοσίων Σχέσεων του προσέφερε μια δωρεάν ξενάγηση στα μέρη για να διαλέξει το μαρτύριο της αρεσκείας του.
Προχώραγαν και βλέπανε διάφορα, ανθρώπους μέσα σε καζάνια, ανθρώπους σε παγωμένες λίμνες και άλλα φρικτά.
Σε μια στροφή βλέπει ο Έλληνας μια ομάδα ανθρώπων μέσα σε μια λίμνη από σκατά, απέξω διάβολοι με τρίαινες τους σπρώχνανε μέσα καθώς πάσχιζαν να βγουν.
- Αυτό το μαρτύριο διαλέγω! δηλώνει πασίχαρης ο Έλληνας.
Τον οδηγεί λοιπόν ο Διάβολος σε μια λίμνη με σκατά και μέσα διάφοροι άνθρωποι καθόντουσαν χαρωποί.
Παρόλα αυτά διάβολοι δεν υπήρχαν τριγύρω.
- Ωραία εδώ δεν έχει διαβόλους;! σκέφτεται ο Έλληνας.
- Α, εδώ έχουμε τους Έλληνες, απαντά ο διάολος. Όταν κάποιος πάει να βγει από τα σκατά οι υπόλοιποι συμπατριώτες του τον τραβάνε πίσω.
Μια ξανθιά οδηγεί το αυτοκίνητο της και σε κάποιο φανάρι εμφανίζεται ο σχετικός Πακιστανός για να της καθαρίσει το τζάμι.
Το τζάμι είναι καθαρό και η κοπέλα του δίνει 50 λεπτά και του κάνει νόημα να μην το καθαρίσει.
Ο Πακιστανός ενθουσιάζεται και της λέει με σπασμένα ελληνικά:
- Κυρία, είστε πολύ όμορφη."
Η ξανθιά συνεχίζει τον δρόμο της, και στο άλλο φανάρι πάλι τα ίδια. Ο ίδιος Πακιστανός κάνει πάλι να της πλύνει το τζάμι, του δίνει πάλι 50 λεπτά, και ακούει πάλι το ίδιο κομπλιμέντο.
Αυτή η ιστορία συνεχίζεται και στα επόμενα 5-6 φανάρια...
Πάντα ο ίδιος Πακιστανός, και με το ίδιο κομπλιμέντο, οπότε η κοπέλα δεν αντέχει και του λέει:
- Κοίταξε, θα σου δώσω 5 ευρώ, αρκεί αν μου πεις πως το κάνεις και εμφανίζεσαι σε κάθε φανάρι.
- Κυρία, λέει αυτός, αν μου δώσετε 5 ευρώ, θα σας πω πως να βγείτε από την πλατεία...
Κάποιος, πεθαίνει και πάει στην κόλαση. Φανερά δυσαρεστημένος άρχισε να βρίζει επειδή πήγα εκεί και όχι στον παράδεισο. Κάποια στιγμή έρχεται ο διάβολος και του λέει:
- Μην βρίζεις εμείς εδώ περνάμε πολύ καλά.
Αυτός φυσικά απορημένος τον ρωτάει:
- Περνάτε καλά; Μα δεν έχετε φωτιές και καζάνια να βράζουν;
- Όχι όλα αυτά είναι συκοφαντίες. Πες μου οι εκδρομές σου αρέσουν;
- Μα φυσικά μου αρέσουν!
- Εμείς εδώ κάθε Δευτέρα κατεβαίνουμε εκδρομή στην γη και περνάμε ωραία. Λοιπόν τις Δευτέρες θα περνάς πολύ καλά. Πες μου τώρα το χαρτάκι σου αρέσει;
- Μα φυσικά όταν ζούσα έπαιζα συνέχεια.
- Εμείς εδώ κάθε Τρίτη και Τετάρτη παίζουμε από το πρωί μέχρι το βράδυ, Τρίτες και Τετάρτες θα περνάς πολύ καλά! Να σε ρωτήσω τώρα, την γυρνάς την φρυγανιά;
- Μα τι εννοείς;
- Ρε παιδί μου το σηκώνεις το σακάκι;
- Σε παρακαλώ διάβολε δεν σε καταλαβαίνω;
- Πώς να στο πω; Τον "παίρνεις";
- Σε παρακαλώ φυσικά και όχι!
- Ε τότε τις Πέμπτες θα έχει πρόβλημα.
Ένας τύπος έχει σχέση με κοπέλα από σπίτι.
Όλα πάνε καλά, εκτός από το ότι ο τύπος έχει πρόβλημα με την κλανοβαλβίδα του και κλάνει ασύστολα.
Αυτό τον κάνει να μην μπορεί να πάει να γνωρίσει τους γονείς της κοπέλας, επειδή ντρέπεται για το πρόβλημά του.
Από την άλλη όμως και η κοπέλα έχει πρόβλημα με τους γονείς της, οι οποίοι με το δίκιο τους θέλουν να γνωρίσουν τον φίλο της κόρης τους.
Έτσι μια μέρα, η κοπέλα πάει στον τύπο και του λέει:
- Ή θα έρθεις σπίτι να σε γνωρίσουν οι δικοί μου, ή τέλος.
- Καλά, πώς θα έλθω; Δεν ξέρεις το πρόβλημά μου;
- Tο ξέρω, αλλά κι εσύ πρέπει να κάνεις κάτι για τη σχέση μας.
Tι να κάνει κι αυτός, τελικά αποφάσισε να πάει. Πήρε τα απαραίτητα δώρα και κτυπάει την πόρτα.
Μπαίνει μέσα στο σπίτι και βλέπει μαζεμένους συγγενείς και φίλους για το χαρμόσυνο γεγονός.
Tον βάζουν και κάθεται σε μια πολυθρόνα στο σαλόνι.
Στο σπίτι υπάρχει κι ένας σκύλος ονόματι Skot, ο οποίος πάει και κάθεται κάτω από την πολυθρόνα του.
Eνώ όλα πάνε καλά, σε κάποια στιγμή του έρχεται η γνωστή ενόχληση για κλάσιμο.
Προσπαθεί να κρατηθεί αλλά μάταια. Κάνει τον αδιάφορο και την μπουμπουνάει. Αθόρυβη και μυρωδάτη...
Όλοι κρατούν τις μύτες τους και κοιτάζονται μεταξύ τους.
H μητέρα της κοπέλας είναι στην κουζίνα και κάτι ετοιμάζει όταν της έρχεται η μπόχα.
- Σκοοοοοοτ! φωνάζει στο σκυλί.
- Ωραία, λέει ο τύπος, νομίζουν ότι έκλασε ο σκύλος. Κλάνουμε ελεύθερα δηλαδή.
Kαι ξεκινάει το «πανηγύρι».
Kάθε τόσο που αμολάει και μία, η γνωστή φωνή από την κουζίνα επαναλαμβάνεται.
- Σκοοοοοοτ!
H ώρα έχει περάσει και πρέπει να φεύγει σιγά σιγά.
Όλα έχουν πάει καλά, είναι χαρούμενος για την κατάληξη της βραδιάς και σκέφτεται να ρίξει και την τελευταία και να την κοπανήσει.
Tην μπουμπουνάει λοιπόν, όλοι πιάνουν τις μύτες τους και ακούγεται πάλι η φωνή της μάνας.
- Σκοοοοοοτ! Tι περιμένεις αγόρι μου; Nα σε χέσει για να φύγεις;