Skip to main content
Πέθαναν ο Φαν Μπάστεν, ο Πελέ και ο Μαραντόνα και πηγαίνουν στον Παράδεισο. Τους υποδέχεται ο Αγ. Πέτρος και τους πηγαίνει στον Θεό.
Εκείνος τους ζητά να απολογηθούν για την ποδοσφαιρική τους ζωή.
Τον λόγο πέρνει πρώτος ο Φαν Μπάστεν:
- Εγώ Κύριε, δεν ήμουν και πολύ πιστός, πιστεύω όμως πως ήμουν πολύ καλός παίκτης και χωρίς να ζητώ την βοήθειά σου, έκανα πολλά. Ωστόσο, ποτέ δεν αρνήθηκα την ύπαρξή σου.
- Πολύ καλά. Κάθησε εκ δεξιόν μου, του λέει ο Θεός.
Δεύτερος μίλησε ο Πελέ:
- Εγώ Κύριε, πάντα ήμουν πιστός. Σε κάθε αγώνα έκανα τον σταυρό μου, διάβαζα θρησκευτικά βιβλία και με το ταλέντο που μου έδωσες πέτυχα πολλά στο ποδόσφαιρο.
- Ναι, ναι, το γνωρίζω, ήσουν πολύ καλός άνθρωπος. Κάθησε αριστερά μου, απάντησε ο Κύριος.
- Εσύ Αρμάντο; ρώτησε τον Μαραντόνα.
- Εγώ νομίζω ότι έχεις κάτσει στην θέση μου!
Ο τσακωμός...
Δυο φίλοι λοιπόν, στο δρόμο, κάτω από ένα διώροφο σπίτι, στις 2.00 μετά τα μεσάνυχτα, προσποιούνται ότι τσακώνονται υψηλόφωνα για το ποδόσφαιρο...
Για πρώτη φορά ο ιδιοκτήτης του σπιτιού βγαίνει στο παράθυρο και τους λέει ευγενικά να πάνε κάπου αλλού να τσακωθούν και να τους αφήσουν να κοιμηθούν...
Οι άλλοι για μια στιγμή σταματούν, αλλά έπειτα από λίγο πάλι τα ίδια, το βιολί βιολάκι τους...,όποτε ο άνθρωπος αγανακτεί, ανοίγει το παράθυρο και φωνάζει:
- Ρε σεις, τι θα γίνει τέλος πάντων; Σας παρακάλεσα να πάτε κάπου αλλού να τσακωθείτε και να μας αφήσετε να κοιμηθούμε, αλλά εσείς τίποτα...
Ένας απ τους δυο αναλαμβάνει την πρωτοβουλία και του λέει κάπως ευγενικά:
- Ακουστέ κύριε, ξέρετε έχουμε κάποιο σοβαρό πρόβλημα που μας απασχολεί και μόνοι μας δεν βλέπω να μπορούμε να το λύσουμε. Θα σας παρακαλούσαμε να κατεβείτε να διαιτητεύσετε, ώστε εμείς μεν να βρούμε μια απάντηση στην απορία μας και εσείς επιτέλους να μπορέσετε να κοιμηθείτε...
Ο άνθρωπος είναι έτοιμος να του βρίσει, αλλά... Μετά το ξανασκέπτεται και προκείμενου επιτέλους να μπορέσει να κοιμηθεί κάνει την ανάγκη φιλοτιμία και κατεβαίνει κάτω...
- Ορίστε, τους λέει, κατέβηκα, πέστε μου τώρα τι μπορώ να κάνω για σας...
Αυτός που μίλησε παίρνει πάλι τον λόγο..
- Ακουσε φίλε, του λέει, εγώ και ο φίλος μου έχουμε να σου κάνουμε μια πρόταση, είσαι να σε γα... Ε και να σου δώσουμε 500 χιλιάρικα;
Ο τύπος εκνευρίζεται, πετάγεται επάνω σαν ελατήριο και...
- Τι λέτε βρε αλήτες, τους λέει, γι αυτό με κατεβάσατε, και πως φανταστήκατε ότι για 500 ψωροχιλιαρικα θα κάτσω εγώ οικογενειάρχης άνθρωπος να μου κάνετε αυτή τη δουλειά;!
Ο άλλος τον αντιμετωπίζει ψύχραιμα...
- Ρε μεγάλε, του λέει, εμείς μια πρόταση σου κάνουμε, και είναι συμφέρουσα. Αν πάλι δεν θες δεν πρόκειται να χαλάσουμε τις καρδιές μας... Λοιπόν, άντε μεγάλε, επειδή σε συμπαθήσαμε σου δίνουμε όχι 500 χιλιάρικα αλλά 15 εκατομμύρια... Είσαι;
Ο άλλος πάει να τους βρίσει, αλλά μετά το ξανασκέπτεται, σου λέει δεν πρόκειται να πάθω και τίποτα σοβαρό στο κάτω-κάτω της γραφής, θα πάρω τα 15εκ., και... ούτε γάτα ούτε ζημιά, οπότε...
- Αντε μάγκες, τους λέει, δέχομαι για 15 εκ.
Τότε γυρίζει ο ένας και λέει στον άλλο:
- Ρε φιλάρα, είδες που στα λέγα; Κώλοι υπάρχουνε, λεφτά δεν υπάρχουνε!
Δύο ξανθιές, τώρα που ήρθε η άνοιξη και τα λουλούδια άνθησαν συζητούν και λέει η μία στην άλλη:
"Δεν πάμε μια βόλτα στο χωριό;"
"Καλή ιδέα"
, λέει η άλλη. Ξεκινούν λοιπόν για το χωριό. Φθάνοντας εκεί αρχίζουν να μαζεύουν λουλούδια από τους αγρούς όταν η πρώτη σκέφτεται και λέει:
"Μιας και είμαστε εδώ, ας κάνουμε και καμιά δουλειά στο κτήμα. Ας κλαδέψουμε τα δέντρα που έχουν φουντώσει".
"Εντάξει"
, λέει η άλλη. Ανεβαίνουν λοιπόν σε ένα δέντρο και καβαλούν ένα μεγάλο κλαδί που ήθελε κλάδεμα και αρχίζουν να το πριονίζουν. Το καβάλησαν όμως από την πλευρά που πριόνιζαν. Και πριόνιζαν, πριόνιζαν ... Σε λίγο περνά από κάτω μια γριά, τις βλέπει και βάζει τις φωνές:
"Καλά, χαζές είστε; Θα πέσετε να σκοτωθείτε έτσι όπως κάθεστε!"
Αυτές τίποτα. Συνεχίζουν να πριονίζουν ... Η γριά φεύγει και ξαναπερνά μετά από ώρα. Τις βλέπει πάλι στην ίδια θέση και βάζει πάλι τις φωνές:
"Μα καλά δεν καταλαβαίνετε; Θα πέσετε να σκοτωθείτε!"
Οι ξανθές όμως συνεχίζουν να πριονίζουν. Μετά από πολύ ώρα ξαναπερνά η γριά και τις βλέπει πάλι στην ίδια θέση. Βάζει και πάλι τρομοκρατημένη τις φωνές:
"Ε, είστε τελείως ηλίθιες; Θα πέσετε να σκοτωθείτε". Αυτές όμως συνεχίζουν να πριονίζουν. Μετά από ώρα, το κλαδί τελικά κόβεται και αυτές πέφτουν και "τσακίζονται"
. Σπασμένα χέρια, σπασμένα πόδια, σπασμένα πλευρά, χάλια. Τις μεταφέρουν στο ΚΑΤ. Αρχίζουν ακτινογραφίες, βάζουν γύψους, τους κάνουν χειρουργικές επεμβάσεις, και τελικά βγαίνουν από το ΚΑΤ. Αρχίζουν φυσιοθεραπείες, γυμναστική, κάθε είδους ταλαιπωρία, κλπ. Η όλη ανάρρωσή τους κρατά ένα ολόκληρο χρόνο. Όταν επιτέλους γίνονται και πάλι καλά, λέει η μία στην άλλη:
"Τώρα που είμαστε καλά, δεν πάμε πάλι στο χωριό να τελειώσουμε και το κλάδεμα που αφήσαμε στη μέση;"
"Πάμε", λέει η άλλη. Έτσι ξεκινούν για το χωριό. Όταν πλέον φθάνουν στο χωριό και πλησιάζουν το κτήμα με τα δέντρα, βλέπουν από μακριά την γριά να έρχεται. "Αμάν, το μέντιουμ", αναφωνούν
Ήταν ο Μελισανίδης (ολυμπιονίκης στην γυμναστική )με μια παρέα άλλων φίλων και έμπαινε από τα αστέρια στην γλυφάδα, 4:00 το πρωί να πάει σπίτι του.
Με το που μπαίνουν στη παραλιακή τους σταματάει η αστυνομία για αλκοτέστ...
Πάει λοιπόν ο χωροφύλακας στον Μελισανίδη και του λέει να φυσήξει στο ακροφύσιο... τσαντίζεται ο Μελισανίδης, τον αγριοκοιτάζει, μα καλά ξέρετε ποιος είμαι του λέει... Ιδέα ο χωροφύλακας... τα παίρνει στο κρανίο ο Μελισανίδης βγαίνει από το αμάξι, παίρνει 5 βήματα φόρα , τρέχει βουτιά στον αέρα, μπαμ προσγειώνεται τριπλή ανάποδη τούμπα, διπλή μπροστινή, τινάζετε εναέρια, σπαγκατ, χαμό... Τώρα με θυμάσαι του λέει... Τίποτα, χαμπάρι ο χωροφύλακας... Τσαντίζεται περισσότερο ο Μελισανίδης, 10 βήματα φορά, τρέχει, ρόδα, μια δύο τρεις κολοτούμπες στον αέρα, μπαμ προσγείωση, τρεις ανάποδες τούμπες, διπλό σπαγκατ, κατακόρυφες, της πουτάνας... Μπαμ τέλεια προσγείωση μισό μέτρο από τον χωροφύλακα...
Εν τω μεταξύ είχαν σταματήσει και άλλα αμάξια οι μπάτσοι, ήταν και δυο τύποι ψιλομεθυσμένοι τρία αμάξια πιο πίσω και παρακολουθούσαν, οπότε γυρίζει ο ένας στον άλλο...
- Μεγάλε το έχουν δυσκολέψει πολύ το αλκοτέστ δεν το περνάμε με τίποτα...