Skip to main content
Μια μέρα ο μπαμπάς του Τοτού του δίνει ένα χιλιάρικο για ψώνια. Στο δρόμο συναντάει μια καλόγρια, η οποία του ζήτησε να κάνει μια εισφορά στο μοναστήρι, και έτσι ο Τοτός της έδωσε το χιλιάρικο.
Την άλλη μέρα πέρασε μ` ένα πεντοχίλιαρο. Τον βλέπει πάλι η καλόγρια, του ζητάει το πεντοχίλιαρο και ο Τοτός το δίνει. Την τρίτη ημέρα πέρασε με ένα δεκαχίλιαρο, ενώ ο πατέρας του τον ακολουθούσε να δει που πάνε τα λεφτά. Το δίνει ο Τοτός το δεκαχίλιαρο και ενώ πήγαινε να φύγει, του λέει η καλόγρια:
- "Αν με γαμ**εις, θα σου δώσω το χιλιάρικο που μου έδωσες προχτές, πίσω."
Αρχίζει να τη γαμάει ο Τοτός οπότε αυτή, κάποια στιγμή λέει:
- "Βάλτο κι άλλο και θα σου δώσω και το πεντοχίλιαρο."
Συνεχίζει ο Τοτός και όταν στο τέλος, του δίνει και το δεκαχίλιαρο ακούγεται ο πατέρας του, που παρακολουθούσε τη σκηνή, πίσω από το δέντρο:
- "Βάλε και κανένα αρ**δι μπας και πάρουμε το μοναστήρι!"
Βγαίνει ένας τύπος από ένα μπαρ τύφλα στο μυθύσι. Περπάταγε, παραπάταγε, τρέβλιζε...
Βλέπει κάποια στιγμή μια γάτα. Μέσα στου σούρα του λέει :
"Ρε! Τι τίγρης είναι αυτή?" Μπαμ, μπουμ, κλωσιές, μπουνιές στη γάτα, πέφτει κάτω αυτή λιπόθυμη. "Ρε ο άτιμος. Την σάπισα την τίγρη."
Πάει παρακάτω και βλέπει 1 σπουργίτι.
"Ρε! Τι αετός είναι αυτός?" Μπαμ, μπουμ, το πιάνει στα χέρια του το σπουργιτάκι και το ρίχνει λιπόθυμο. "Ρε ο άτιμος. Τον έλιωσα τον αετό."
Πάει παρακάτω και βλέπει μια καλόγρια. Μπαμ, μπουμ, την ρίχνει κάτω, την κλωτσάει, την ρίχνει σ' ένα κουβά και γυρνάει και λέει μόνος του:
"Batman και μαλακίες"...
Ήταν 3 ερημίτες στην έρημο που ξεμείναν από νερό και τροφή.
Προκειμένου να πεθάνουν, χτυπάν την πόρτα ενός γυναικείου μοναστηριού.
Ανοίγει μία καλόγρια, η οποία τους λέει ότι ο μόνος τρόπος να τους αφήσουν να μπουν στο μοναστήρι, είναι να τους το κόψουνε.
Αυτοί είναι απελπισμένοι, οπότε δέχονται.
Μπαίνει ο πρώτος, ακούγεται ένα διαπεραστικό "Αααααα!" και μετά σιωπή.
Μπαίνει ο δεύτερος, ακούγονται για ώρα πολλές κραυγές "Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα!" και μετά σιωπή.
Μπαίνει ο τρίτος και πρίν του το κόψουν ρωτάει:
- Γιατί ο πρώτος που μπήκε έκανε:
"Αααααα!"
Και ο δεύτερος έκανε:
"Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα!";
- Α, του απαντάνε, γιατί ο πρώτος ήταν ξυλοκόπος και του το κόψαμε με το τσεκούρι, ενώ ο δεύτερος ήταν μαραγκός και του το κόψαμε με το πριόνι...
Αρχίζει να γελά αυτός και λέει:
- Και εγώ που είμαι παγωτατζής δηλαδή, θα μου το γλείφετε μέχρι να λιώσει;
Ο Γιορίκας, οδηγός μιας νταλίκας, τρέχει στην εθνική και γεμάτος χαρά τραγουδάει:
"Με λένε Γιορίκα και οδηγώ νταλίκα"
. Ξαφνικά, βλέπει μια καλόγρια να του κάνει ωτοστόπ! Σταματάει κι εκείνη τον παρακαλεί να την πάρει μαζί του. Ο Γιορίκας γλείφεται και ξαναγλύφεται κοιτάζοντας την και κάποια στιγμή της λέει:
"Τι ωραίο στήθος είναι αυτό που έχεις; μπορώ να το πιάσω λίγο;"
"Μια στιγμή τέκνο μου να δω αν το επιτρέπει η Βίβλος" λέει εκείνη.
"Όχι, όχι, απαγορεύεται" του λέει αφού την έχει ξεφυλλίσει. Εκείνος απτόητος συνεχίζει να τραγουδάει "με λένε Γιορίκα και οδηγώ νταλίκα"
. Σε λίγο της λέει ξανά:
"Τι ωραίο κυλοτάκι φοράς; μπορώ να το χαϊδέψω λίγο;"
" μια στιγμή τέκνο μου -λέει εκείνη- να δω αν το επιτρέπει η Βίβλος".
"Οχι,οχι απαγορεύεται κι αυτό"
. Ξανά το ρίχνει στο τραγούδι ο Γιορίκας! Σε λίγο της λέει:
"Τι ωραίο ποπό που έχεις, μπορώ να τον πιάσω λίγο; "
Ξανά ξεφυλλίζει η καλόγρια τη Βίβλο ψάχνοντας να βρει αν το επέτρεπε! Γεμάτη χαρά του λέει:
"Ααα, αυτό το επιτρέπει!" Κι ο Γιορίκας δεν χάνει την ευκαιρία, πιάνει τον ποπό της, κατεβαίνουν και απο το αυτοκίνητο κάνουν τη "δουλειά"
Τους και γεμάτος χαρά ξεκινάνε για τον προορισμό τους. Όταν πια έφτασαν και η καλόγρια τον χαιρέτησε, ο Γιορίκας τη ρωτάει:
"Δεν μου είπες πώς σε λένε όμως και περάσαμε τόσα πολλά μαζί!".
Και η καλόγρια απαντά:
"Με λένε Μικέ και πάω σε μασκέ!".
Πάει ένας στο περίπτερο και λέει στον περιπτερά:
- Θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
- 500.000 κόλλες ούχου; λέει ο περιπτερας. Εδώ είναι περίπτερο, όχι εργοστάσιο. Εχω να σου δώσω 50 κόλλες αλλά 500.000 όχι. Αν θες τόσες πολλές πήγαινε στις αποθήκες πιο κάτω και ζήτα.
Πάει λοιπόν και αυτός στις αποθήκες βρίσκει έναν υπάλληλο και του λέει:
- Θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
Λέει ο υπάλληλος:
- 500.000; Δεν έχουμε τόσες. Πήγαινε στο εργοστάσιο πιο κάτω και ζήτα όσες θες.
Πάει λοιπόν ο φουκαράς μέχρι το εργοστάσιο. Βρίσκει εκεί έναν εργάτη και του λέει:
- Θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
- Πόσες;! λέει ο εργάτης. Φίλε μου, δεν έχουμε τέτοιο απόθεμα. Αν θες τόσες πολλές πήγαινε στην Αίγινα στο μοναστήρι του Αγιου Νεκτάριου και ζήτα όσες θες.
Παραξενεμένος αυτός πάει στην Αίγινα. Πηγαίνει στο μοναστήρι, χτυπάει την πόρτα, του ανοίγει ένας μοναχός και του λέει:
- Πάτερ, θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
Του λέει ο μοναχός:
- Περίμενε.
Χτυπάει παλαμάκια ο μοναχός και εμφανίζονται μέσα σε δευτερόλεπτα μοναχές, μοναχοί, παπαδοπαίδια κουβαλώντας κασόνια με κόλλες ούχου. Του λέει λοιπόν ο μοναχός:
- Ορίστε οι 500.000 κόλλες που ζήτησες.
Παθαίνει πλάκα αυτός και γεμάτος απορία λέει στον μοναχό:
- Καλά πάτερ μου, πήγα σε αποθήκες, σε εργοστάσια, και κόλλες δεν πήρα, εσύ που τις βρήκες τόσες πολλές;
- Τέκνο μου, του λέει, ξέρεις που ήρθες; Ξέρεις τι είναι εδώ;
- Όχι, δεν ξέρω, του απαντά ο άλλος.
- Εδώ είναι του Αγιου Νεκτάριου του πολυΟΥΧΟΥ.
Μια μεγάλη χιονοστιβάδα πέφτει σε ένα μοναστήρι στις ιταλικές Άλπεις και σκοτώνει μεμιάς 75 καπουτσίνους καλόγερους!
Καλόγεροι, γαρ, πάνε, φυσικά, στον Παράδεισο. Ο Αγιος Πέτρος, όμως, παίζει ταβλάκι με ένα χερουβείμ εκείνη την ώρα και δεν αδειάζει να τους υποδεχτεί προσωπικώς. Πάει, λοιπόν, ένας άγγελος και του λέει:
- Αγιε, μόλις έφτασαν εβδομήντα πέντε καπουτσίνοι.
Και αυτός:
- Ε, και τι με νοιάζει εμένα; Όποιος τους παρήγγειλε, να τους πληρώσει!
Για το μοναστήρι και μη έχοντας άλλη επιλογή κάνει ωτοστόπ.
Σταματάει μια πολυτελής Mercedes κι ακούγεται από μέσα μια γυναικεία φωνή:
- Για το μοναστήρι, αδελφή, έμπα να σε πάω, με βγάζει ο δρόμος μου.
Μπαίνει, λοιπόν και βλέπει μια πανέμορφη ξανθιά, ωραία ντυμένη, με ακριβά
Κοσμήματα και όλα τα συναφή. Περίεργη καθώς ήταν η καλόγρια τη ρωτάει:
- Δεσποινίς μου, υποθέτω ότι αυτό το ωραίο μεταξωτό φόρεμα που φοράτε θα σας
Κόστισε ακριβούτσικα.
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Η καλόγρια βουβάθηκε και κάνει να γυρίσει από την άλλη και να σου βλέπει μια φανταστική γούνα.
- Αυτή η γούνα δεσποινίς μου, θα σας κόστισε, φαντάζομαι.
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Ενώ είχε ήδη νυχτώσει για τα καλά, έφθασαν στο μοναστήρι. Πριν κατέβει, η καλόγρια κάνει άλλη μια ερώτηση:
- Δεσποινίς μου, συγχωρήστε με άλλη μια φορά για την αδιακρισία μου αλλά θα είχα την περιέργεια να μάθω αν αυτή η Mercedes σας κόστισε πολύ;
- Μπα, ίσα-ίσα μια εβδομάδα ερωτικών βραδιών.
Η καλόγρια ευχαρίστησε την ευγενική κοπέλα και κατέβηκε από το αυτοκίνητο.
Μπαίνει μέσα στο μοναστήρι και πάει και κλείνεται στο κελί της.
Κάποια στιγμή ακούει να της χτυπάν την πόρτα.
- Ποιος είναι;
- Ανοιξε , αδελφή Μαρία, ο πατήρ Ευάγγελος είμαι.
Και απαντάει η καλόγρια:
- Πατήρ Ευάγγελε δεν πας στο διάολο κι εσύ και οι καραμελίτσες σου με γεύση μέντας;
Ένας Πόντιος καλόγερος βγαίνει με άδεια, έρχεται στην Αθήνα, γυρίζει, γυρίζει, γυρίζει και στο τέλος, κουρασμένος, κάθεται σ` ένα καφενείο. Μία κυρία απ` το διπλανό τραπέζι τον ρωτάει:
- Είσαι πραγματικός καλόγερος;
- Να σου πω: ράσα φοράω, σε μοναστήρι μένω, σε όλες τις αγρύπνιες και τις ακολουθίες πάω, νηστεύω, προσεύχομαι, έχω γέροντα. Νομίζω ότι είμαι πραγματικός καλόγερος... Εσύ τι είσαι;
- Εγώ, είμαι λεσβία... Απ` το πρωί που θα σηκωθώ μέχρι το βράδυ που θα πάω για ύπνο όλο γυναίκες σκέφτομαι. Και στον ύπνο μου όλο γυναίκες ονειρεύομαι. Και για σεξ, μόνο γυναίκες θέλω...
Μετά απο λίγο φεύγει η γυναίκα. Ο καλόγερος έχει πέσει σε σκέψεις. Ένα ζευγάρι έρχεται και κάθεται δίπλα του. Κι αυτοί σε λίγο τα ίδια:
- Είσαι πραγματικός καλόγερος;
Και ο Πόντιος καλόγερος:
- Νόμιζα ότι ήμουνα, αλλά άλλαξα γνώμη. Νομίζω, είμαι λεσβία.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια καλόγρια που είχε πάει στην πόλη για κάποιες δουλειές και έχασε το τελευταίο λεωφορείο για το μοναστήρι. Μην έχοντας άλλη επιλογή αποφασίζει να κάνει οτοστόπ.
Σταματάει μια πολυτελής Mercedes κι ακούγεται από μέσα μια γυναικεία φωνή:
- Που πηγαίνετε μοναχή;
- Για το μοναστήρι, απαντάει η καλόγρια.
- Μπές μέσα να σε πάω, της λέει η οδηγός.
Μπαίνει, λοιπόν μέσα η καλόγρια και βλέπει μια πανέμορφη ξανθιά, καλοντυμένη, περιποιημένη και με ακριβά κοσμήματα.
Η καλόγρια γεμάτη περιέργεια τη ρωτάει:
- Δεσποινίς, αν μου επιτρέπεται…. πόσο σας κόστισε αυτό το ωραίο μεταξωτό φόρεμα που φοράτε;
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Η καλόγρια αναστατώθηκε, γυρίζει από την άλλη και βλέπει μια φανταστική γούνα.
- Αυτή η γούνα δεσποινίς μου, πόσο σας κόστισε αν επιτρέπεται;
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Είχε περάσει η ώρα και πλησίαζαν στο μοναστήρι. Η καλόγρια όμως είχε λυσσάξει από περιέργεια και ήθελε πριν κατέβει να κάνει μια τελευταία ερώτηση:
- Δεσποινίς μου, συγχωρήστε με αν γίνομαι αδιάκριτη αλλά θα ήθελα να μάθω πόσο σας κόστισε αυτή η πολυτελής Mercedes που οδηγάτε.
- Μπα, ίσα-ίσα λίγες μόνο ερωτικές βραδιές.
Η καλόγρια, αν και αναστατωμένη, ευχαρίστησε την κυρία που την εξυπηρέτησε και κατέβηκε από το αυτοκίνητο.
Μπαίνει μέσα στο μοναστήρι και κλείνεται στο κελί της. Μετά από κάποια ώρα κάποιος της χτυπά την πόρτα.
- Ποιος είναι; ρώτησε η μοναχή.
- Εγώ είμαι αδελφή Τερέζα, ο πάτερ Νεκτάριος.
Και του απαντάει η καλόγρια:
- Πάτερ Νεκτάριε δεν πας στο διάολο κι εσύ και οι καραμελίτσες σου!
Ήταν μια φορά ένα αεροπλάνο, που πετούσε πάνω από τα Ιμαλάια, όταν ξαφνικά έπαθε βλάβη και έπεσε στην κορυφή του βουνού. Ένας από τους επιβάτες ξύπνησε σε ένα μοναστήρι και βλέπει από πάνω του ένα μάτσο μοναχούς. Ξεπροβάλλει ο αρχηγός τους, ο οποίος του λέει:
- Φίλε μου, θα σε ταΐσουμε, θα σε ποτίσουμε, θα σε περιποιηθούμε μέχρι να γίνεις καλά, αρκεί να μην βεβηλώσεις την παρθένα κόρη μου. Αλλιώς θα υποστείς τα τέσσερα κινέζικα βασανιστήρια..
- Εντάξει, λέει ο τύπος.
Την επόμενη μέρα λοιπόν, καθώς έκανε την βόλτα του στον κήπο του μοναστηριού, βλέπει μπροστά του την πανέμορφη, κούκλα κόρη του αρχηγού. Ε δεν άντεξε, και με διάφορες γαλιφιές κλπ. την κουτούπωσε!
Ξυπνάει λοιπόν την επόμενη μέρα αλυσοδεμένος στην στέγη του μοναστηριού, δίπλα από έναν τεράστιο γκρεμό. Διαβάζει μια ταμπέλα που λέει:
"1ο ΚΙΝΕΖΙΚΟ Βασανιστήριο: Τα χέρια σου είναι δεμένα με αλυσίδες".. Μόλις το αντιλαμβάνεται αυτό ο τύπος ξεσπάει σε γέλια, σκάφτοντας ότι αυτά για αυτόν είναι παιχνιδάκι.. Οπότε με μια κίνηση, ΤΣΟΥΠ! σπάει τις αλυσίδες..
Ύστερα, κοιτώντας πιο κάτω, βλέπει μια τεράστια κοτρόνα και μια ταμπέλα που λέει:
"2ο ΚΙΝΕΖΙΚΟ Βασανιστήριο: Μια πέτρα είναι πάνω στην κοιλιά σου". Ξεσπά ξανά σε γέλια, και με την ίδια ευκολία σηκώνει την πέτρα και την πετάει στον γκρεμό.
Κάτω όμως από την πέτρα βλέπει ένα άλλο ταμπελάκι που λέει:
"3ο ΚΙΝΕΖΙΚΟ Βασανιστήριο: Το αριστερό σου αρχ*** είναι δεμένο πάνω στην πέτρα"
. Φυσικά, για να ... σώσει την οικογένεια, πηδάει στον γκρεμό, όπου και βλέπει μια άλλη ταμπέλα που γράφει:
"4ο ΚΙΝΕΖΙΚΟ Βασανιστήριο: Το άλλο σου αρχ*** είναι δεμένο πάνω στην στέγη!"
Είναι ένα μοναστήρι στην έρημο. Ένα απόγευμα δέχεται επίθεση από κάτι ληστές Που το καταλαμβάνουν το λεηλατούν και βιάζουν τις καλόγριες. Τρέχει λοιπόν Ένας να ειδοποιήσει τους μοναχούς του πλησιέστερου μοναστηριού. Φτάνει Λοιπόν στο μοναστήρι και χτυπάει απεγνωσμένα την πόρτα.
- Θέλω να δω τον ηγούμενο θέλω να δω τον ηγούμενο!
- Τι τον θες τον ηγούμενο τέτοια ώρα;
- Θέλω να δω τον ηγούμενο θέλω να δω τον ηγούμενο!
Τον πάνε στον ηγούμενο Ηγούμενος: Τι έγινε;
- Πάτερ, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι!
Ηγούμενος: Τι, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι!
- Ναι Πάτερ, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι και το κατέλαβαν!
Ηγούμενος: Τι, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι και το κατέλαβαν!
- Ναι Πάτερ, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι, το κατέλαβαν και το Λεηλάτησαν!
Ηγούμενος: Τι, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι, το κατέλαβαν και το Λεηλάτησαν!
- Ναι πάτερ, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι, το κατέλαβαν, το λεηλάτησαν Και βίασαν τις μοναχές!
Ηγούμενος: Τι, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι, το κατέλαβαν, το Λεηλάτησαν και βίασαν τις μοναχές!
- Ναι Πάτερ, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι, το κατέλαβαν, το λεηλάτησαν Και βίασαν τις μοναχές εκτός από την αδελφή Μαρία!
Ηγούμενος: Τι, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι, το κατέλαβαν, το Λεηλάτησαν και βίασαν τις μοναχές εκτός από την αδελφή Μαρία!
- Ναι Πάτερ!
Ηγούμενος: Και γιατί εκτός από την αδελφή Μαρία;
- Εεεεε, δεν ήθελε.
Ένας δημοσιογράφος κάνει μια έρευνα για τα μοναστήρια της χώρας του. Μετά λοιπόν από αρκετό χρόνο οδοιπορικού καταλήγει σε μια μόνη, σ` ένα απομακρυσμένο μέρος, όπου δεν πατάει ψυχή. Οι μοναχοί τον υποδέχονται θερμά και τον φιλοξενούν το βράδι.
Κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα ο δημοσιογράφος σηκώνεται για να πάει στην τουαλέτα. Στο δρόμο ακούει φωνές και βογκητά από ένα κτίριο. Πλησιάζει και μένει άφωνος απ` αυτό που βλέπει. Όλοι οι μοναχοί να στέκονται όρθιοι μπροστά από μια μεγάλη τραπεζαρία, να έχουν βγάλει τις πούτσες τους πάνω στο τραπέζι και ένα ποντίκι να τρέχει γύρω γύρω.
Οι φωνές όμως που άκουγε γίνονταν πιο έντονες στο διπλανό δωμάτιο. Μπαίνει μέσα και τι βλέπει. Έναν μοναχό να πηδάει μια θεογκόμενα. Ο δημοσιογράφος κουφαίνεται μ` αυτά που βλέπει.
Είναι δυνατό να γίνονται τέτοια πράγματα σ` ένα μοναστήρι, αναρωτιέται, μέχρι που μπαίνει και στο δίπλα δωμάτιο κι εκεί βγαίνει από τα ρούχα του. Βλέπει δύο μοναχούς να έχουν κρεμάσει ένα τρίτο και να τον μαστιγώνουν.
Την επόμενη μέρα πάει έξαλλος να βρει τον ηγούμενο και να του κάνει τα παράπονα του:
- "Καλά δε ντρέπεστε άγιοι άνθρωποι σαν και σας, που πρέπει να κατευθύνετε τον κόσμο, να κάνετε τέτοια αίσχη κάθε βράδι!"
Και ο ηγούμενος ήρεμα ήρεμα του απαντάει:
- "Τέκνον μου πρέπει να καταλάβεις ότι είμαστε κι εμείς άνθρωποι και έχουμε κάποιες ανάγκες. Έτσι λοιπόν έχουμε φτιάξει ένα παιχνίδι για τη διασκέδαση μας."
- "Δηλαδή; Γίνετε πιο κατανοητός."
- "Να, κάθε βράδι συγκεντρωνόμαστε όλοι στην τραπεζαρία, βγάζουμε τις πούτσες μας έξω και βάζουμε ένα ποντίκι να τρέχει γύρω. Σ` όποιον πάει και σταματήσει, ο τυχερός πάει στο διπλανό δωμάτιο και γαμάει την γκόμενα."
- "Καλά και στο τρίτο δωμάτιο τι κάνετε;"
- "Στο τρίτο δωμάτιο στέλνουμε εκείνον που έχει κάνει πουστιά και έχει βάλει τυρί πάνω στην πούτσα του."