Το θαύμα.
Ένας γεροδεμένος και βαρβάτος ηγούμενος, χάθηκε μέσα στο δάσος. Για καλή του τύχη βλέπει ένα φωτάκι. Πλησιάζει και χτυπά τη πόρτα.
- Έλεος, είμαι χαμένος, βοηθήστε με πριν πεθάνω από το κρύο και τη πείνα.
- Μα εδώ είναι μοναστήρι των καλογραιών είπε η μοναχή που του άνοιξε. Περιμένετε να φωνάξω την ηγουμένη.
Ήρθε η ηγουμένη, πολύ όμορφη γυναίκα. Σωστός πειρασμός.
- Ναι μεν είναι γυναικείο το μοναστήρι αλλά δεν μπορώ να σας αφήσω έξω να πεθάνετε από το κρύο. Περάστε μέσα του λέει αλλά υπάρχει και κάποια δυσκολία. Το κελί που πρόκειται να σας βάλω περνάει από το δικό μου.
- Ουδεμία δυσκολία λέει ο ηγούμενος, το βράδυ που θα πάμε για ύπνο θα μπω πρώτος εγώ στο κελί μου και το πρωί θα είστε σεις που θα βγείτε πρώτη.
Έτσι και έγινε, αλλά ο παπάς που δεν τον κόλλαγε ύπνος, άρχισε να προσεύχεται:
- Παναγία μου, διώξε τον Εωσφόρο που κατακαίει τα σωθικά μου και δεν με αφήνει να κλείσω μάτι. Και μετά, λίγο δυνατότερα:
- Παναγία μου κάνε το θαύμα σου! Δώσε θάρρος στην ηγουμένη να έρθει και να με επισκεφτεί!
Και Ω του θαύματος. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και παρουσιάζεται μπροστά του μεγαλοπρεπής σαν την Ήρα η ηγουμένη με ξεπλεγμένα μαλλιά. Κοίταξε ο ένας τον άλλον και ξαφνικά η ηγουμένη γυρίζει το κεφάλι πίσω και λέει:
- Εντάξει Παναγία μου το μήνυμα ελήφθη αλλά μη με σπρώχνεις έτσι;
Ο πιτσιρικάς ήταν σκράπα στα μαθηματικά. Δεν τα έπαιρνε με τίποτε. Οι γονείς του, στην απελπισία τους και παρ όλο που ήταν άθεοι, αποφάσισαν να τον γράψουν σε ένα ιδιωτικό σχολείο που διοικούνταν από καλόγριες και που είχε πολύ καλή φήμη.
Ένα μήνα μετά, ο γιος τους άρχισε να φέρνει συνεχώς δεκάρια στα μαθηματικά. Οι έρμοι γονείς έπαθαν πλάκα.
- Πώς έγινε αυτό το καλό; έχουν καλύτερους δασκάλους στο νέο σου σχολείο;
- Μπα, το ίδιο είναι.
- Έχουν καλύτερα βιβλία;
- Μπα, τα ίδια έχουν.
- Ε, τότε;
- Κατάλαβα από την πρώτη μέρα, πως εκεί παίρνουν τα μαθηματικά πολύ στα σοβαρά και πως αν δεν τα κατάφερνα, την είχα βαμμένη!
- Και πως το κατάλαβες αυτό;
- Μόλις μπήκα στην τάξη, είδα στον τοίχο το αγαλματάκι ενός τύπου που ήταν καρφωμένος πάνω στο σύμβολο του συν!
Ήταν ένας άνθρωπος σε ένα ξενοδοχείο ο οποίος ήθελε να κάνει μπάνιο, αλλά στο μπάνιο του δεν υπήρχε σαπούνι. Πάει τότε στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου γυμνός για να ζητήσει ένα σαπούνι.
Για κακή του τύχη όμως δεν ήταν κανένας εκεί. Έτσι αποφασίζει να πάει στο διπλανό δωμάτιο για να πάρει ένα σαπούνι.
Μπαίνει μέσα αφού ήταν τυχερός και αυτοί που έμεναν εκεί είχαν ξεχάσει να κλειδώσουν, παίρνει δύο σαπούνια και πάει να φύγει αλλά ακούει βήματα μέσα στο δωμάτιο.
Τότε βάζει τα σαπούνια στο στόμα του και κάθεται σαν άγαλμα. Εκείνη τη στιγμή μπαίνουν μέσα τρεις καλόγριες. Λέει η πρώτη:
- Τι είναι αυτό;
Λέει η δεύτερη:
- Πρέπει να είναι το καινούριο μηχάνημα που θα μας δίνει σαπούνια και τραβάει το πέος του γυμνού άντρα.
Τότε πέφτει ένα σαπούνι από το στόμα του άντρα και πάει και κάνει μπάνιο. Αφού τελείωσε το μπάνιο της η πρώτη πάει η δεύτερη τραβάει το πέος του άτυχου άνδρα και πέφτει και το δεύτερο σαπούνι. Αφού τέλειωσε και η δεύτερη πάει και η τρίτη και τραβάει το πέος του άντρα για να πέσει ένα σαπούνι.
Όμως ο άντρας είχε πάρει μόνο δύο σαπούνια μαζί του και έτσι η καλόγρια συνέχισε να τραβάει το πέος του άντρα μέχρι τη στιγμή που ξαφνικά λέει:
- Ωχ... Εμένα μου έβγαλε υγρό κρεμοσάπουνο...
Δυο μοναχοί σε ένα ερημικό μοναστήρι συνομιλούν:
Α: Δεν κάθεσαι να σε απαυτώσω εδώ στην ερημιά που δεν περνάει και η ώρα
ΒΒΒ: Απαπα. Δεν είμαι τέτοιος εγώ. Ακου εκεί ...
Α: Έλα μωρέ τώρα με μια φορά δεν γίνεσαι πούστης.
ΒΒΒ : Είπαμε δεν κάθομαι.
Α: Ρε συ μια φορά θα σε γ**σω μόνο μη φοβάσαι ότι θα γίνεις πούστης.
Τέλος πάντων με τα πολλά πολλά τον έπεισε και έγινε ότι έγινε .
Την άλλη μέρα:
Α: Πως πάει καλά. Ξέρεις τι λέω; Να επαναλάβουμε τα χθεσινά.
ΒΒΒ: Α δεν είσαι καλά.
Α: Μα μην τρελαίνεσαι, με δυο φορές νομίζεις πως θα γίνεις πούστης; Στο λέω εγώ δεν θα γίνεις.
ΒΒΒ: Είπαμε δεν το ξανακάνω. Το έκανα μια φορά και τελείωσε.
Α: Εγώ επιμένω, με δυο φορές δεν γίνεσαι πούστης.
Και όπως και πριν μετά από αρκετές διαβουλεύσεις, τον πείθει και κάθεται. Την τρίτη μέρα ο ΒΒΒ πλησιάζει μαζεμένος, ντροπαλός με την ουρά στα σκέλια και ρωτάει "Δεν μου λες... με την τρίτη φορά γίνεσαι πού**ης;"
Μια καλόγρια είχε πάει για δουλειές στην πόλη. Στον γυρισμό, επειδή δεν είχε λεφτά, έκανε ωτοστόπ.
Κάποια στιγμή, σταματάει μπροστά της μια Ferrari τελευταίο μοντέλο, που την οδηγούσε μια νεαρή όμορφη κοπέλα.
- Να σας πάω πουθενά;
- Ναι, να σαι καλά, κόρη μου. Πάνε με στο τάδε μοναστήρι, αν δεν σε βγάζει από τον δρόμο σου.
- Κανένα πρόβλημα, ανεβείτε.
Ανεβαίνει στο αμάξι η καλόγρια και ξεκινά το ταξίδι. Κάποια στιγμή, η καλόγρια ρωτάει:
- Δεν θέλω να γίνω αδιάκριτη, αλλά τα ρούχα σου είναι πολύ κομψά. Μοιάζουν και ακριβά. Πόσο τα αγόρασες;
- Να σου πω, δεν ξέρω. Μου τα έκανε δώρο ένας επιχειρηματίας, με τον όρο να του πάρω μια π**α.
- Α, μάλιστα ... και αυτό το χρυσό ρόλεξ; Ο ίδιος σου το χάρισε;
- Μπα όχι, αυτό μου το έκανε δώρο ένας νεόπλουτος , με τον όρο να του πάρω μια π**α.
- Α, μάλιστα... και... και αυτό το αμάξι; Πως το αγόρασες;
- Μου το χάρισε ένας σεΐχης, επειδή του πήρα μια π**α.
- Τι μου λες... πολύ καλά τα πας στην ζωή σoυ. Εδώ είναι η μονή μου. Σε ευχαριστώ πολύ, κόρη μου.
- Τίποτα.
Η καλόγρια πηγαίνει σκεφτική στο κελί της μετά από όσα έμαθε από την κοπέλα που συνάντησε στον δρόμο. Εκείνη την στιγμή ανοίγει διστακτικά την
Πόρτα του δωματίου της ο ηγούμενος της μονής.
- Πελάγια; Ήρθες;
Και του απαντάει αυτή:
- Να πας να γαμ**είς εσύ και το σάμαλί σου...
Ήταν ο Γιωρίκας, και οδηγούσε νταλίκα. Και έλεγε συνέχεια:
"Με λένε Γιωρίκα και οδηγώ νταλίκα". Κάποια στιγμή βλέπει μια καλόγρια στο δρόμο να κάνει ωτοστόπ.
Σταματάει, και τη ρωτάει που πηγαίνει. Αυτή του λέει Πάτρα. Και επειδή πήγαινε και αυτός Πάτρα την παίρνει και συνεχίζει το ταξίδι του.
Συνέχεια έλεγε:
"Με λένε Γιωρίκα και οδηγώ νταλίκα, με λένε Γιωρίκα και οδηγώ νταλίκα."
Του Γιωρίκα του άρεσε η καλόγρια και της καλόγριας της άρεσε ο Γιωρίκας. Κάποια στιγμή της ρίχνεται της καλόγριας.
- Παιδί μου κοίτα εγώ είμαι καλόγρια, δεν το έχω ξανακάνει. Θα σε παρακαλέσω να μην με πονέσεις.
Και έτσι αρχίζουν να το κάνουν...
- Τι μου κάνεις!
- Τι σου κάνω!
Όταν τελείωσαν άρχισε πάλι ο Γιωρίκας:
"Με λένε Γιωρίκα και οδηγώ νταλίκα. Με λένε Γιωρίκα και οδηγώ νταλίκα."
Κάποια στιγμή φτάνουν Πάτρα και η καλόγρια βγαίνει από τη νταλίκα λέγοντας:
- "Και εμένα, με λένε Μιχάλη και πάω καρναβάλι!"
Ήταν δύο καλόγριες. Η Αδελφή Μαθηματικά (ΑΜ) και η Αδελφή Λογική (ΑΛ). Ενα βράδυ, καθώς σουρούπωνε ήταν και οι δύο ακόμη μακριά από το μοναστήρι.
Αμ:
- Προσέξατε τον άνδρα που μας παρακολουθεί εδώ και 37 λεπτά; Αναρωτιέμαι τι να θέλει.
ΑΛ: Λογικά, θα θέλει να μας βιάσει.
Αμ:
- Ωχ, όχι. Στην απόσταση που βρίσκεται, θα μας προφτάσει σε λιγότερο από 15. Τι μπορούμε να κάνουμε;
Αλ:
- Το μόνο λογικό φυσικά. Να βαδίσουμε γρήγορα.
Αμ:
- Δεν καταφέραμε τίποτα.
Αλ:
- Μα φυσικά. Ο άνδρας έκανε το πιο λογικό πράγμα που μπορούσε. Ανέπτυξε ταχύτητα και ο ίδιος.
Αμ:
- Τότε τι κάνουμε;
Σε ένα λεπτό θα μας έχει φτάσει.
Αλ:
- Το μόνο λογικό είναι να χωριστούμε. Εσείς από εδώ και εγώ από εκεί. Δεν θα μπορεί να μας ακολουθήσει και τις δύο.
Ο άνδρας επέλεξε να ακολουθήσει την Αδελφή Λογική. Η Αδελφή Μαθηματικά φτάνει στο μοναστήρι και ανησυχεί για την ΑΛ που δεν έχει φανεί ακόμη.
Όταν τελικά φτάνει και εκείνη στο μοναστήρι, τρέχει να της μιλήσει με αγωνία.
Αμ:
- Δόξα τω Θεώ. Φτάσατε. Τι συνέβη;
Αλ:
- Συνέβη το πιο λογικό. Αρχισα να τρέχω και ο άνδρας έκανε το ίδιο.
Αμ:
- Και μετά;
Αλ:
- Συνέβη το πιο λογικό. Με πρόφτασε.
Αμ:
- Θεέ μου! Και μετά;
Αλ:
- Ο,τι ήταν πιο λογικό να κάνω. Σήκωσα τη ρόμπα μου.
Αμ:
- Πώς; Και μετά τι έγινε;
Αλ:
- Του ξέφυγα. Λογικό δεν είναι αδελφή; Μια καλόγρια με τη ρόμπα σηκωμένη τρέχει πιο γρήγορα από έναν άντρα με κατεβασμένα τα παντελόνια.
Μια φορά ένας συνάντησε έναν φίλο του που είχε να τον δει χρόνια ντυμένο καλόγερο.
- Μπα, έγινες καλόγερος;
- Ναι.
- Και πώς είναι η καλογηρική ζωή;
- Πολύ ωραία. Ξυπνάμε το πρωί, προσευχόμαστε, τελούμε τον όρθρο, παίρνουμε πρωινό κλπ κλπ. Το μοναστήρι μας είναι πολύ ωραίο, έχουμε πολλούς θησαυρούς, ιερά κειμήλια κλπ κλπ κι έχουμε κι ένα δωμάτιο μ ένα Μεγάλο Μυστικό.
- Τι μυστικό;
- Δεν μπορώ να στο πω, πρέπει να γίνεις καλόγερος για να το μάθεις.
Αποφασίζει, λοιπόν ο φίλος μας να γίνει καλόγερος για να γνωρίσει το μεγάλο μυστικό. Μπαίνει, λοιπόν στο μοναστήρι και ζητάει να δει το μεγάλο μυστικό. Βγαίνουν, λοιπόν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάνε ένα γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν ένα μακρύ μονοπάτι, φτάνουν σε ένα μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν μια μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν μια μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν κάτι σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν σ ένα δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, φτάνουν μπροστά σε μια πόρτα. Εκεί που είναι έτοιμοι να την ανοίξουν θυμούνται ότι δεν τον έχουν κάνει ακόμη καλόγερο οπότε δεν μπορεί ακόμη να γνωρίσει το Μεγάλο Μυστικό.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, παίρνουν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Αφού, λοιπόν το κάνουν καλόγερο πάνε να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, πέραν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Εκεί που πάνε να την ανοίξουν αντιλαμβάνονται ότι έχουν ξεχάσει το κλειδί.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, παίρνουν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Παίρνουν, λοιπόν το κλειδί και πάνε να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Την ανοίγουν και βλέπουν μπροστά τους μια δεύτερη πόρτα. Κάνουν να ψάξουν το κλειδί της δεύτερης πόρτας κι αντιλαμβάνονται ότι το έχουν ξεχάσει.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, παίρνουν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Παίρνουν, λοιπόν το κλειδί το κλειδί της δεύτερης πόρτας και πάνε να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Την ανοίγουν και βλέπουν μπροστά τους τη δεύτερη πόρτα. Την ανοίγουν κι αυτή και βρίσκουν μπροστά τους μια τρίτη πόρτα. Κάνουν να ψάξουν το κλειδί της τρίτης πόρτας, πουθενά το κλειδί.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το ο δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, περνούν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Παίρνουν, λοιπόν το κλειδί το κλειδί της τρίτης πόρτας και πάνε να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Την ανοίγουν και βλέπουν μπροστά τους τη δεύτερη πόρτα. Την ανοίγουν κι αυτή και βρίσκουν μπροστά τους την τρίτη πόρτα. Ενώ είναι έτοιμη να την ανοίξουν θυμούνται ότι λείπει ο ηγούμενος κι ότι μόνο παρουσία του ηγουμένου μπορεί κανείς να γνωρίσει το Μεγάλο Μυστικό.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, περνούν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Φωνάζουν τον ηγούμενο και ξεκινάν όλοι μαζί για να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Την ανοίγουν και βλέπουν μπροστά τους τη δεύτερη πόρτα. Την ανοίγουν κι αυτή και βρίσκουν μπροστά τους την τρίτη πόρτα, την ανοίγουν και του αποκαλύπτουν το Μεγάλο Μυστικό.
Ποιο ήταν το Μεγάλο Μυστικό;
- Να γίνετε καλόγεροι για να το μάθετε.
Ένας κυνηγός νυκτώθηκε στην ερημιά και όχι μόνο αυτό τον έπιασε και μια φοβερή καταιγίδα.
Μέσα στην ερημιά αυτή και στην φοβερή καταιγίδα αναζητούσε με αγωνία ένα μέρος να ξαποστάσει. Ύστερα από πολλές ώρες βλέπει κάπου μακριά ένα αμυδρό φως. Με πολλή ελπίδα πλησιάζει και βλέπει ότι το φως ήταν ένα καντήλι μέσα σε ένα πολύ μικρό καμαράκι- προσκυνητάρι. Με πολλή προφύλαξη πλησίασε και κοίταξε μέσα ,όπου είδε ότι ήταν ξαπλωμένες τσίμα- τσίμα τρεις καλόγριες. Κτυπά λοιπόν το τζάμι της μικρής πόρτας και σε λίγο του ανοίγει μια καλόγρια.
- Τι θέλετε ,ρωτάει.
- Τι ερώτηση είναι αυτή. δεν με βλέπεις Χριστιανή μου. Μούσκεμα είμαι και θέλω να μ΄πω να ξαποστάσω.
- Εδώ δεν μπορείς να μπεις γιατί είναι ένας μικρός οίκος του Θεού μόνο για μοναχές και εξ άλλου δεν έχουμε χώρο.
- Τι είναι αυτά που λες... Έτσι είπε Ο Χριστός , να αφήνουμε αυτούς που έχουν ανάγκη στην μοίρα τους.
Τα τελευταία του λόγια ανάγκασαν τις μοναχές να το ξανασυζητήσουν και τελικά αποφάσισαν να του επιτρέψουν να μπει μέσα στο καμαράκι.
Αυτός σε λίγο ζήτησε την άδεια να του επιτρέψουν να βγάλει τα βρεγμένα του ρούχα ,πράγμα που έγινε.
Έβγαλε λοιπόν τα ρούχα του και έμεινε μόνο με το εσώρουχο. Aρχισε όμως να τουρτουρίζει από το φοβερό κρύο. Οι μοναχές βλέποντάς τον να υποφέρει ,στριμώχτηκαν λίγο και έκαναν χώρο να ξαπλώσει δίπλα στην πρώτη μοναχή και σκεπαστεί.
Αυτός μόλις σκεπάστηκε και ζεστάθηκε λίγη άρχισε να πασπατεύει την πρώτη καλόγρια.
Οι μοναχές άρχισαν να προσποιούνται ότι ροχαλίζουν.
Οπότε η πρώτη που δεχόταν ήδη τα χάδια του κυνηγού ακούστηκε :
- Γκρρρ ... Γκρρρ... Γκρρρ... Αχ τι ωραία που είναι.
Οπότε αυτή που ήταν προς τον τοίχο ακούστηκε :
- Γκρρρ... Γκρρρ... Γκρρρ... Έλα και από εδώ...
Οπότε η μεσαία ακούστηκε:
- Γκρρρ... Γκρρρ... Γκρρρρ... Μη χαλάς την σειρά...
Ένας άθεος πηγαίνει σε ένα μοναστήρι. Εκεί ένας καλόγερος πουλάει εικόνες. Τον πλησιάζει και τον ρωτάει:
- Αυτή η θείτσα με το μωρό στην αγκαλιά πόσο κάνει;
Τρέχει ο καλόγερος μέσα στο μοναστήρι και λέει στον ηγούμενο:
- Έξω είναι ένας και λέει τη Παναγία με το Χριστό στην αγκαλιά "θείτσα". Να του την πουλήσω;
- Όχι, του λέει ο ηγούμενος. Πέστου ότι έχει 1000 ευρώ για να σηκωθεί να φύγει.
Βγαίνει έξω ο καλογέρος και λέει στον άθεο.
- 1000 ευρώ.
- Α, πολλή ακριβή είναι. Αυτή με αυτούς που κάθονται γύρω από ένα τραπέζι πόσο έχει; ρωτάει ξανά δείχνοντας τον Μυστικό Δείπνο.
- Αυτή, 1500 ευρώ, λέει ο καλόγερος.
- Α, πολλή ακριβή είναι και αυτή. Αυτή με το σταυρό;
"Α", σκέφτεται ο καλόγερος, "αναγνώρισε το σταυρό. Αυτό είναι καλό σημάδι θα του τη δώσω φθηνά μπας και μπει στο δρόμο του θεού."
- 20 ευρώ;
- Α φθηνή είναι. Ο ακροβάτης πάει μαζί ή χώρια;
Ήταν ένας τυπάς που έκανε σκι στα Ιμαλάϊα όταν ξαφνικά μια τεράστια χιονοστιβάδα τον έκανε να λιποθυμήσει. Ξυπνάει λοιπόν σε ένα μοναστήρι και από πάνω του ξεπροβάλλουν ένα μάτσο μοναχοί. Του κάνει λοιπόν ο μεγάλος μοναχός:
- Φίλε θα σε φροντίσουμε, θα σε ταΐσουμε, θα σε κοιμίσουμε μέχρι να γίνεις καλά αρκεί να μην βεβηλώσεις την παρθένα κόρη μου, γιατί αλλιώς θα υποστείς... τα τέσσερα κινέζικα βασανιστήρια.. οκ;
- OK, λέει λοιπόν κι ο τυπάς ξαφνιασμένος... Εγινε!
Την πρώτη μέρα έκανε ένα γύρο στο μοναστήρι και είδε όλους πίνακες που υπήρχαν εκεί...
"Καταπληκτικοί" αναφωνεί και πάει να κοιμηθεί...
Την δεύτερη μέρα λοιπόν ο τύπος έκανε και πάλι ένα γύρο στο μοναστήρι και είδε όλα τα αγάλματα που υπήρχαν εκεί...
"Μεγαλειώδη έργα" αναφωνεί ξανά και πάει πίσω στο κρεβάτι του...
Την τρίτη μέρα αφού έκανε τον συνηθισμένο του γύρο στο μοναστήρι είδε την κόρη του μεγάλου μονάχου. Η κοπελιά ήταν πιο όμορφη και από τις πιο ζωηρές του φαντασιώσεις. Έτσι, εφάρμοσε όλη του τη γαλιφιά και μέχρι το βράδυ, αψηφώντας την προειδοποίηση του μοναχού, την κουτούπωσε!
Ξυπνάει την άλλη μέρα το πρωί ο ήρωας μας και συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται στη στέγη του μοναστηριού ... Ρίχνει ένα βλέφαρο στα χέρια του και κοζάρει δυο χοντρές αλυσίδες και ένα ταμπελάκι που έλεγε:
"1ο Κινέζικο βασανιστήριο: Τα χέρια σου είναι δεμένα με αλυσίδες"
"Σιγά" λέει "αυτά εγώ τα μασάω"
Και μπρατσαράς καθώς ήταν σπάει τις αλυσίδες. Κοιτάει μετά κάτω και βλέπει μια τεράστια κοτρόνα να βρίσκεται πάνω στην κοιλιά του και ένα ταμπελάκι που να λέει:
"2ο Κινέζικο βασανιστήριο: Μια πέτρα είναι πάνω στην κοιλιά σου."
Αρχισε να γελάει ο τύπος με τα βασανιστήρια και την ασχετοσύνη των μοναχών. Σαν ρωμαλέο παλικάρι, σηκώνει την κοτρόνα και την πετάει στο γκρεμό. Κάτω από την πέτρα όμως, βλέπει ένα τρίτο ταμπελάκι..
"3ο Κινέζικο βασανιστήριο: Το αριστερό σου αρχίδι είναι δεμένο στην πέτρα."
Πανικόβλητος λοιπόν ο τύπος πηδάει μαζί με την πέτρα στο γκρεμό για να σώσει την οικογένεια... Και ενώ βρισκόταν σε κάθετη πτώση, διακρίνει στον πάτο του γκρεμού μία τεράστια ταμπέλα με μεγάλα γράμματα που έλεγε...
"4ο Κινέζικο βασανιστήριο: Το άλλο σου αρχίδι είναι δεμένο πάνω στην στέγη"