Είναι ένας τύπος ο οποίος έβλεπε κάθε βράδυ στον ύπνο του συνεχώς το ίδιο όνειρο:
Οκτώ άλογα να τρέχουν Σκέφτεται αυτό δεν είναι τυχαίο σίγουρα είναι κάποιο σημάδι. Παίρνει λοιπόν
Την μεγάλη απόφαση. Σηκώνει όλες του τις καταθέσεις, πουλάει το σπίτι του, τις μετοχές του, τα χωράφια του και αποφασίζει να κατέβει στην Αθήνα.
Παίρνει τηλ. στον σταθμό να κλείσει εισιτήριο για το τρένο. Του δίνουν εισιτήριο για το τρένο που φεύγει στις οκτώ, στο οκτώ βαγόνι, θέση οκτώ. Φτάνει στην Αθήνα, παίρνει ταξί για το ξενοδοχείο, βλέπει το νούμερο απο το ταξί, ήταν το οκτώ. Κλείνει δωμάτιο στο ξενοδοχείο, του δίνουν ένα δωμάτιο στον όγδοο όροφο, το δωμάτιο νούμερο οκτώ.
Ξυπνάει το πρωί ,αφού είχε δει ξανά στον ύπνο του το ίδιο όνειρο, οκτώ άλογα ... και 100% τις 100% σίγουρος πια, πάει καρφί στον ιππόδρομο. Ποντάρει όλα τα χρήματα του στην όγδοη ιπποδρομία στο άλογο που έτρεχε στον όγδοο διάδρομο. Γίνετε λοιπόν η ιπποδρομία και το άλογο που πόνταρε βγαίνει..
Όγδοο
Ένα ζευγάρι από την Αλάσκα αποφάσισε να πάει στην Φλόριντα για διακοπές τον Δεκέ΅βριο, να ξεφύγει λίγο από το χιόνι και την παγωνιά. Κανόνισαν να ΅είνουν στο ίδιο ξενοδοχείο, όπου πέρασαν, χρόνια πριν, και τον ΅ήνα του ΅έλιτος.
Επειδή ό΅ως και οι δύο είχαν δουλειές, κανόνισαν ο άντρας να φτάσει Τετάρτη και η γυναίκα Πέ΅πτη.
Φτάνοντας λοιπόν, ο σύζυγος στο ξενοδοχείο ΅ια ΅έρα πριν, διαπιστώνει ΅ε χαρά ότι τα δω΅άτια διαθέτουν πλέον και Η/Υ και αποφασίζει να στείλει ένα e-mail στην αγαπη΅ένη του γυναικούλα. Κατά λάθος ό΅ως ξεχνά ένα γρά΅΅α στην ηλεκτρονική διεύθυνση και το στέλνει χωρίς να ξέρει τις συνέπειες του αθώου του λάθους.
Στο Χιούστον ΅ια χήρα, είχε ΅όλις γυρίσει από την κηδεία του άντρα της και πήγε στον Η/Υ να τσεκάρει τα συλλυπητήρια e-mails (έτσι γίνεται στην Α΅ερική) από φίλους και συγγενείς. Μόλις διαβάζει το πρώτο, πέφτει ξερή, λιπόθυ΅η στο πάτω΅α. Εκεί την βρίσκει λίγο ΅ετά ο γιος της, και κοιτώντας την οθόνη του ανοιχτού υπολογιστή, διαβάζει το e-mail και παθαίνει κι αυτός την πλάκα του.
ΠΡΟΣ: Την αγαπη΅ένη ΅ου γυναίκα.
ΘΕΜΑ: Έφτασα!
"Ξέρω πως εκπλήσσεσαι που παίρνεις mail από ΅ένα.
Έχουν laptop πλέον εδώ και ΅πορείς να στείλεις όπουθέλεις. Μόλις έφτασα και ΅πήκα ΅έσα... Όλα είναι έτοι΅ακαι για σένα που θα έρθεις αύριο. Ανυπο΅ονώ να σε δω.
Ελπίζω να έχεις το ίδιο καλό ταξίδι ΅ε ε΅ένα.
Υστερόγραφο: Πολύ ζέστη εδώ κάτω!"
Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος σε κεντρικό ξενοδοχείο του Κιλκίς ( περιοχή που ζουν οι περισσότεροι Πόντιοι στην Ελλάδα ) έγινε το καθιερωμένο ετήσιο συνέδριο των απανταχού Ποντίων .
Στην εναρκτήρια ομιλία του ο πρόεδρος Γιωρίκας Ουσταμπασίδης έθεσε το θέμα ότι οπωσδήποτε πρέπει οι Πόντιοι να κάνουν κάτι να μείνουν στην ιστορία . Αμέσως οι σύνεδροι έβαλαν κάτω το κεφάλι και άρχισαν να σκέφτονται . Ξαφνικά πετάγεται ένας σύνεδρος και λέει " να ανακαλύψουμε μία καινούργια ήπειρο " . Χαμός από τις ζητωκραυγές ΜΠΡΑΒΟ Αυτό είναι ΖΗΤΩ . Όμως ο πρόεδρος λέει :
" Ρε παιδιά με την εξέλιξη της τεχνολογίας και τους δορυφόρους που υπάρχουν γύρω απ τη Γη και μια μικρή αττώλη να δημιουργηθεί θα το μάθουμε αμέσως . Aλλο βρείτε "
Πάλι οι σύνεδροι το κεφάλι κάτω , βαθύτερη σκέψη . Aλλος σύνεδρος πετάγεται και λέει :
" Να πάμε στο φεγγάρι "
Αμέσως όλοι οι άλλοι τον επέπληξαν λέγοντάς του ότι αυτό το έχουν κάνει οι Αμερικανοί εδώ και 30 χρόνια . Aλλο , άλλο σκεφτείτε :
" φώναξε ο πρόεδρος από το βήμα . Κάτω πάλι τα κεφάλια οι Πόντιοι και πάλι σκέψη . Μετά από πολύ ώρα πετάγεται ένας σύνεδρος και λέει :
" Να πάμε στον Ήλιο "
. Αμέσως ο αντιπρόεδρος σηκώνεται και λέει :
" Δεν υπάρχει περίπτωση θα καούμε πριν φτάσουμε δεν βλέπεις πως καίει ο Ήλιος κάθε μέρα ; "
Τότε σηκώνεται ο πρόεδρος και λέει :
" Θα πάμε νύχτα ! "
Ήταν δυο συμμαθητές που είχαν κανονίσει να συναντιούνται κάθε δέκα χρόνια μετά την αποφοίτησή τους από το Γυμνάσιο.
Την πρώτη φορά που συναντώνται:
(Αγκαλιάζονται με δάκρυα κλπ)
- Τι κάνεις βρε; Πώς τα πας; Μια χαρά σε βλέπω.
- Ε, να, δε λέω, καλά τα κατάφερα. Τελείωσα σπουδές στα Οικονομικά, έκανα κι ένα MBA, και βρήκα χρηματοδότες για να φτιάξω μια δική μου εταιρεία.
Πάει πολύ καλά, κι έχω πολλά σχέδια να την επεκτείνω. Μένω σε μια βίλα στη Γλυφάδα. Εσύ όμως; Δε σε βλέπω και τόσο καλά.
- Ασε. Βράσ΄ τα. Δούλεψα λίγο από δω κι από κει και μετά πήγα στρατό.
Εκεί απόκτησα και την κακή συνήθεια του ποτού. Από τότε που απολύθηκα προσπαθώ χωρίς αποτέλεσμα να βρω καμιά καλή δουλειά, αλλά δε στεριώνω πουθενά. Είμαι αρκετά απογοητευμένος. Και πίνω, πίνω, πίνω...
Μετά από δέκα χρόνια ξανασυναντώνται:
- Ώπα! Τι γίνεσαι βρε παλιόφιλε; Τι βλέπω; Δαχτυλίδι είναι αυτό;
- Ε, ναι. Παντρεύτηκα ξέρεις. Θυμάσαι εκείνη τη συμμαθήτριά μας που έγινε μετά μοντέλο; Κάπου συναντηθήκαμε και ξαναφούντωσε ο παλιός έρωτάς μας.
Έχω και τρία παιδιά. Κι οι δουλειές, δε λέω πάνε πολύ καλά. Τώρα είμαι επικεφαλής ενός τεράστιου ομίλου επιχειρήσεων, του μεγαλύτερου της χώρας. Συναντιέμαι συχνά με υπουργούς για δουλειές και γνωρίζω προσωπικά και τον πρωθυπουργό. Έχω καμιά δεκαριά βίλες τώρα, αλλά μένω και αρκετά στα ξενοδοχεία μου, καθώς ταξιδεύω πολύ. Εσύ πώς πας;
- Ας τα. Από το κακό στο χειρότερο. Είμαι πέντε χρόνια τώρα άνεργος. Οι γυναίκες δε γυρίζουν ούτε να με κοιτάξουν. Πήρα και δεκαπέντε κιλά. Το μόνο που με ευχαριστεί για να ξεχνιέμαι και λίγο είναι το ποτό. Και πίνω, πίνω, πίνω...
Μετά από δέκα χρόνια ξανασυναντώνται:
- Ωωω! Τον αγαπητό. Μα τι βλέπω; Πώς είσαι έτσι ντυμένος; Αρχοντας σωστός! Και πούρο!
- Ε, ναι! Βλέπεις, τα πράγματα πάνε όλο και καλύτερα. Ο όμιλός επιχειρήσεών μου είναι τώρα μια από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές.
Νταραβερίζομαι με όλους τους μεγάλους του κόσμου, τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, τον σύντροφο επικεφαλής της Ρωσίας, τους Ευρωπαίους πρωθυπουργούς και βασιλιάδες. Αυτό τον καιρό σχεδιάζουμε τη συγχώνευση της Κόκα Κόλα και των μεγαλύτερων εταιριών πετρελαίου και αυτοκινήτων διεθνώς! (Σκύβει στο αυτί του άλλου) Αγόρασα και τον όμιλο του Рlаyвоy και ... Καταλαβαίνεις! (Κλείνει το μάτι). Αλλά εσένα σε βλέπω χάλια.
- Δε λες τίποτα! Τα χρόνια περνάνε και ακόμα από δουλειά τίποτα.
Έφτασα να ζω με ελεημοσύνες. Μένω σε μια εγκαταλειμμένη τρώγλη. Και πίνω, πίνω, πίνω, όλο και περισσότερο...
Μετά από δέκα χρόνια ξανασυναντώνται:
- Τι γίνεσαι βρε; Μα, πως είσαι έτσι; Τι γίναν τα μεγαλεία σου;
- Ας τα να πάνε! Με συντάραξε ένα τεράστιο σκάνδαλο. Με ρήμαξε κυριολεκτικά, καταστράφηκα. Μου τα φάγανε όλα οι δικηγόροι στα δικαστήρια και οι γιατροί, γιατί βλέπεις από τη στενοχώρια μου έπαθα τρία εμφράγματα και καρκίνο του προστάτη. Με παράτησαν όλοι, ακόμα και η γυναίκα μου, αφού μου απέσπασε ως διατροφή τα τελευταία μου λεφτά.
Βρίσκομαι στο έσχατο στάδιο. Έφτασα να παρακαλάω να πεθάνω... Εσένα όμως σε βλέπω μια χαρά.
- Ναι, βλέπεις, αποφάσισα τελικά να κόψω το ποτό. Τώρα ζω σχετικά ήσυχα αποτραβηγμένος στο ιδιόκτητό νησί μου και διοργανώνω που και που κανένα παρτάκι με μικρούλες ή κανένα ταξιδάκι στην Ελβετία.
- Μα καλά; Που βρήκες τα λεφτά;
- Ε, να μωρέ... Πούλησα τα μπουκάλια!
Ο Κωστίκας ζούσε σε ένα χωριό της Έδεσσας και ο Γιωρίκας στην Αμερική. Γυρνάει ο Γιωρίκας από την Αμερική με άδεια στο χωριό με πολλά λεφτά. Λέει ο Κωστίκας να πάνε στην Θεσσαλονίκη για πλάκα. Εκεί που πηγαίνουνε στην πόλη συναντούν δύο μωράκια. Λένε:
- Καλησπέρα κορίτσια!
- Καλησπέρα, λένε τα κορίτσια.
- Κάνουμε έναν διαγωνισμό. Πρέπει να βρείτε τον μαγικό αριθμό από το 1 έως το 9.
- Εντάξει, λένε τα κορίτσια, αλλά τι θα κερδίσουμε;
- Ένα τραπέζι στο καλύτερο μπουζουξίδικο.
- Το 7, λένε αυτές.
- Μπράβοοοοοοο, κερδίσατε!
Πήγανε στα μπουζούκια και μετά ξενοδοχείο για τα λοιπά. Την άλλη μέρα πάλι το ίδιο ακριβώς σχέδιο με τον αριθμό.
Μετά από μία εβδομάδα ο Γιωρίκας πάει με έναν άλλον για να κάνουν το ίδιο κόλπο.
Βρίσκουν δύο καλλονές.
- Γεια σας κορίτσια.
- Γεια σας παλικάρια.
- Κάνουμε έναν διαγωνισμό. Αν βρείτε τον σωστό αριθμό από το 1 έως το 9, κερδίζετε ένα τραπέζι στα μπουζούκια.
- ΟΚ, λένε οι καλλονές, το 9.
- Και ο Γιωρίκας:
- Δυστυχώς χάσατε!
Δυο νάνοι κέρδισαν το Λόττο.
Το πρώτο πράμα που κάνανε ήταν να αγκαζάρουν δυο πουτ**** και να πάνε σ ένα ξενοδοχείο. Τα δωμάτιά τους είναι δίπλα-δίπλα. Παίρνουν ο καθένας από μια γυναίκα λοιπόν και αποσύρονται. Ο ένας απ τους δυο, μόλις έπεσε στο κρεβάτι, ακούει από δίπλα:
- «Ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ». Ενθουσιάστηκε που ο φίλος του άρχισε τη... γυμναστική τόσο νωρίς και βγάζει όλα τα ρούχα του. Ακόμα ακούει απ το διπλανό δωμάτιο:
- «Ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ». Μετά από κάνα τέταρτο, που ο ίδιος βρισκότανε στα προκαταρτικά ακόμη, συνεχίζει να ακούει από δίπλα:
- «Ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ» κι αναρωτιέται που τη βρίσκει τόση αντοχή ο φίλος του. Προσπαθεί να συγκεντρωθεί σ αυτό που κάνει ο ίδιος, αλλά οι φωνές του φίλου του απ το διπλανό δωμάτιο, «ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ», δεν τον αφήνουν και, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της πουτ**** , δεν καταφέρνει να σηκώσει ούτε το δάχτυλό του. Ακόμα κι όταν εγκατέλειψε τις προσπάθειες απογοητευμένος και έπεσε για ύπνο συνέχισε ν ακούει απ το διπλανό δωμάτιο τις φωνές του φίλου του, που δεν είχε σταματήσει καθόλου:
- «Ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ». Την επομένη συναντιόνται έξω απ τα δωμάτια τους, μετά που οι πουτ**** έχουν φύγει. Ο ένας είναι κατακόκκινος στο πρόσωπο και φαίνετε τελείως εξαντλημένος - Πώς τα πέρασες τη νύχτα; ρωτάει τον πρώτο νάνο, αυτόν που δεν του έκανε κούκου.
- Απαίσια, απαντάει εκείνος. Δεν είχα στύση. Κοιμήθηκα σαν πουλάκι και δεν έκανα τίποτα με τη γυναίκα.
- Τυχερό κω**παιδο, του λέει ο άλλος. Εγώ δεν τα κατάφερα ούτε στο κρεβάτι ν ανέβω.
Ο γαμπρός , ετών 70 + , και η νύφη , ετών 25 , μπαίνουν στο ξενοδοχείο για να περάσουν τον μήνα του μέλιτος ...
Δεδομένης της διαφοράς στην ηλικία , όλοι στο προσωπικό του ξενοδοχείου σκέφτηκαν το προφανές ( ... ναι , αυτό που σκεφτήκατε και εσείς ... όχι ο έρωτας , το άλλο ... ) Λοιπόν φαντάζεστε την έκπληξη όλων το άλλο πρωί : Ο γαμπρός κατεβαίνει κατά τις 8 το πρωί , με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του , γεμάτος αυτοπεποίθηση και φοβερά ευδιάθετος . Καταβροχθίζει μερικές φέτες ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα , αυγά , μπέικον κλπ κλπ και όταν τελειώνει κατευθύνεται στο σαλόνι του ξενοδοχείου για το πρωινό του πούρο ... Η νύφη κατεβαίνει κατά τις 9 ... Όταν λέμε κατεβαίνει , σέρνεται η κοπέλα ,
Παραπατάει , παραμιλάει ... Τέλος πάντων , φτάνει στην σερβιτόρα :
" Ένα καφέ ... " , ψελλίζει , " ... σκέτο και δυνατό ... " . Πηγαίνει όπως - όπως σε ένα
Τραπέζι και σωριάζεται ... Η σερβιτόρα , έκπληκτη , πηγαίνει τον καφέ στην νύφη . Φεύγοντας όμως δεν κρατιέται ...
- " Με συγχωρείς , κοπέλα μου ... Δεν μπορώ να το χωνέψω όμως : Πώς εσύ , νέα κοπέλα , είσαι σε τέτοιο χάλι μετά την πρώτη νύχτα του γάμου με έναν γέρο που ξέχασε να πεθάνει ; "
- " Ο αλήτης ! Ο απατεώνας ! Με ξεγέλασε ... Τόσο καιρό μου έλεγε ότι κάνει οικονομίες εδώ και 50 χρόνια ... Εγώ νόμιζα ότι εννοούσε χρήματα ..."
Τα αυτοκίνητα που πετάνε .
Ο πρόεδρος ενός ελληνικού χωριού , στο οποίο ο πολιτισμός έχει αργήσει να φτάσει ακόμα , ανακοινώνει στους λιγοστούς κατοίκους πως πρόκειται να επισκεφτεί την Αθήνα , με σκοπό να τους μεταφέρει την εικόνα των μεγαλουπόλεων και τις συνήθειες των κατοίκων τους . Πράγματι , ύστερα από απουσία λίγων ημερών , ο πρόεδρος επιστρέφει εντυπωσιασμένος στο χωριό και αφηγείται στους κατοίκους διάφορες καταστάσεις που βίωσε στην Αθήνα .
Αφού αναφέρθηκε σε πολλά περιστατικά , στάθηκε περισσότερο σε ένα συγκεκριμένο που του έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση :
- Αγαπητοί μου φίλοι , αυτό που είδα με τα μάτια μου δεν θα το πιστέψετε . Τα αυτοκίνητα στην Αθήνα πετάνε ! Ξαφνικά εκεί που τα βλέπεις να τρέχουν στο δρόμο , αρχίζουν να ανεβαίνουν ψηλά και μετά από λίγο ξανακατεβαίνουν ! Aλλες φορές περνάνε ακόμα και πάνω από θάλασσα!
Προφανώς , ο κακόμοιρος ο πρόεδρος δεν κατάλαβε πως τα αυτοκίνητα ανεβαίνουν ψηλά , γιατί απλούστατα ανεβαίνουν σε μεγάλες και ψηλές γέφυρες . Ακούγοντας όλα αυτά ο Γιωρίκας και μη μπορώντας να πιστέψει αυτά που άκουγε , αποφάσισε να πάει στην Αθήνα για να δει αυτά που έλεγε ο πρόεδρος . Ζήτησε τη συμβουλή του προέδρου κι αυτός του είπε να προσέχει να μην μπαίνει σε αυτοκίνητα που πετάνε , γιατί είναι πολύ επικίνδυνο . Έτσι λοιπόν, ο Γιωρίκας φτάνει στην Αθήνα και σύμφωνα με τις οδηγίες του προέδρου , φωνάζει ένα ταξί για να τον πάει στο ξενοδοχείο .
Οδηγός : Πού πάτε κύριε ;
Γιωρίκας : Στην λεωφόρο Αλεξάνδρας .
Οδηγός : Σε ποιο ύψος ;
Αμέσως ο Γιωρίκας γουρλώνει τα μάτια , τεντώνεται και κουνώντας επιδεικτικά το δάκτυλο λέει στον οδηγό :
- Aμα πετάξεις ρε πού**τη σε γάμ**σα !
Ένας ναύτης φτάνει σε κάποιο λιμάνι αλλά δεν μπορεί να βρει πουθενά δωμάτιο για το βράδυ.
- Δεν μπορεί, κάπου πρέπει να υπάρχει ένα δωμάτιο. Ή έστω ένα κρεβάτι οπουδήποτε, ξέσπασε στο τελευταίο ξενοδοχείο που βρήκε.
- Η αλήθεια είναι ότι έχουμε ένα δίκλινο και το έχει πάρει ένας νεαρός μόνο του. Ίσως δεχτεί να το μοιραστεί μαζί σας. Μόνο που πρέπει να σας πω ότι ροχαλίζει τόσο δυνατά, που από τα διπλανά δωμάτια κάνουν συνεχώς παράπονα. Δεν νομίζω ότι θα καταφέρετε να κοιμηθείτε εκεί.
- Κανένα πρόβλημα. Θα το πάρω.
Το επόμενο πρωί ο ναύτης κατέβηκε για πρωινό φρέσκος κι ανανεωμένος.
- Πως κοιμηθήκατε; τον ρώτησε ο ξενοδόχος.
- Καλύτερα από ποτέ.
- Μα δεν σας ενόχλησε ο άλλος νεαρός με το ροχαλητό του;
- Όχι, τον έκανα να σκάσει σε μηδέν χρόνο.
- Πως το καταφέρατε αυτό;
- Όταν ανέβηκα στο δωμάτιο ήταν ήδη στο κρεβάτι. Πήγα λοιπόν, του έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο και του είπα: Καληνύχτα όμορφε. Όλο το υπόλοιπο βράδυ ξαγρύπνησε παρακολουθώντας με.
Αφο;y έβρεξε, λέει ο άνδρας:
- Ρε γυναίκα, άσε με να πάω για σαλιγκάρια στη Πεντέλη και πολύ νωρίς θα γυρίσω.
Η γυναίκα του τον αγριοκοιτάζει και ορθα κοφτά του λέει:
- Το πολύ στις 10 π. Μ. θα είσαι σπίτι.
Ο άντρας όλο χαρά φεύγει κατά τις 4π. Μ. μαζεύει τα σαλιγκάρια και κατά τις 7π. Μ. ετοιμαζεται να επιστρέψει σπίτι όταν συναντά εναν παλιό φίλο. Μη τα πολυλογώ ο φίλος τον παρασερνει σε ένα ξενοδοχείο με δύο αλλοδαπές. Εξαντλημένος ο σύζυγος από δράση αποκοιμάται και όταν ξυπναει το ρολόι δείχνει 6 μ. Μ.
"Πώ πώ τώρα τι λέμε στη αγριογυναίκα;"
Φτάνει σπίτι παταει το κουμπί του ασανσερ και από τη βιασύνη, σκονταφτει στο σκαλοπατάκι του ασανσέρ, πέφτει και του σκορπίζουν τα σαλιγκάρια.
Ακούει τον θόρυβο η γυνή, βγαίνει στην πόρτα, τον κόβει άγρια με βλοσυρό βλέμμα και πριν προλάβει να μιλήσει ακούει τον άνδρα να απευθύνεται στα σαλιγκάρια στο πάτωμα:
- Αντε ρε μανάρια μου! Λίγο ακόμα και φτάσαμε!
Το ρύζι το πληρώνουμε!
Πάει ένας ξένος στα Ζωνιανά κάθεται στο καφενείο του χωριού και παραγγέλνει μια ρακή. Την ώρα που του σερβίρουν τη ρακή ρωτάει τον ιδιοκτήτη του καφενείου:
- Έχει εδώ κανένα ξενοδοχείο;
Πριν μιλήσει ο ιδιοκτήτης πετάγεται κάποιος από ένα άλλο τραπέζι και λέει:
- Οχι παλληκάρι, δεν έχει ξενοδοχεία επαέ, αλλά μπορείς να μείνεις μαζί μας. Έλα σπίτι μου κι έχει μαγειρέψει η γυναίκα μου πιλάφι με ρίφι(κατσίκι) να γλύφεις τα δάκτυλά σου.
Πάει λοιπόν στο σπίτι του κι ήταν μαζεμένο όλο το σόι. Του βάζουν ένα πιάτο ρύζι με κρέας και του άρεσε πάρα πολύ.
Λέει, λοιπόν:
- Μπορώ να έχω ακόμη λίγο ρύζι;
- Και βέβαια.
Του βάζουν άλλο ένα πιάτο ρύζι και μόλις το τρώει ρωτάει πάλι:
- Μου αρέσει πολύ αυτό το ρύζι, να φάω λίγο ακόμη;
- Καλά παλληκάρι, να σου βάλω ρύζι, αλλά φάε και λίγο κρέας γιατί το ρύζι το πληρώνουμε!