Skip to main content
Το πρωί του γάμου της, η μέλλουσα νύφη θυμήθηκε ότι δεν είχε πάρει νυχτικό για το πρώτο βράδυ του γάμου.
Ζήτησε λοιπόν από την αδελφή της να πάει να αγοράσει ένα ωραίο μακρύ μαύρο νεγκλιζέ, και να το βάλει προσεκτικά στην βαλίτσα που θα έπαιρνε μαζί της, έτσι ώστε να μην τσαλακωθεί.
Μες στην βιασύνη η αδερφή κατάφερε να βρεί μοναχά ένα κοντό ροζ νυχτικό, το οποίο και αγόρασε και έβαλε πρόχειρα στην βαλίτσα.
Μετά τον γάμο, η νύφη και ο γαμπρός πήγαν στο ξενοδοχείο.
Ο γαμπρός ήταν λίγο ντροπαλός και πήγε να αλλάξει στο λουτρό, αφού συμφώνησαν να μην κρυφοκοιτάζουν.
Όσο ήταν στο λουτρό, η νύφη άνοιξε την βαλίτσα, και είδε το νυχτικό που είχε αγοράσει η αδερφή της. Αμέσως αναφώνησε:
- Ω, όχι! Είναι κοντό, ροζ και ζαρωμένο!
Και τότε έβαλε και τις φωνές ο γαμπρός:
- Ε, σου είπα να μην κρυφοκοιτάξεις!
- Ο Γεράσιμος και η Αμαλία είναι ένα ζευγάρι ηλικιωμένο που παντρεύτηκε πριν απο σαράντα χρόνια.
Θέλησε λοιπόν να γιορτάσει την τεσσαρακοστή επέτειο του γάμου τους στο ίδιο ξενοδοχείο, στο ίδιο δωμάτιο, με τα ίδια ακριβώς έπιπλα που υπήρχαν και τότε, και να φάνε ακριβώς το ίδιο βασιλικό γεύμα που είχαν φαΐ πριν από σαράντα ολόκληρα χρόνια.
- Πραγματικά πλήρωσαν κάτι παραπάνω για τις απαιτήσεις τους αυτές και όλα ήταν όπως έπρεπε. Μπαίνουν λοιπόν στο δωμάτιο (η συγκίνηση ήταν μεγάλη), γδύνονται εντελώς, όπως και τότε, και κάθονται στο πολύ μεγάλο τραπέζι να φάνε ο ένας απέναντι από τον άλλον.
- Γεράσιμε, λέει η Αμαλία με τρεμάμενη φωνή, πες μου... Πες μου δεν είναι συγκινητικό, δεν είναι ανεπανάληπτο αυτό που ζούμε αυτή τη στιγμή; Σκέψου, πέρασαν σαράντα ολόκληρα χρόνια από εκείνη την πρώτη νύχτα του γάμου μας και βρισκόμαστε ακριβώς στο ίδιο δωμάτιο που ήμασταν και τότε με τα ίδια έπιπλα, το ίδιο κρεβάτι, γυμνοί και οι δύο όπως και τότε...
- Θεέ μου, πόσο μα πόσο όμορφα νιώθω... νιώθω ερωτευμένη όπως τότε, νιώθω τη ζεστασιά σου, την αγάπη σου... Ακόμα και τώρα, τόσα χρόνια μετά, νιώθω την κάψα μέσα μου... νιώθω τα στήθια μου να καίνε, Γεράσιμε, για σένα...
- Έλα, λέει ο Γεράσιμος, άσε τις μαλακίες και βγάλε το βυζί σου από τη σούπα.
Ήταν ένας επιχειρηματίας, πάμπλουτος.
Κάποια στιγμή, του τυχαίνει μια στραβή και χάνει τα πάντα. Απελπισμένος, πηγαίνει σε μια γέφυρα με σκοπό να βάλει τέρμα στη ζωή του. Εκεί που είναι έτοιμος να πέσει στο κενό, τον αρπάζει ένα χέρι και τον τραβάει. Εκνευρισμένος, κοιτάζει πίσω του και βλέπει ένα γέρο.
- Παιδί μου, λέει ο γέρος. Τι είναι αυτό που πας να κάνεις; Τρελάθηκες;
- Τι θες ρε γέρο; Παράτα μας.
- Παιδί μου, ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Ο Αϊ-Βασίλης. Ίσως μπορώ να σε βοηθήσω!
- Ασε με, ρε Αϊ-Βασίλη! Είχα λεφτά, είχα αμάξια, γκόμενες! Τώρα δεν έχω τίποτα.
- Και γι αυτό ανησυχείς; του λέει ο Αϊ-Βασίλης. Αύριο, στις 10 το βράδυ, κάτω από αυτή τη γέφυρα θα σε περιμένει μια κόκκινη Ρολς-Ρόυς, όλη δική σου.
Χαρά ο επιχειρηματίας:
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, να σε φιλήσω!
Ματς - μουτς, ξαναμελαγχολεί.
- Τι είναι τώρα; ρωτάει ο Αϊ - Βασίλης.
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, είχα αμάξι, αλλά είχα και γκόμενες! Πέντε πέντε τις έβγαζα.
- Γι αυτό ανησυχείς; Αύριο, μέσα στη Ρολς-Ρόυς θα είναι και έξι γκόμενες, όλες δικές σου.
Τρελαίνετε ο επιχειρηματίας, αγκαλιές, φιλιά κλπ. μα ξαναμελαγχολεί.
- Τι έπαθες πάλι; ρωτάει ο Αϊ-Βασίλης.
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου. Είχα αμάξι, είχα γκόμενες, αλλά είχα και λεφτά. Τα πετούσα στο δρόμο, τα έδινα δεξιά κι αριστερά. Τώρα είμαι άφραγκος!
- Μην κάνεις έτσι, του λέει ο Αϊ-Βασίλης. Αύριο, μέσα στο αμάξι, η πιο ξανθιά από τις έξι γκόμενες θα κρατάει μια βαλίτσα με 90 τρις, όλα δικά σου!
Πετάει ο επιχειρηματίας!
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, πώς θα στο ξεπληρώσω!
- Να μου πάρεις μια π*πα.
Κόκαλο ο επιχειρηματίας.
- Εντάξει, Αϊ-Βασίλη μου, τόσα έκανες για μένα. Είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω.
Φεύγουν μαζί, πηγαίνουν σε ένα μοτέλ, νοικιάζουν ένα δωμάτιο, μπαίνουν μέσα, τα κατεβάζει ο Αϊ-Βασίλης, ξεκινάει τη δουλειά του ο επιχειρηματίας.
Ενώ γίνεται ότι γίνεται, ρωτάει ο Αϊ-Βασίλης:
- Πώς σε λένε νεαρέ μου;
- Αλέξη, απαντάει εκείνος και συνεχίζει.
- Και τι δουλειά είπαμε ότι κάνεις Αλέξη;
- Επιχειρηματίας, και συνεχίζει.
Μετά από μια παύση, ρωτάει ξανά ο Αϊ-Βασίλης:
- Πόσο χρονών είσαι Αλέξη;
- Τριάντα πέντε.
- Καλά, ρε Αλέξη! Είσαι τριάντα πέντε χρονών και ακόμα πιστεύεις ότι υπάρχει Αϊ-Βασίλης;
Το καλοκαίρι έφτασε και μία τετραμελής οικογένεια πήγε για τις διακοπές της σ ένα ξενοδοχείο.
Οι μέρες πέρασαν και ήρθε η ώρα να φύγουν. Ο πάτερ φαμίλιας πήγε στη reception για να πληρώσει:
- Ορίστε οι 300000 χιλιάδες που είχαμε συμφωνήσει για 15 μέρες διαμονή.
- Κύριε, του λέει ο υπάλληλος, το ποσό είναι 400000δρχ.
- Γιατί; ρωτάει ο πατέρας όλο απορία.
- Διότι 40000 είναι επειδή χρησιμοποιήσατε την πισίνα.
- Μα εμείς δεν τη χρησιμοποιήσαμε, λέει ο πατέρας.
- Εδώ ήταν κύριε, ας τη χρησιμοποιούσατε, λέει ο υπάλληλος.
- Καλά, λέει ο πατέρας τα υπόλοιπα τι αφορούν;
- Οι υπόλοιπες 60000 αφορούν τις αθλοπαιδιές και το μπαρ.
- Μα κύριε, λέει εκνευρισμένος ο πατέρας, εμείς δε χρησιμοποιήσαμε τίποτε από όλα αυτά.
- Εδώ ήταν κύριε, ας τα χρησιμοποιούσατε του ξαναλέει ο υπάλληλος.
Μάλιστα, λέει ο πατέρας και βγάζει ένα πακέτο δεκαχίλιαρα, τα δίνει στον υπάλληλο και φεύγει.
Μόλις κάνει πέντε βήματα ο υπάλληλος τον ξαναφωνάζει:
- Κύριε έχετε κάνει λάθος.
Πλησιάζει ο πατέρας και ο υπάλληλος συνεχίζει:
- Εδώ κύριε μου έχετε δώσει 300000 αντί για 400000.
Ο πατέρας τότε του λέει: α, βέβαια σας κράτησα τις 100000 επειδή μου πηδήξατε τη γυναίκα.
- Μα κύριε, λέει ο υπάλληλος κοκκινίζοντας, κανείς δε σας πήδηξε τη γυναίκα.
Τότε ο πατέρας του απαντά:
- Εδώ ήταν κύριε, ας την πηδούσατε! και έκανε μεταβολή και έφυγε...
Ένας τσοπάνης αποφάσισε να κατέβει στην Αθήνα να δει πως είναι επιτέλους η μεγαλούπολη. Πάει σε ένα ξενοδοχείο και νοικιάζει ένα δωμάτιο. Το βράδυ που κοιμόταν, ξαφνικά εμφανίζονται δυο γκόμενες από το σκοτάδι και αρχίζουν να τον χαϊδολογούν, χωρίς να έχει άλλη επιλογή ο τσοπάνης, τι να κάνει, τις πηδάει.
Την άλλη μέρα πάει στη ρεσεψιόν να πληρώσει για το δωμάτιο.
- "Τι χρωστάω;" λέει ο Βλάχος.
- "Χρωστάς;", λέει ο υπάλληλος, "πάρε και 30 χιλιάρικα!". Ξαφνιασμένος ο τσοπάνης πηγαίνει στο χωριό για να πει τι του έτυχε στην πρωτεύουσα. Πηγαίνει στο καφενείο και λέει με υπερηφάνεια τι του είχε συμβεί, όμως κανείς δεν τον πίστευε. Λέει ο Βλάχος αφού δε με πιστεύετε στείλτε το δήμαρχο στην Αθήνα στο ίδιο ξενοδοχείο να διαπιστώσει αν είναι αλήθεια τα λεγόμενα μου.
Πράγματι πάει ο Δήμαρχος στο ίδιο μέρος. Το βράδυ που κοιμόταν πετάγονται μέσα απο το σκοτάδι δύο γκομενάρες και τον χαϊδολογάνε. Τι να κάνει ο άμοιρος (αν και παντρεμένος) τις πηδάει. Πάει να πληρώσει την άλλη μέρα:
Δήμαρχος:
"Τι χρωστάω;"
Υπάλληλος:
"Χρωστάς;", "Πάρε και 30 χιλιάρικα".
Ενθουσιασμένος ο δήμαρχος πάει και λέει τα νέα στο καφενείο του χωριού, μα και πάλι κανείς δεν τον πίστευε. Αγανακτισμένος ο δήμαρχος λέει:
- "Αφού δε με πιστεύετε στείλτε τον παπά του χωριού".
Με τα χίλια ζόρια τον ψήνουν τον παπά και πάει (σίγουρος για το αντίθετο απο τα λεγόμενα) πάει στο ίδιο ξενοδοχείο. Το βράδυ που κοιμάται πετάγονται δύο γυναικάρες τον χαϊδολογάνε. Τι να κάνει ο παπάς υποκύπτει ενώπιον του Κυρίου. Την άλλη μέρα πάει να πληρώσει:
Παπάς:
"Τι χρωστάω τέκνον μου;
Υπάλληλος:
"Χρωστάς;", "Πάρε και 100 χιλιάρικα."
Παπάς:
"Μα γιατί τέκνον μου εμένα μου έδωσες 100 χιλιάρικα και στους άλλους δύο που ήρθαν 30;"
Και απαντάει ο υπάλληλος:
- "Τι να κάνουμε πάτερ, πρώτη φορά γυρνάμε τσόντα με παπά".
Μόλις τα κατάφεραν να ξεφύγουν από το γλέντι του γάμου οι νεόνυμφοι, μπαίνουν μέσα στο αυτοκίνητο, που θα τους μετέφερε στο ξενοδοχείο τους;
Αλλά, νέοι και βιαστικοί, έπιασαν... δουλειά μέσα στο αυτοκίνητο κι άσε τον οδηγό να... οδηγεί, πράγμα βεβαίως τελείως επικίνδυνο, γιατί πώς να οδηγήσει ο άνθρωπος, με το μάτι καρφωμένο στο εσωτερικό
Καθρέφτη;
Κάποια στιγμή ο οδηγός, που, όπως αποδείχτηκε, κοίταζε και λίγο έξω, (όχι μόνο τον καθρέφτη), επεσήμανε οδικές εργασίες μπροστά τους και ένα φορητό φανάρι, που ήταν κόκκινο.
- Φίλε, δεν μπορώ να κάνω τίποτ άλλο, από του να περιμένω τη σειρά μου, λέει ο οδηγός στο γαμπρό, που, όπως είπαμε, είχε πέσει στο βάζο με το γλυκό!
- Να βρεις δικιά σου, λέει ο γαμπρός. Αυτή εδώ είναι όλη δική μου!
(Μοναχοφάγος ο γαμπρός και δεν ακολουθούσε τις προσταγές του Πλάτωνα, που είπε ότι τα πάντα πρέπει να ναι κοινά, ακόμη κι οι... γυναίκες!)