Ανέκδοτα για παππούδες και γιαγιάδες

Ένας γέρος που ήταν άρρωστος ήταν στο νοσοκομείο και ήθελε να εκφράσει την τελευταία του επιθυμία. Έτσι λέει στο νοσοκόμο:
- Αγόρι μου… πήγαινε σε παρακαλώ στο σαλόνι και φέρε μου τις αγαπημένες μου χνουδωτές παντόφλες που είναι κάτω από το καθιστικό. Είναι και οι δύο εγγονές μου εκεί.
Ο νοσοκόμος λοιπόν πάει στο σαλόνι και τι βλέπει; Tις δύο εγγονές του παππού οι οποίες ήταν γκομενάρες. Τότε με μεγάλη άνεση τις πλησιάζει και τους λέει:
- Ο παππούς σας, σαν τελευταία του επιθυμία, μου είπε πως θέλει να σας πη…. Ω και τις δύο!
Τότε οι κοπέλες πετάγονται και του λένε:
- Αποκλείεται! Ούτε που να το σκέφτεσαι. Δεν υπάρχει ενδεχόμενο να έχει πει τέτοιο πράγμα ο παππούς.
Και εκείνος φωνάζει στον παππού:
- Παππού και τις δύο;
Κι εκείνος λέει:
- Ναι, ναι, και τις δύο παιδί μου!
Συζητούσε κάποιος φίλος με μια γιαγιά και μετά από αρκετή ώρα το θέμα έφτασε στα… σεξουαλικά της γιαγιάς.
- Και δε μου λες, κυρά-Γιώργαινα, εκείνο το καιρό κοιμόταν όλη η οικογένεια στρωματσάδα σ  ένα δωμάτιο. Αν θέλατε να κάνετε τίποτα με τον κυρ-Γιώργο, πώς τα βολεύατε?
- Ε, παιδάκι μ , περιμέναμε να κοιμηθούν οι υπόλοιποι κι άμα ήθελε ο Γιώργης, σφύριζε κι εγώ καταλάβαινα...
- Καλά, αν ήθελε ο Γιώργης, σφύριζε. Αν ήθελες εσύ όμως?
- Τότε του  λεγα… «σφύριξες Γιώργο μ  ?»
Ήταν κάποιος που μόλις είχε αγοράσει ένα καινούργιο αυτοκίνητο. Οδηγώντας προς το σπίτι του, συναντάει στο δρόμο μια γιαγιά, η οποία του ζητά να την πάει στο χωριό.
Μπαίνει μέσα στο αμάξι η γιαγιά και ο οδηγός ξεκινά γρήγορα, βγαίνει στην εθνική οδό και ανεβάζει ταχύτητα 100, 150, 200 και πιάνει 250χλμ/ώρα τελική. Όπως πηγαίνει γρήγορα, πατάει και σκοτώνει μια χελώνα. Αρχίζει η γιαγιά να φωνάζει και να λέει «σκότωσες το ζώο του θεού, τί έκανες, πάει το ζωντανό». Αυτός νευριασμένος γυρνάει και της λέει:
- Γιαγιά ξέρεις να οδηγείς;
- Όχι, απαντά η γιαγιά.
- Τότε σκάσε, της λέει όλο νεύρα ο οδηγός.
Παρακάτω χτυπά μια αγελάδα και η γιαγιά αρχίζει να λέει πάλι «σκότωσες το ζώο του θεού, τί έκανες κακούργε!». Αυτός πολύ νευριασμένος γυρνά και της λέει:
- Γιαγιά ξέρεις να οδηγείς;
- Όχι, απαντά η γιαγιά.
- Τότε σκάσε, της ξαναλέει ο οδηγός.
Η γιαγιά σκέφτεται ότι δεν μπορεί να συνεχισθεί αυτό και παρακάτω αν την ξαναρωτήσει, θα απαντήσει ναι. Παρακάτω λοιπόν, καθώς έτρεχε με 250χλμ/ώρα, χτυπάει ένα ζευγάρι ηλικιωμένωνν που έβγαινε από την εκκλησία. Αρχίζει να φωνάζει πάλι η γιαγιά «τί έκανες, σκότωσες τους χριστιανούς» και τότε ο οδηγός γυρνά νευριασμένος και της λέει:
- Γιαγιά ξέρεις να οδηγείς;
- Ναι, απαντά αυτή τη φορά η γιαγιά.
- Ε τότε, πού είναι το φρένο;
Ήταν μια φορά  ένα σχολείο με πλουσιόπαιδα και κάνανε σκέψεις για το μέλλον. Λέει λοιπόν η Αννι: – Ξύπνησα το πρωί πήρα πρωινό και πήρα τηλέφωνο τη μάνα μου στο γραφείο μας στον Καναδά και έλειπε. Την πήρα στην Ελβετία και έλειπε. Μάλλον ήταν στο Σικάγο. Μπράβο, λέει η κυρία. Για πες μας εσύ Νικ. Εγώ κυρία πήγα στο γκαράζ και είδα ότι η Lotus έλειπε. Έλειπε και η Ferrari. Μάλλον οι γονείς μου έφυγαν με την Porsche. Μπράβο Νικ λέει η κυρία. Είπαν όλοι, λέει η Κυρία και στον Βαγγέλη, για πες μας και εσύ. Tι να πω εγώ κυρία εγώ φτωχός είμαι! – όχι πες μας – Εντάξει, λέει ο Βαγγέλης, θα σας πώ: – Εγώ κυρία πήγα στο κοτέτσι και η γιαγιά έλειπε, πήγα στο χωράφι και η γιαγιά έλειπε. Πήγα στη στάνη και ξαφνικά βλέπω τη γιαγιά να κατεβαίνει από το βουνό με μια εφημερίδα στη μασχάλη της αλλά η γιαγιά μου δεν ξέρει γράμματα μάλλον είχε πάει για χέσιμο!
Ένας Εβραίος προσπαθεί πολύ καιρό να μιλήσει με τον Θεό. Μετά από μεγάλη επιμονή (χαρακτηριστικό των Εβραίων), τα καταφέρνει.
- Θεέ μου, έχω μια επιχείρηση, ένα εστιατόριο και τα πάω πολύ καλά.
- Αυτό είναι καλό, λέει ο Θεός.
- Ναι, αλλά ξέρεις, Κύριε, αυτό το εστιατόριο δεν το άνοιξα εγώ, αλλά ο πατέρας μου.
- Και;
- Λοιπόν, στην πραγματικότητα ούτε αυτός το άνοιξε, ήταν από τον παππού μου.
- Και; – Λοιπόν, ούτε ο παππούς μου το άνοιξε, το κληρονόμησε από τον προπάππου μου.
- Καταλαβαίνω, είναι μια οικογενειακή επιχείρηση, αλλά ποιο είναι το πρόβλημα;
- Λοιπόν, ο προπάππους ούτε αυτός το άνοιξε, αλλά το κληρονόμησε από τον πατέρα του…
- Καταλαβαίνω άνθρωπέ μου, αλλά πού θες να καταλήξεις;
- Στον γιο σου τον Ιησού. Εκείνο το Μυστικό Δείπνο δεν το πλήρωσε…….
Σκηνή 1
Ο πονηρός επιχειρηματίας, κλείνει το μάτι στην γραμματέα, λέγοντάς της :
- Είσαι για μια όμορφη βδομάδα στο εξωτερικό, εσύ κι εγώ; Θα το κάνουμε να φανεί σαν επαγγελματικό ταξίδι!
Σκηνή 2
Η γραμματέας τηλεφωνεί αμέσως στον άντρα της :
- Έλα γλυκέ μου, για μια βδομάδα, το αφεντικό μου κι εγώ πρέπει να πάμε στο εξωτερικό, γι αυτό να προσέχεις τον εαυτό σου, έτσι, αγάπη μου;
Σκηνή 3
Ο κατεργάρης σύζυγος τηλεφωνεί στην κρυφή ερωμένη του :
- Η γυναίκα μου πάει στο εξωτερικό για μια βδομάδα, ας περάσουμε αυτή τη βδομάδα μαζί.
Σκηνή 4
Η κρυφή ερωμένη τηλεφωνεί στο μικρό μαθητή που του κάνει ιδιαίτερα μαθήματα :
- Για μια βδομάδα έχω μια σοβαρή δουλειά, οπότε δεν χρειάζεται να έρχεσαι για μάθημα.
Σκηνή 5
Ο μικρός μαθητής τηλεφωνεί στον παππού του :
- Παππού για μια βδομάδα δεν έχω μαθήματα, γιατί η δασκάλα μου έχει δουλειά. Να περάσουμε αυτή τη βδομάδα μαζί;
Σκηνή 6
Ο παππούς επιχειρηματίας τηλεφωνεί στη γραμματέα του :
- Συγγνώμη, αλλά αυτή τη βδομάδα θα πρέπει να την περάσω με τον εγγονό μου, οπότε, δυστυχώς θα πρέπει να αναβάλουμε αυτό το «επαγγελματικό» ταξίδι που κανονίσαμε.
Σκηνή 7
Η γραμματέας τηλεφωνεί στον άντρα της :
- Αγάπη μου, αυτή τη βδομάδα το αφεντικό μου έχει μια δουλειά, κι έτσι ακυρώσαμε το επαγγελματικό μας ταξίδι.
Σκηνή 8
Ο σύζυγος τηλεφωνεί στην ερωμένη δασκάλα :
- Με συγχωρείς, δεν θα μπορέσουμε να περάσουμε μαζί αυτή τη βδομάδα. Η γυναίκα μου ακύρωσε το ταξίδι της.
Σκηνή 9
Η δασκάλα τηλεφωνεί στο νεαρό αγόρι :
- Κοίτα, ακυρώθηκε η έκτακτη δουλειά που είχα, οπότε, έλα κανονικά στα μαθήματά σου
Σκηνή 10
Ο νεαρός μαθητής τηλεφωνεί στον παππού του :
- Παππού, η δασκάλα μου δεν έχει τελικά δουλειά αυτή τη βδομάδα, κι έχω μαθήματα, κανονικά. Συγγνώμη, αλλά δεν θα μπορέσω να σου κάνω παρέα.
Σκηνή 11
Ο επιχειρηματίας στη γραμματέα :
- Κοίτα, μην ανησυχείς γι αυτό που σου είπα, θα πάμε το «ταξιδάκι» μας τελικά. Κάνε κανονικά τις κρατήσεις.
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες τα τηλεφωνήματα ακόμα συνεχίζονται...
Μπαίνει ένας παππούς στο Super Market και ζητά από τον πωλητή μια φέτα καρπούζι!
- Μα, του λέει ο πωλητής, παππού δεν γίνεται να σου δώσω μόνο μία φέτα. Πρέπει να το πάρεις ολόκληρο.
- Και τι να το κάνω; Εγώ θέλω μόνο μία φέτα.
- Μα σας εξήγησα ήδη ότι κάτι τέτοιο δεν γίνεται.
- Όχι εγώ θέλω μόνο μία φέτα. Να μου τη δώσεις αμέσως.
Με τα πολλά ο πωλητής εκνευρίζεται και πάει στον διευθυντή.
- Κύριε διευθυντά είναι έξω ένας σκατόγερος και ζητάει επίμονα μία φέτα καρπούζι αντί ολόκληρο.
Ξαφνικά βλέπει το διευθυντή να του κάνει νόημα και καταλαβαίνει ότι πίσω του είναι ο παππούς.
Καρπούζι και πολύ ευχαρίστως να τον εξυπηρετήσουμε τέτοιον καλό πελάτη και αξιότιμο κύριο
Ευχαριστημένος ο παππούς παίρνει τη φέτα του και φεύγει.
- Μπράβο βρε παιδί μου, λέει ο διευθυντής. Πώς το χειρίστηκες έτσι το θέμα! Πού ήσουν τόσο καιρό; Θα εισηγηθώ να πάρεις προαγωγή. Από που είπαμε ότι είσαι;
- Κύριε διευθυντή δεν θα το ξέρετε έτσι κι αλλιώς.
- Πες μου παιδί μου.
- Ένα κωλοχώρι είναι. Βγάζει μόνο πουτάνες και ποδοσφαιριστές.
- Ε, ναι ποιο είναι;
- Κωλοπετεινίτσα το λένε.
- ΑΑΑ από εκεί είναι η γυναίκα μου.
- Σοβαρά; Και σε ποια ομάδα παίζει;
Ένας παππούς κερδίζει σε ένα διαγωνισμό δύο εβδομάδες δωρεάν διαμονή σε ένα εξωτικό μέρος σε ξενοδοχείο πέντε αστέρων όλα πληρωμένα. Αφού τακτοποιήθηκε αποφάσισε να πάει να απολαύσει τον ήλιο και τη θάλασσα. Έτσι λοιπόν πηγαίνει σε μια παραλία γυμνιστών και αφού απλώνει την πετσετούλα του γδύνεται εντελώς μια και κανείς δεν τον γνώριζε σε εκείνα τα μέρη. Κάθεται ανάσκελα την πρώτη μέρα για να μαυρίσει από μπροστά. Ξάφνου βλέπει μια γυμνή θεογκόμενα να τον κοιτάζει με νόημα στο επίμαχο σημείο. Τι να κάνει κι ο παππούς του σηκώθηκε.
Η γκόμενα τον πλησιάζει και του λέει με φωνή γεμάτη πάθος και υπονοούμενα:
" με φώναξες παππού?"
"Όχι" της απαντά εκείνος σαστισμένος και ντροπιασμένος με την κατάσταση του.
"¨Εσύ μπορεί όχι αλλά με κάλεσε η "φύση" σου. Και μια και δύο καβαλάει τον παππού και του πετάει τα μάτια έξω.
Την επόμενη μέρα κατεβαίνει ξανά στην παραλία ο παππούς , γδύνεται τελείως και ξαπλώνει μπρούμυτα για να μαυρίσει από την πίσω μεριά και που ξέρεις...
Εκεί που απολάμβανε τον ήλιο του ξεφεύγει μια πορδή.
Ξάφνου τον πλησιάζει ένας αράπης και του λέει
"Με φώναξες παππού?"
"Όχι παιδί μου", του λέει ο παππούς.
"Εσύ όχι αλλά με φώναξε η "φύση" σου.
Και τότε γυρίζει ο παππούς και του λέει.
"Κοίταξε να δεις παιδί μου εμένα μου σηκώνεται μια φορά το χρόνο αλλά κλάνω τουλάχιστον δέκα φορές τη μέρα"
Ήταν τώρα ένα μικρό παιδάκι και ρωτάει τον παππού του.
- "Παππού παππού ποιο είναι το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο;" Του απαντάει και ο παππούς του:
- "Αγόρι μου το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο είναι η σοκολάτα." Ξαναρωτάει το παιδί:
- Παππού παππού σίγουρα το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο είναι η σοκολάτα; - Αγόρι μου θα σου πω κάτι αλλά δεν θα το πεις σε κανέναν. Το πιο γλυκό πράγμα στο κόσμο είναι το μουνί. Την επόμενη μέρα πάει το αγοράκι και ρωτάει την γιαγιά του:
- Γιαγιά γιαγιά ποιό είναι το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο; Του λέει και η γιαγιά του:
- Αγοράκι μου το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο είναι η καραμέλα. - Γιαγιά σίγουρα το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο είναι η καραμέλα; Η γιαγιά του ξαναπαντάει με σιγουριά καταφατικά:
- Ναι αγόρι μου το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο είναι η καραμέλα. Τότε της λέει ο μικρός:
- Γιαγιά εμένα ο παππούς μου είπε οτι το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο είναι το μουνί. Γιωργάκι μου, του απαντάει η γιαγιά του, Εεεμ ο παππούς σου δεν έχει φάει κανα πο**σο να δει τι γλυκός που είναι!
Στη τάξη του Μπόμπου η δασκάλα είπε στα παιδιά να φέρουν την άλλη μέρα μαζί τους από ένα ζωάκι για το μάθημα της ζωολογίας...
Την επομένη ο μικρός Γιαννάκης έφερε μαζί του ένα γατάκι, ο Γιωργάκης ένα παπαγαλάκι, η Αγγελικούλα ένα σκυλάκι κι η Ελενίτσα έφερε ένα χάμστερ (δε ξέρω πως το λένε ελληνικά το χάμστερ... Αν ξέρει κάποιος ας με ενημερώσει...) Ο Μπόμπος είχε φέρει δεμένο απ το λαιμό μ ένα δερμάτινο λουρί... Τον παππού του και τραβώντας τον με αυτό τον οδήγησε στη τάξη...
- Τί είναι αυτά Μπόμπο; του είπε αυστηρά η δασκάλα... Γιατί κουβάλησες δεμένο το παππού σου έτσι;
- Τον έφερα για λύκο, κυρία -Τι είναι αυτά που λες παιδί μου; Πώς μπορεί να είναι λύκος ο παππούς σου;
Τότε ο Μπόμπος σκύβει στο αυτί του παππού και τον ρωτά ψιθυριστά "Ψιτ παππού, πόσο καιρό έχεις να κάνεις έρωτα με τη γιαγιά;"
Και ο παππούς δυνατά:
- Ου ου ου ου ου ου ου
Πάει μια φορά ένας παππούς 97 χρονών να κάνει ασφάλεια ζωής. Ο ασφαλιστής φυσικά δεν είχε σκοπό να συμφωνήσει με τον παππού λόγω της ηλικίας του. Ρωτάει λοιπόν τον παππού για ποιο λόγο θέλει να κάνει ασφάλεια ζωής. Λέει τότε ο παππούς ότι φοβόταν αφού επρόκειτο να κάνει ένα μακρύ ταξίδι στην Αμερική. Τότε γίνεται ο εξής διάλογος - "Και γιατί θα πάτε στην Αμερική;"
- "Γιατί πρέπει να συνοδεύσω τον πατέρα μου."
- "Καλά και πόσο χρονών είναι ο πατέρας σου;"
- "123 χρονών."
- "Και τι θα κάνεις με τον πατέρα σου στην Αμερική;"
- "Θα παντρέψουμε τον παππού μου."
Σοκαρισμένος ο ασφαλιστής ρωτάει:
- "Και πόσο χρονών είναι ο παππούς σου;"
- "144 χρονών."
- "Και γιατί παντρεύεται ο παππούς;"
- "Γιατί επιμένουν οι γονείς του..."