Ανέκδοτα για παππούδες και γιαγιάδες

Ένας παππούς 97 ετών πάει σε έναν ασφαλιστή.
- Γειά σας, θέλω να κάνω μια ασφάλεια ζωής.
- Τι λες ρε παππού, ασφάλεια ζωής, τρελάθηκες, πόσο είσαι;
- 97 ετών, λέει ο παππούς.
Τρελαίνεται ο ασφαλιστής.
- Μιλάς σοβαρά τώρα; Τί να την κάνες;
- Να, θέλω να πάω με τον πατέρα μου ένα ταξίδι στο εξωτερικό και καλό είναι να είμαστε ασφαλισμένοι.
Ο ασφαλιστής έχει τρελαθεί!
- Με τον πατέρα σου; Πόσο είναι εκείνος;
- Ε, 125 τον άλλο μήνα.
- Και τι θα κάνετε στο εξωτερικό;
- Να μωρέ, πηγαίνουμε να επισκεφτούμε τον παππού μου.
Ο ασφαλιστής χτυπάει το κεφάλι του στο γραφείο.
- Τι λε ρε μπάρμπα, με κοροϊδεύεις; Πόσο είναι ο παππούς σου;
- Κλείνει τα 142 σε μια βδομάδα.
- Και τι θα κάνετε εκεί;
- Παντρεύεται και πάμε στο γάμο!
Ο ασφαλιστής έχει σκαρφαλώσει στο πρεβάζι και είναι έτοιμος να φουντάρει.
- Και... Γιατί παντρεύεται;
- Μαλακίες μωρέ, τον πιέζουν οι γονείς του!
Η γιαγιούλα η καημένη πλησίαζε τα 80 και για να έχει ήσυχο το κεφάλι της κάλεσε μια μέρα ένα δικηγόρο στο σπίτι της για να του υπαγορεύσει τη διαθήκη της.
Ερχεται λοιπόν ένας νεαρός γύρω στα τριάντα και βγάζοντας ένα μπλοκ και στυλό, κάθεται απέναντί της στο καναπέ του σαλονιού και αρχίζει να γράφει ότι του έλεγε η γιαγιά.
Ρίχνοντας μια ματιά στο τραπέζι μπροστά του βλέπει ένα μεγάλο μπωλ με αμύγδαλα.
- Μπορώ να πάρω κανένα; ρωτάει με ευγένεια την ηλικιωμένη γυναίκα.
- Και το ρωτάς αγόρι μου; Οσα θέλεις να πάρεις, του απαντάει εκείνη χαμογελαστά.
Αρχίζει λοιπόν κι ο φίλος μας να τρώει τα αμυγδαλάκια το ένα μετά το άλλο. Πέρασε καμμιά ώρα με την υπαγόρευση και συνειδητοποίησε με έκπληξη ότι τα είχε φάει τελικά όλα.
- Χίλια συγγνώμη που σας τα έφαγα όλα τα αμύγδαλα, της είπε με απολογητικό ύφος ο δικηγόρος. Ξέρετε είχα σκοπό να φάω μόνο ένα δύο, αλλά παρασύρθηκα.
- Μη το σκέφτεσαι καθόλου αγόρι μου, του απάντησε γλυκά η γιαγιούλα. Αλλωστε από τότε που έβαλα μασέλα, δεν μπορώ εγώ να τα φάω. Μόνο τη σοκολάτα απέξω γλείφω και τα ξαναβάζω στο μπωλ.
Το σπίτι του μικρού Θωμά είναι γεμάτο με συγγενείς, που έχουν έρθει για τη γιορτή του μπαμπά.
Εκεί που τρώνε και κουβεντιάζουν ο παππούς παρατηρεί ότι ο Θωμάς έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για τη συζήτηση. Βγάζει λοιπόν απ το πορτοφόλι του ένα πεντοχίλιαρο κι ένα δεκαχίλιαρο και λέει στο μικρό Θωμά να διαλέξει ένα. και να το κρατήσει. Ο μικρός διαλέγει το πεντοχίλιαρο και ο παππούς, απορημένος απ την κακή επιλογή του εγγονού του, βγάζει άλλο ένα πεντοχίλιαρο απ το πορτοφόλι του και το ακουμπάει πάνω στο τραπέζι. Πάλι ο μικρός Θωμάς διαλέγει το πεντοχίλιαρο και αγνοεί το δεκαχίλιαρο.
Η σκηνή επαναλαμβάνεται κάμποσες φορές. Μετά ο παππούς τον πάει σ έναν απ τους θείους και του λέει πόσο βλαξ είναι ο μικρός Θωμάς, που πάντα διαλέγει το πεντοχίλιαρο και κάνει και μια επίδειξη, αλλά πάλι ο Θωμάς διαλέγει το μικρότερο χαρτονόμισμα. Συνεχίζει και κάνει το γύρω του τραπεζιού, δείχνοντας σε όλους την
Προτίμηση του εγγονού του στα πεντοχίλιαρα. Τελικά φτάνουν και στον πατέρα του Θωμά..
Ο πατέρας, πιασμένος σε μια συζήτηση μ ένα απ τ αδέλφια του, δε δίνει και μεγάλη σημασία.
Όταν τα φαγητό τελείωσε, παίρνει ο πατέρας το γιο του παράμερα και τον ρωτάει αν ξέρει τη διαφορά ανάμεσα σ ένα πεντοχίλιαρο κι ένα δεκαχίλιαρο.
- Φυσικά και την ξέρω, απαντάει ο μικρός Θωμάς.
- Τότε γιατί διαλέγεις πάντα το πεντοχίλιαρο; ρωτάει απορημένος ο πατέρας.
- Μήπως νομίζεις ότι, αν είχα διαλέξει το δεκαχίλιαρο, ο παππούς θα επαναλάμβανε το ίδιο πράμα 15 φορές; αποκρίνεται ο μικρός Θωμάς.
Ήταν 2 πούστηδες μέσα σε ένα αεροπλάνο που πέταγε νύχτα. Αφού περνάει λίγη ώρα πτήσης, ο ένας πούστης λέει στον άλλον:
- Έλα να το κάνουμε!
Ο άλλος, πιο ντροπαλός, απαντάει:
- Μα είμαστε μέσα σε αεροπλάνο και θα μας δούνε, άσε που ντρέπομαι κιόλας.
Ο άλλος προσπαθώντας να τον πείσει του λέει:
- Θα πάς και θα ζητήσεις από κάθε επιβάτη μια τσίχλα και αν δεν απαντήσει κανείς σημαίνει ότι κοιμούνται όλοι και θα το κάνουμε!
Έτσι κι έγινε. Πάει ο άλλος και ζητάει τσίχλα αλλά κανείς δεν ανταποκρίνεται και έτσι το κάνανε! Μόλις προσγειώθηκε το αεροπλάνο, όπως συνηθίζεται, η αεροσυνοδός ρωτάει τους επιβάτες πως ήταν η πτήση. Όταν έφτασε η σειρά των πούστηδων, αυτοί απάντησαν κατενθουσιασμένοι πως ήταν υπέροχα!
Όταν στο τέλος ρώτησαν έναν παππούλη, που καθόταν στην τελευταία θέση, εκείνος απάντησε:
- Ωραία ήταν αλλά με πόναγε λίγο το κεφάλι μου.
Η αεροσυνοδός απάντησε:
- Γιατί παππού δεν ζήτησες μια ασπιρίνη; Όλο και κάποιος επιβάτης θα είχε.
Και ο παππούς με περίεργο ύφος απαντάει:
- Τι λες κορίτσι μου, εδώ ο άλλος μια τσίχλα ζήτησε και τον γαμήσανε, εγώ ασπιρίνη θα ζητήσω;
Το ζεύγος παντρεμένο 50 χρόνια. Μια μέρα στο τραπέζι του πρωινού λέει η γιαγιά:
- Σκέψου αγάπη μου, πριν 50 χρόνια καθόμασταν σ αυτό το τραπέζι μαζί.
- Το ξέρω, απαντάει ο γέρος. Πριν 50 χρόνια καθόμασταν εδώ ολόγυμνοι σαν πιτσουνάκια και απολαμβάναμε το πρωινό μας.
- Ας ξαναζήσουμε αγάπη μου εκείνα τα όμορφα χρόνια, πρότεινε η γριά. Έτσι κι έγινε. Έβγαλαν και οι δύο τα ρούχα τους και κάθισαν ξανά.
- Ξέρεις αγάπη μου, είπε η γριά γεμάτη ενθουσιασμό, οι ρώγες μου είναι τόσο καυτές για σένα όσο ήταν και πριν από 50 χρόνια.
- Δεν εκπλήσσομαι, είπε ο γέρος. Η μία είναι μέσα στο τσάι και η άλλη μέσα στην ομελέτα!
Πάει ο τύπος στο νοσοκομείο, να επισκεφθεί τον 85χρονο παππού του.
- Πώς τα περνάς εδώ πέρα, παππού; ρωτάει.
- Υπέροχα! απαντάει ο παππούς.
- Το φαΐ είναι καλό; ξαναρωτάει ο τύπος.
- Τέλειο! λέει ο παππούς.
- Σε φροντίζουν καλά οι νοσοκόμες; συνεχίζει ο εγγονός.
- Καλύτερα δε γίνεται. Και τι μανούλια που είναι!
- Κοιμάσαι καλά τις νύχτες;
- Κανένα πρόβλημα. 9 ώρες αδιατάρακτου ύπνου. Στις 10 κάθε βράδυ μας φέρνουν το κακάο μας και το βιαγκρά και αυτό είναι. Κοιμάμαι σαν πουλάκι. Ο εγγονός, προβληματισμένος από την τελευταία απάντηση του παππού του, πάει και βρίσκει την προϊσταμένη.
- Απ ό,τι ακούω, της λέει, δίνεται σε 85ντάρηδες ασθενείς βιαγκρά, σε καθημερινή βάση. Μήπως έχω λάθος πληροφορίες;
- Όχι, πολύ σωστές είναι οι πληροφορίες σας, λέει η προϊσταμένη. Κάθε βράδυ στις 10, μια κούπα κακάο κι ένα χαπάκι βιαγκρά. Και δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο υπέροχα δρουν αυτά τα δυο στους ασθενείς: Το κακάο ενεργεί σαν υπνωτικό και το βιαγκρά δεν τους αφήνει να πέσουν απ το κρεβάτι...
Σε ένα σχολείο με πλουσιόπαιδα βάζει η δασκάλα άσκηση για τη χρήση του επιρρήματος "προφανώς" στις προτάσεις.
Ξεκινάει η Ζέτα, κόρη βιομήχανου:
- Προχθές στη δεξίωση, δοκίμασα τα ορεκτικά και ήταν πολύ αλμυρά. Προφανώς το χαβιάρι δεν ήταν καλής ποιότητας.
- Μπράβο Ζέτα, λέει η δασκάλα και δίνει το λόγο στον Αρθούρο.
- Το Σάββατο κατεβήκαμε στο γκαράζ και είδα μόνο τη Bugatti και τη Bentley. Προφανώς ο μπαμπάς είχε πάει βόλτα με τη Rolls Royce.
Σειρά της Έλενας:
- Το καλοκαίρι πήγαμε κρουαζιέρα με τη μεγάλη μας θαλαμηγό. Προφανώς το μικρότερο σκάφος έμεινε στην ιδιωτική μαρίνα μας.
- Μπράβο Ελενίτσα, λέει η δασκάλα και αναγκαστικά δίνει το λόγο και στον Τοτό:
- Το καλοκαίρι που ήμουν στο χωριό, είδα τη γιαγιά να αρπάζει τη Financial Times του μπαμπά από το τραπέζι και να τρέχει προς το βουνό. Προφανώς την είχε πιάσει κόψιμο.
Ένας Άγγλος, ένας Γάλλος και ένας Έλληνας συλλαμβάνονται από ανθρωποφάγους στην Αφρική.
Ο αρχηγός προ σφέρεται να ελευθερώσει όποιον τα καταφέρει σε τρεις δοκιμασίες: να πιεί ένα τόνο κρασί, να βγάλει ένα αγκάθι από το πόδι του ιερού λιονταριού και να κάνει σεξ στην εκατοντάχρονη γιαγιά του.
Οδηγούν τον Άγγλο στην καλύβα με το κρασί, αρχίζει να πίνει δεν φτάνει ούτε στη μέση. Οι ιθαγενείς τον τρώνε.
Aκολουθεί ο Γάλλος. Πίνει, πίνει... σταματάει λίγο πριν το τέλος. Τον τρώνε κι αυτόν.
Eρχεται η σειρά του Έλληνα. Μπαίνει στην καλύβα και μετά από πέντε ώρες βγαίνει τρεκλίζοντας αφού έχει πιεί όλο το κρασί. Τον πηγαίνουν στη δεύτερη καλύβα με το λιοντάρι, μετά από λίγο ακούγονται βρυχηθμοί, κραυγές, ουρλιαχτά και μετά από τρεις ώρες βγαίνει ο Ελληνάρας με σχισμένα ρούχα, γρατζουνισμένος, φέσι ακόμα από το μεθύσι, και λέει στον αρχηγό:
- Πηγαινέ με τώρα στη γιαγιά σου να της βγάλω το αγκάθι από το πόδι.
Στα ιατρεία του ΙΚΑ, μια συμπαθητική γιαγιά μπαίνει στο γραφείο του παθολόγου για εξέταση.
- "Γιατρέ μου εδώ και κάτι μήνες, έχω πολύ συχνά ανάγκη για αέρια. Ευτυχώς ούτε μυρίζουν, ούτε ακούγονται στους γύρω μου, αλλά τελευταία η αυξανόμενη συχνότητα με κάνει να ανησυχώ. Είναι φυσιολογικό αυτό;"
Ο γιατρός ατάραχος γράφει γρήγορα μια συνταγή:
- "Θα δώσεις την συνταγή στο φαρμακοποιό σου και θα μου έρθεις πάλι σε 15 μέρες".
Ευχαριστημένη η γιαγιά, παίρνει την συνταγή και φεύγει. Μετά από 15 μέρες η γιαγιά εμφανίζεται πάλι:
- "Γιατρέ μου πήρα τα φάρμακα που μου δώσατε, αλλά από προχθές τα αέρια που σας έλεγα άρχισαν να βρωμάνε αφόρητα! Πάλι καλά που δεν ακούγονται, αλλά με φέρνουν σε δύσκολη θέση. Σας παρακαλώ κάντε κάτι..."
Ο γιατρός ατάραχος και πάλι, παίρνει από το γραφείο του ένα ξυλάκι και έναν μικροσκοπικό φακό. Ανοίγει προσεκτικά το ρουθούνι της γιαγιάς και ευχαριστημένος της λέει:
- "Ωραία! Τώρα που ξεβούλωσε η μυτούλα, να δούμε τι θα κάνουμε και με τα αυτάκια!"