Skip to main content
Πάει ένας να δώσει εξετάσεις για το δημόσιο.
- Γειά σας, είμαι εδώ για την συνέντευξη. Θέλω να προσληφθώ στο δημόσιο.
- Πολύ καλά, αλλά πρώτα πρέπει να σας κάνω μία ερώτηση για να δω τα προσόντα σας.
- Πολύ ευχαρίστως, πείτε μου.
- Πού την έχεις την σελήνη σου;
- Συγνώμη;
- Λέω, πού την έχεις την σελήνη σου;
- Συγνώμη κύριε, αλλά αυτό τί σχέση έχει με την δουλειά;
- Καλά ρε, τον χειμώνα που δεν θα έχει να βαράτε μύγες, τί θα κάνεις με τους συναδέλφους σου; Μαλακίες; Δεν θα μιλάτε για τα ζώδια;
- Μα όχι κύριε, θα δουλεύω.
- Α, ωστε μασ απειλεισ κιολασ, ε;
Μια γριά πάει στην Εμπορική Τράπεζα και λέει ότι θέλει να δει τον πρόεδρο.
Τη ρωτάει ο ταμίας γιατί και λέει ότι θέλει να κάνει μια μεγάλη κατάθεση και θα την κάνει μόνο στον πρόεδρο. Με τα πολλά, μετά από καμιά ώρα την πάνε στο γραφείο του προέδρου. Μετά τα τυπικά τη ρωτάει ο πρόεδρος γιατί επέμενε να δει τον ίδιο και λέει ότι θέλει να κάνει μια μεγάλη κατάθεση.
- Τι ποσό; ρωτάει ο πρόεδρος.
- 300.000 Ευρώ, απαντάει η γριά.
- Μπορώ να ρωτήσω πώς το μαζέψατε αυτό το ποσό, ρωτάει ο πρόεδρος.
- Από σίγουρα στοιχήματα, του λέει εκείνη.
- Δηλαδή;
- Για παράδειγμα, του λέει, βάζω στοίχημα 20.000 Ευρώ ότι τα αρχ... σου είναι τετράγωνα. Και για να είναι έγκυρο το στοίχημα θα έρθω αύριο στις 10 ακριβώς με το δικηγόρο μου να το επικυρώσει.
- Εντάξει, της λέει εκείνος.
Το βράδυ που πάει σπίτι ο πρόεδρος κοιτάζει στον καθρέφτη τα αρχ... του, τα εξετάζει για να σιγουρευτεί και είναι κανονικά, όλα εντάξει.
Το επόμενο πρωί στις 10 ακριβώς ήρθε η γριά με το δικηγόρο της.
- Μπορείτε να κατεβάσετε το παντελόνι να τα εξετάσουμε; του ζητάει η γριά.
- Βεβαίως, λεέι εκείνος και το κατεβάζει.
- Μπορώ να τα πιάσω να εξακριβώσω το σχήμα τους; ρωτάει εκείνη.
- Βεβαίως, της λέει.
- Πράγματι, λέει τότε, δεν είναι τετράγωνα. Σας χρωστάω 20.000 Ευρώ.
Εκείνη τη στιγμή ο πρόεδρος βλέπει το δικηγόρο να χτυπιέται και ρωτάει τη γριά γιατί.
Και τότε η γριά του λέει:
- Είχα βάλει μαζί του στοίχημα 100.000 Ευρώ ότι στις 10 σήμερα το πρωί θα έπιανα τα αρχ... του προέδρου της Εμπορικής Τράπεζας.
Αργοπίνοντας το ποτό της, η ελεύθερη από τις τρεις φίλες λέει:
- Την περασμένη Παρασκευή, μετά τη δουλειά, πήγα στο γραφείο του φίλου μου που δούλευε ως αργά, φορώντας μόνο ένα δερμάτινο πανωφόρι. Πριν χτυπήσω την πόρτα, έβαλα μια μάσκα, άφησα το πανωφόρι να γλιστρήσει από πάνω μου, και έμεινα με ένα δερμάτινο κορσάζ, κάλτσες μαύρες νάιλον και ψηλά τακούνια. Ο φίλος μου ερεθίστηκε τόσο που κάναμε παθιασμένο έρωτα πάνω στο γραφείο του.
Η αρραβωνιασμένη αφήνει ένα νευρικό γελάκι και λέει:
- Περίπου τα ίδια είχα κι εγώ! Όταν ο αρραβωνιαστικός μου ήρθε την Παρασκευή, με βρήκε να φοράω μια μαύρη μάσκα, δερμάτινο κορσάζ, μαύρες νάιλον κάλτσες και ψηλοτάκουνες γόβες. Ερεθίστηκε τόσο, που κάναμε έρωτα όλη τη νύχτα, και τώρα θέλει να επισπεύσουμε την ημερομηνία του γάμου.
Η παντρεμένη αφήνει αργά το ποτήρι της στο μπαρ και λέει:
- Εγώ το σχεδίασα πολύ καλά. Αφησα τα παιδιά στη μητέρα μου, έκανα ένα αρωματισμένο μπάνιο, έβαλα ένα σφιχτό δερμάτινο κορσάζ, ζαρτιέρες και μαύρες νάιλον κάλτσες και δωδεκάποντες γόβες. Τελείωσα την προετοιμασία μου με μια μαύρη μάσκα. Όταν ο άντρας μου επέστρεψε από τη δουλειά του, πήγε στο ψυγείο και πήρε μια μπύρα, πήρε το τηλεκοντρόλ, με κοίταξε, κάθισε στον καναπέ και είπε:
- Δεν μου λες, Μπάτμαν, τι έχει να φάμε για βράδυ;
Πάει ένας τύπος στο ζαχαροπλαστείο, παραγγέλνει την πιο ακριβή πάστα του την φέρνουν, τρώει, πίνει το νερό και σηκώνεται να φύγει.
Τον σταματάει ο σερβιτόρος:
- Κύριε, δεν θα πληρώσετε;
- Όχι, δεν πληρώνω, γιατί ξέρω καράτε.
Ο σερβιτόρος πηγαίνει στο αφεντικό του, του διηγείται την ιστορία και το αφεντικό τον συμβουλεύει να τον αφήσει να φύγει.
Το ίδιο περιστατικό επαναλαμβάνεται καμία δεκαριά φορές και το αφεντικό προσλαμβάνει έναν επαγγελματία μποξέρ, και τον ντύνει σερβιτόρο.
Παρουσιάζεται ξανά ο ίδιος τύπος, παίρνει πάλι την ακριβότερη πάστα, δεν πληρώνει.
Ο σεβιτόρος-μποξέρ τον σταματά.
- Δεν θα πληρώσετε, κύριε;
- Α, θα είσαι καινούργιος εδώ. Εγώ δεν πληρώνω γιατί ξέρω καράτε!
- Ε, και εγώ ξέρω μπόξ.
- Ε, φάε και εσύ μια πάστα!
Είναι σε ένα κουρείο, μέρα μεσημέρι, ο κλασικός μπαρμπέρης της γειτονιάς επί το έργον...
Εκεί που ψαλιδίζει φαβορίτες, σκάει μύτη από την πόρτα ένας τύπος:
- Φίλε σε πόση ώρα μπορείς να με κουρέψεις;
Κοιτάει ο κουρέας δεξιά, κοιτάει αριστερά... κόσμος...
- Ε, σε δυο ώρες!
- Εντάξει λέει ο τυπάκος και φεύγει τρέχοντας.
Μετά από μερικές μέρες, ξανάρχεται βιαστικός ο ίδιος πελάτης. Βάζει το κεφάλι του στο μαγαζί και λέει στον κουρέα:
- Φίλε σε πόση ώρα μπορείς να με κουρέψεις;
Τον κοιτάει ο κουρέας:
- Ε, σε κάνα δυο ωρίτσες...
- OK, λέει ο τυπάκος και φεύγει βιαστικά.
Το ίδιο σκηνικό μια βδομάδα μετά..., εκεί που κουρεύει ένα περουκίνι, του έρχεται ο γνωστός τυπάκος, βιαστικός και καταϊδρωμένος.
- Φίλε σε πόση ώρα αι είναι θα με κουρέψεις;
- Ε, θέλω τρεις ώρες. Έχω κόσμο σήμερα.
Και πριν πει άλλη κουβέντα, ο τυπάκος έχει ήδη εξαφανιστεί!
Τι διάολο, κάθε λίγο και λιγάκι η ίδια ιστορία... αναρωτιέται ο κουρέας.
- Να σου πω, λέει στο βοηθό του, με έχει ανησυχήσει αυτός ο περίεργος. Έρχεται ίσα-ίσα να ρωτήσει πόση ώρα θα περιμένει και ποτέ δεν κάθεται! παρτον από πίσω να μου πεις τι συμβαίνει και που πάει κάθε φορά τρέχοντας.
Οπότε την επόμενη φορά, με το που επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό και ο τυπάκος φεύγει τρέχοντας από το κουρείο, ο βοηθός τον ακολουθεί...
Όταν επιστρέφει στο αφεντικό του είναι κάθιδρος και χλωμός...
- Τι έγινε; τι τρέχει μʼ αυτόν; ρωτάει ο κουρέας.
Ο βοηθός δεν απαντάει...
- Πες μου! που πηγαίνει κάθε φορά μετά από εδώ; επιμένει και κραδαίνει το ψαλίδι ο κουρέας
Ο Βοηθός απαντάει ψελλίζοντας...
- Σπίτι σου...
Ένας τύπος πηγαίνει στο γιατρό.
- Γιατρέ, πρέπει να με βοηθήσεις. Το ... Πουλί μου είναι πορτοκαλί!
Ο γιατρός το σκέφτεται λίγο και του ζητάει να κατεβάσει το παντελόνι του για να ελέγξει. Πράγματι, το πουλί του τύπου είναι έντονο πορτοκαλί. Λέει ο γιατρός στον τύπο :
- Αυτό είναι πολύ παράξενο. Μερικές φορές τέτοια συμπτώματα εμφανίζονται από έντονο στρες. Αλήθεια, πως πάνε τα πράγματα στη δουλειά;
Ο τύπος απαντάει ότι είχε απολυθεί πριν από δύο εβδομάδες. Ο γιατρός του λέει ότι μάλλον αυτή πρέπει να είναι η αιτία του στρες.
- Όχι, όχι, λέει ο τύπος, το αφεντικό ήταν πραγματικό καθίκι, έπρεπε να δουλεύω 10-20 ώρες υπερωρία κάθε εβδομάδα και πάντα μα πάντα με εκμεταλλευόταν. Πριν από δύο εβδομάδες βρήκα μια καινούργια δουλειά που μπορώ και ορίζω εγώ το χρόνο μου, πληρώνομαι τα διπλά λεφτά από την προηγούμενη δουλειά και το αφεντικό είναι σπουδαίο.
Έτσι, ο γιατρός συμπεραίνει ότι δεν είναι αυτή η αιτία του στρες.
Ξαναρωτάει τον τύπο:
- Πως είναι η ζωή στο σπίτι;
O τύπος του λέει ότι χώρισε πριν από οκτώ μήνες.
Ο γιατρός σκέφτεται ότι αυτή πρέπει να είναι η αιτία, αλλά ο τύπος πάλι διαφωνεί:
- Όχι, όχι. Για χρόνια, το μόνο που άκουγα ήταν γκρίνια, γκρίνια, γκρίνια. Είμαι πολύ ευτυχής που την ξεφορτώθηκα και ησύχασα.
Έτσι ο γιατρός αναγκάζεται να το ξανασκεφτεί για μερικά λεπτά.
- Δε μου λες, του λέει, πως πας από χόμπι και κοινωνική ζωή;
Ο τύπος απαντάει:
- Τίποτα ιδιαίτερο. Τα περισσότερα βράδια κάθομαι σπίτι, βλέπω καμιά τσοντούλα και τρώω γαριδάκια...
Καλοκαίρι. Ζέστα. Μεσημέρι.
Ο μέρμηγκας, με ένα φανελάκι εργασίας, μούσκεμα στον ιδρώτα, σέρνει ένα τεράστιο στάχυ.
Ησυχία.
Έξαφνα, από τη γωνία εμφανίζεται ένα раjеrо turbo intercooler.
Στρίβει με χειρόφρενο και σταματάει απότομα μπροστά στον σαστισμένο μέρμηγκα.
Μέσα στο раjеrо, ο τζίτζικας με γυαλικά ηλίου, βερμούδα με φοινικόδεντρα, δύο πληθωρικές γκόμενες στο πλάι και τις σανίδες του surf στην οροφή.
- Μέρμηγκα, άντε άστα και φύγαμε για windsurfing. ʼντε, παράτα τα, τα κάνεις αύριο.
Ο μέρμηγκας ρίχνει ένα κουρασμένο βλέμμα στον τζίτζικα. Κάπου την έχει ξανακούσει αυτή την ατάκα, ίσως λίγο παραλλαγμένη.
- Δεν μπορώ, μάστορα, έχω δουλειά να κάνω. Πρέπει να προετοιμαστώ για το χειμώνα. Πήγαινε εσύ.
Ο τζίτζικας σηκώνει τους ώμους, το раjеrо σπινάρει και χάνεται στον ορίζοντα.
Μεσημέρι της επομένης. Ο μέρμηγκας, και πάλι ιδρωμένος σέρνει ένα τεράστιο λοβό μπιζελιού.
Νέκρα. Από τη στροφή πετάγεται το γνωστό раjеrо.
- Μάστορα, παράτα τα, πήδα μέσα, από δω η Σούζη και η Μαίρη, έλα πάμε για jet-ski ...
Χειμώνας. Παγωνιά. Χιόνι. Ο μέρμηγκας, στη ζέστα του τζακιού του, μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, απολαμβάνουν τη θαλπωρή.
Τα ξύλα τριζοβολούν πάνω από τη θράκα. Έξαφνα, το κουδούνι της πόρτας κτυπάει.
- Ασε, θα ανοίξω εγώ, λέει η γυναίκα του μέρμηγκα. Κάθε χρόνο η ίδια ιστορία. Μόνο αυτός μπορεί να είναι...
Η πόρτα ανοίγει. Ο τζίτζικας, με τη στολή και τα γυαλιά του σκι, κασκόλ, και στο υπόβαθρο το раjеrо με αλυσίδες στους τροχούς.
- Που είναι ο φίλος μου ο μέρμηγκας, φωνάζει. Θέλω το μέρμηγκα.
Ο μέρμηγκας πλησιάζει την πόρτα.
- Έλα, ντύσου, πάμε για σκι, άντε τι κάθεσαι, άντε.
- Δεν μπορώ μάστορα, πρέπει να μείνω με την οικογένεια, έχω υποχρεώσεις, δεν μπορώ ...
Ο τζίτζικας σηκώνει τους ώμους, και γυρνάει να φύγει.
Ο μέρμηγκας κάνει να γυρίσει προς τα μέσα, κοντοστέκεται, ξαναγυρνά προς το раjеrо και λέει του τζίτζικα:
- Και αν τυχόν συναντήσεις τον Αίσωπο, πες του ΝΑ ΠΑΕΙ ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙ!