Skip to main content
Το ζευγάρι, μετά από μια μέρα στο πολυτελές ξενοδοχείο, είναι στη reception και κάνει Check-out. "Τι οφείλω;", ρωτάει εκείνος. "40.000 κύριε", έρχεται η απάντηση.
- Μα πίσω από την πόρτα έλεγε 28.000 η μέρα μαζί με το πρωινό, διαμαρτύρεται ο άνθρωπος!
- Ναι, αλλά είναι και 5.000 για τη πισίνα και 7.000 για το τένις, παρατηρεί πολύ ευγενικά ο ρεσεψιονίστ.
- Αφού ούτε μπάνιο κάναμε, ούτε τένις παίξαμε;, επιμένει ο αγανακτισμένος πελάτης.
- Εδώ ήτανε κύριέ μου, μπορούσατε να παίζατε !, του απαντά πάλι με παγερή ευγένεια ο υπάλληλος.
- Σύμφωνοι, αλλά μείον 30.000 γιατί μου πήδηξες τη γκόμενα, φωνάζει έξαλλος ο δικός μας.
- Μα τι λέτε κύριε; Ποτέ δεν άγγιξα την κυρία !.
- Εδω ητανε, ασ τη γαμουσεσ !
Δυο τύποι μοιράζονται ένα διώροφο σπίτι. Ένα βράδυ λοιπόν, κατά τις 3 τα ξημερώματα, ο από πάνω αρχίζει να παίζει ντραμς. ΝΤΟΥΠ ΝΤΟΥΠ - ΝΤΑΠ, ΝΤΟΥΠ ΝΤΟΥΠ - ΝΤΑΠ... Ανεβαίνει ο από κάτω έντρομος, με τα σώβρακα. Ο από κάτω :
" Καλά ρε μαλάκα τρελάθηκες ; Ξέρεις τι ώρα είναι ;"
Ο από πάνω :
"Τελευταία πρόβα! Αύριο έχω συναυλία με το συγκρότημα. Σου υπόσχομαι ότι δε θ επαναληφθεί."
Ο από κάτω σκέφτεται, άντε, αφού δε θ επαναληφθεί, δε γαμιέται και φεύγει. Το επόμενο βράδυ, χαράματα, ο από πάνω αρχίζει και κοπανάει τα ντραμς, βαβούρα, ΓΚΑΠ - ΓΚΟΥΠ, της πουτάνας. Ξυπνάει ο από κάτω, ανεβαίνει πάνω και βάζει τις φωνές :
"Ρε μαλάκα δουλεύω αύριο το πρωί γαμώ το κέρατο μου! Τι κοπανάς; Ο από πάνω :
" Τελευταία πρόβα! Αύριο θα παίξουμε τελικά, σήμερα αναβλήθηκε η συναυλία." Ο άλλος φεύγει, αφού πρώτα αποσπά την υπόσχεση ότι αυτή η κατάσταση δε θ επαναληφθεί. Φυσικά το επόμενο βράδυ, γύρω στις 4, ο από πάνω αρχίζει να βαράει τα ντραμς, πανικός, κόλαση, ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ, ανεβαίνει ο από κάτω με τη τσίμπλα στο μάτι. "
Τι θα γίνει ρε; Θα μας αφήσεις να κοιμηθούμε καμιά φορά ή να φωνάξω τους μπάτσους; Ο από πάνω :
" Τελευταία πρόβα! Αύριο θα ξαναπαίξουμε, γιατί μας γούσταρε το αφεντικό του club." Το επόμενο βράδυ (κλασσικά), ο από πάνω αρχίζει να τα χώνει στα ντραμς, ΝΤΑΠ ΝΤΑΠ - ΝΤΑΠ ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ - ΝΤΑΠ, με τις ώρες. Από τον από κάτω ούτε φωνή, ούτε ακρόαση... Περνάνε δυο ώρες, ο από πάνω παίζει ακόμα, ο από κάτω νεκρική σιγή. "Ρε, μπας κι έπαθε τίποτα ;"
, σκέφτεται ο τύπος, και κατεβαίνει κάτω να δει αν ο άλλος είναι εντάξει. Κοιτάει στο υπνοδωμάτιο, το κρεβάτι άστρωτο, ο τύπος πουθενά. Κοιτάει στην κουζίνα, τίποτα. Κοιτάει στο σαλόνι, τίποτα. Βλέπει φως στο μπάνιο, πλησιάζει, ανοίγει την πόρτα και βλέπει τον από κάτω να τραβάει μαλακία. Ο από πάνω :
" Καλά, δε ντρέπεσαι στην ηλικία σου;"
Ο από κάτω :
" Τελευταία πρόβα! Αύριο θα σε γαμ***!"
Χτυπάει το τηλέφωνο κάποια φορά, στο σπίτι ενός τύπου γύρω στις 3 το πρωί. Ο τύπος μέσα στον ύπνο του, σηκώνει εκτός από το τηλέφωνο, όλη την προίκα που είχε ακουμπισμένη στο κομοδίνο. Με δυσκολία φέρνει το ακουστικό στο αυτί, και με μεγαλύτερη δυσκολία αρθρώνει ένα ξεψυχισμένο.. "Εμπρός"...
Από την άλλη πλευρά της γραμμής, ακούγεται ένας τύπος να φωνάζει με μεγάλο ενθουσιασμό...
- Μιλαω! Μιλαω!
- Σάλτα και γαμήσου ρε μαλάκα πρωινιάτικα, φορτώνει ο τύπος βρίσκοντας ξαφνικά τη χαμένη του ενέργεια και κλείνει το τηλέφωνο.
Ο ύπνος του τύπου συνεχίζεται ήσυχος μέχρι το πρωί. Το επόμενο βράδυ, και ενώ ο τύπος έχει γυρίσει πτώμα από τη δουλειά και κοιμάται βαθιά, κατά τις τρεις η ώρα ξαναχτυπάει το πρωί. Το σκηνικό επαναλαμβάνεται, και αυτή τη φορά εκτός από το τηλέφωνο, ο τύπος σηκώνει και τους γείτονες του απο κάτω διαμερίσματος στο πόδι, πετώντας κάτω το λαμπατέρ. Παρ όλα αυτά απαντάει στο τηλέφωνο..
- Ναι;..
Και πάλι ο ίδιος ενθουσιώδης τύπος αρχίζει να φωνάζει ...
- Μιλαω! Μιλαω!
- Αντε γαμήσου ρε παπάρα, τι χούι είναι αυτό πάλι ; κόψε την πρωινή και άσε με ήσυχο να κοιμηθώ... λέει ο τύπος και κλείνει το τηλέφωνο απότομα.
Το επόμενο βράδυ, και ενώ ο τύπος κοιμάται τον ύπνο του δικαίου, κλασσικά στις 3 η ώρα χτυπάει το τηλέφωνο. Ο τύπος το σηκώνει, φανερά αγανακτισμένος από την κατάσταση, και απαντάει..
- Τι θες ρε φίλε πρωινιάτικα πάλι;
Όπως και τις δύο προηγούμενες μέρες, ο ενθουσιώδης τύπος αρχίζει να φωνάζει...
- Μιλαω! Μιλαω!
- Ρε παπάρα.. και εγώ μιλάω.. αλλά δεν σε παίρνω 3 η ώρα το πρωί τηλέφωνο για να στο πω, του λέει με στόμφο ο τύπος..
- Ναι, αλλά εσύ δεν είσαι αγελάδα!
Ήτανε μια φορά ένας χωρικός λίγο βραδύγλωσσος. Έρχεται κάποια μέρα στην Αθήνα και πάει στο Ιατρικό Κέντρο εκεί στο Μαρούσι. Πλησιάζει τη κοπέλα στην είσοδο και της λέει:
- Ωρι-ρι-ριλά θέλω Η κοπέλα τον καθοδηγεί και σε λίγο βρίσκεται μπροστά στο γραφείο του γιατρού να του εξηγεί το πρόβλημά του:
- Εγώ-γώ γιατρέ μου έχω κο-κο-κότες και πα-πα-πάπιες. Τις έχω μέσα στο κο-κο- κοτέτσι και το πρω-πρωί τις βγάζω και το βρα-βράδι τις ξα-ξα-ξαναβάζω πα-πα-πάλι.
Ο γιατρός τον κοιτάει περίεργα, γιατί εκτός του ότι σπάζεται με το ρατάρισμα, δεν βλέπει και τι τον ενδιαφέρουν αυτόν τα πουλερικά.
- Ωραία όλα αυτά κύριέ μου και χαίρομαι για σας, του λέει. Δεν βλέπω όμως εγώ που μπορώ να βοηθήσω.
- Πε-πε-περίμενε γιατρέ μου, του λέει ο χωρικός. Το πρω-πρωί που λές τους ανοίγω την πο-πο-πόρτα και φωνάζω "Πα, πα, Πα" και έξω οι Πα-πα-πάπιες ! Με-με-μετά ξξξξαναφωνάζω "Κο, κο, κο" και έξω κι οι κο-κο-κότες.
- Εμένα τι με κόφτει άνθρωπέ μου τι κάνεις εσύ με τις πάπιες και τις κότες;, διαμαρ- τύρεται ο γιατρός που αρχίζει να εκνευρίζεται χοντρά. Γιατρός είμαι δεν είμαι πτηνοτρόφος !
- Μη-μη-μη βιάζεσαι θα σου εξξξξξηγη- γήσω, συνεχίζει απτόητος ο χωρικός. Το βρα-βράδι ξξξξανανοίγω τη πο-πο-πόρτα και φωνάζω "Πα, πα, Πα" και μέσα οι Πα-πα- πάπιες ! Με-με-μετά "Κο, κο, κο" και μέσα κι οι κο-κο-κότες... εκτός από μια.
- Ε βάλτην κι αυτήν τη μία μέσα να κάνουμε και καμμιά δουλειά !, διακόπτει ο γιατρός που έχει πάρει ανάποδες.
- Δε-δεν μπαίνει με τι-τι-τίποτα η κα-κα- καριόλα με-με-μέσα, επιμένει ο "ασθενής". Το Χρι-χρι-χριστό σου, αρχίζω το-το-τότε εγώ, τη Πα-Πα-Παναγί... έξω οι πα-πάπιες.
Πάει κάποιος στη δουλειά του ύστερα από δύο μήνες και τον ρωτάει το αφεντικό του:
- Που ήσουν ρε τόσες μέρες και έχουμε πνιγεί στη δουλειά;
- Ασε ρε αφεντικό, πέθανε η μάνα μου.
- Έλα ρε, και πώς πέθανε;
- Ασε, είναι μεγάλη ιστορία.
- Για πες μου.
- Είναι μεγάλη ιστορία σου λέω.
- Δεν πειράζει, πες μου.
- Ακου, πήγε να απλώσει τα ρούχα στην ταράτσα, γλιστράει και πέφτει.
- Και τι έγινε, σκοτώθηκε;
- Όχι. Είχαμε το τραμπολίνο για τα παιδιά και πιάστηκε από τα παράθυρα.
- Και τι έγινε, σκοτώθηκε;
- Όχι. Είχαμε το τρομπολίνο για τα παιδιά και πιάστηκε από τη ζγόρνα.
- Και τι έγινε, σκοτώθηκε;
- Όχι. Είχαμε το τραμπολίνο για τα παιδιά και πιάστηκε από το καλώδιο της κεραίας.
- Και τι έγινε, σκοτώθηκε;
- Όχι. Είχαμε το τραμπολίνο για τα παιδιά και βγαίνει ο πατέρας μου έξω με την καραμπίνα Μπαμ! Μπαμ!Μπαμ! Γαμώ το κέρατο σου θα μου διαλύσεις όλο το σπίτι!
Σκηνικό: Ένα εξωτερικό ιατρείο. Στο δωμάτιο αναμονής, που φαίνεται από την ανοιχτή πόρτα, υπάρχει το κλασσικό τραπεζάκι με περιοδικά του περασμένου χρόνου και μια σειρά από νέα ζευγάρια που περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους. Η Πόρτα του γιατρού έχει πάνω της μια πινακίδα που διαβάζει:
"Dr Νικόλαος ΜουνοΕξεταστής, Γυναικολόγος". Μαζί με το Γιατρό βρίσκεται ένα ζευγάρι. Η Γυναίκα είναι ξαπλωμένη στο κλασσικό τραπέζι των γυναικολόγων, η κοιλιά της γυμνή και ο Γιατρός της κάνει επάλειψη με κάποιο gel. Ο σύζυγος περπατάει ανήσυχα πάνω κάτω.
- Λοιπόν, είστε έτοιμη; Μια στιγμή να φορέσω τα ακουστικά. Φοράει τα ακουστικά, τα monitor στην αίθουσα παίρνουν ζωή, και ο Γιατρός αφουγκράζεται το μωρό. Μετά από δύο δευτερόλεπτα, πετάγεται όρθιος πανικόβλητος.
- Ωχ, ωχ, ωχωχωχ, αμάν, αμάν! Το ζευγάρι τρομάζει, πάει το παιδί, θα βγει ελαττωματικό, πάσχει από κάποια ανίατη ασθένεια, πάει καταστράφηκε η ζωή μας ...
- Τι συμβαίνει Γιατρέ; βρίσκει το θάρρος να ρωτήσει ο άντρας. Υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το παιδί;
Ο Γιατρός σκέφτεται λιγουλάκι, και μετά αμολάει τα νέα:
- Εντάξει, είναι αγοράκι και υγιέστατο μάλιστα. Αλλά ...
- Ναι; κάνουν και οι δύο σε συμφωνία και με αγωνία.
- Αλλά, να, (γιατί συμβαίνουν σε εμένα όλα αυτά), βρίζει.
- Βρίζει;
- Μα ναι. Ακούστε και μόνοι σας (τους δίνει τα ακουστικά):
- Αρχιδ****μένοι, τσανακογλείφτες, κατραμόκωλοι, βγάλτε αμέσως αυτές τις βελόνες που χώσατε εδώ, θα σας πάρει ο διάολος . . . .
Χρόνος: Τρεις μήνες μετά.
Σκηνικό: Η αίθουσα τοκετών, μάλλον μία από τις αίθουσες τοκετών κάποιου μαιευτηρίου. Το ίδιο ζευγάρι, η γυναίκα στην ίδια στάση, και ο Dr ΜουνοΕξεταστής με τουλάχιστον τρεις ακόμη μαιευτήρες να προσπαθούν να ξεγεννήσουν τη γυναίκα. Έχουν πιάσει τον μπόμπιρα από τα πόδια και τον τραβάνε. Η Γυναίκα ουρλιάζει από τους πόνους. Ο μικρός απλούστατα δεν θέλει να βγει.
- Ψωλ*****χτρες, αφήστε με κάτω. Είναι ωραία εδώ μέσα. Παρατήστε τα και πάτε σπίτια σας.
Οι γιατροί δεν εγκαταλείπουν. Καταφέρνουν και βγάζουν έξω το μικρό μέχρι το τσουτσούνι του.
- Καταραμένοι Πορνόγεροι, απαίσιοι Σάτυροι, αφήστε κάτω τα πόδια μου και σπρώξτε με ξανά μέσα. Μην τυχόν και βγω θα γίνεται ένα με τα περσινά χιόνια.
Οι γιατροί δεν εγκαταλείπουν. Καταφέρνουν και βγάζουν έξω το μικρό μέχρι λίγο πιο πάνω από τη μέση του.
- Κλαπαρχιδογκαστρομουνίθρες, παλιοΜουντρούχοι, Πνιξοκουνελιάρηδες, σταματήστε αμέσως σας λέω. Δεν θέλω να έρθω στον κόσμο σας. Παρατήστε τα και ράψτε μια για πάντα αυτή τη τρύπα.
Οι γιατροί δεν εγκαταλείπουν. Καταφέρνουν και βγάζουν έξω το μικρό μέχρι το λαιμό (αλλά με πολύ ζόρι) - ΑΑρργκγκγ, καργιόληδες, θα σας φάω όλους. Τι διάολο συμβαίνει με εσάς; Δεν καταλαβαίνεται τίποτα; Οι γυναίκες σας δεν σας κάνουν πια τσιμ***κια και ξεσπάτε σε ανυπεράσπιστα μωρά; Δεν σας έμαθαν να μην μπλέκετε την προσωπική σας ζωή με τη δουλειά σας; Αφήστε αυτό το μωρό κάτω. Αλήτες, που ρουφάτε τον ιδρώτα από τα αρχ***α των αρρώστων ...
Οι γιατροί δεν εγκαταλείπουν. Καταφέρνουν και βγάζουν έξω το μικρό μέχρι περίπου τη μέση του μετώπου του. Ο μικρός τώρα έχει καταλάβει ότι έχει χάσει το παιχνίδι οπότε φωνάζει όσο δυνατά μπορεί:
- STOP, ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ. Τουλάχιστον φέρτε μου ένα καθρέφτη να δω αν μου πάει το Μο**ί-Καπέλο.
Ο μικρός Κωστάκης παίζει στο δωμάτιό του και ο πατέρας του μπαίνει και του ανακοινώνει ότι ό μπαμπάς κι η μαμά χωρίζουν.
- Γιατί, μπαμπά; ρωτάει, μπερδεμένος, ο Κωστάκης.
- Ε, να, η μαμά κι εγώ δεν αγαπιόμαστε πια, εξηγεί ο πατέρας.
- Τι εννοείς ακριβώς; ξαναρωτάει ο Κωστάκης.
- Ασε με να σου δώσω ένα παράδειγμα, για να καταλάβεις. Όταν γυρίζω απ τη δουλειά, η μαμά δεν αισθάνεται αυτή τη γλυκιά έξαψη και αναστάτωση, που έρχεται ο άντρας της στο σπίτι, ούτε έρχεται να με υποδεχτεί στην εξώπορτα.
- Μα, μπαμπά, εγώ βλέπω τη μαμά σε έξαψη, τελείως αναστατωμένη, καμιά φορά, όταν γυρίζεις στο σπίτι. Αρα πρέπει να σε αγαπάει ακόμη.
- Πότε δηλαδή; απόρησε ο πατέρας.
- Να, είναι κάτι φορές, που η μαμά κοιμάται ακόμη, με το γείτονα στο κρεβάτι κι όταν ακούει το αυτοκίνητο, που παρκάρεις στο γκαράζ, βάζει τις φωνές έξαλλη:
- «Ήρθε ο άντρας μου! Ήρθε ο άντρας μου!»