Σε μια ομάδα βρικολάκων ο αρχηγός ανακοινώνει πως την κόρη του θα την παντρευτεί εκείνος που θα επιστρέψει και θα έχει λερωθεί με αίμα περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Φεύγει ο πρώτος και γυρίζει στάζοντας με αίμα από το στόμα του.
- Πο, πω πως λερώθηκες τόσο;
- Βλέπεις εκείνον τον πύργο;
- Ναι, λέει ο αρχηγός.
- Από πίσω είναι ένα χωριό, πήγα και ρούφηξα το αίμα όλων των κατοίκων.
Φεύγει ο δεύτερος και επιστρέφει λερωμένος με αίμα μέχρι την κοιλιά του.
- Καλά, τι έγινε και λερώθηκες τόσο; Ρωτάει ο αρχηγός.
- Βλέπεις εκείνον τον πύργο; Πίσω από τον πύργο είναι ένα χωριό και πίσω από το χωριό υπάρχει μια πόλη. Εγώ ήπια το αίμα όλων των κατοίκων της πόλης.
Φεύγει και ο τρίτος και γυρνάει σε λίγο βουτηγμένος στο αίμα.
Έκπληκτος ο αρχηγός τον ρωτά πως τα κατάφερε και έγινε τόσο χάλια.
- Βλέπεις εκείνον τον πύργό; του λέει ο υποψήφιος γαμπρός. Ε, εγώ δεν τον είδα!
Ένα νεαρό ζευγάρι, πολύ ερωτευμένο, αποφασίζει να παντρευτεί, όταν την τελευταία νύχτα πριν τον γάμο, συμβαίνει ένα τραγικό ατύχημα και σκοτώνονται.
Βρίσκονται προ των πυλών του Παραδείσου, να συνοδεύονται από τον Aγιο Πέτρο. Μερικές εβδομάδες αργότερα, ο νεαρός συναντιέται με τον Πέτρο και του λέει:
- Aγιε μου, η αρραβωνιαστικιά μου και εγώ είμαστε πολύ ευτυχισμένοι εδώ μέσα στον Παράδεισο. Όμως, μας έχει λείψει πολύ η όλη διαδικασία, η τελετή του γάμου. Είναι δυνατόν, για κάποιον που ζει στον Παράδεισο να παντρευτεί κάποιον άλλον;
Ο Aγιος Πέτρος τον κοιτάζει καλά και του λέει:
- Λυπάμαι πολύ. Ποτέ ξανά δεν έχω ακούσει κάποιον άλλον να θέλει να παντρευτεί μέσα στον Παράδεισο. Πολύ φοβάμαι ότι αν το θέλετε πολύ, θα πρέπει να μιλήσετε με τον Παντοδύναμο Θεό. Μπορώ να σας κλείσω ένα ραντεβού σε δύο βδομάδες από σήμερα.
Έφτασε η ημέρα του ραντεβού και οι δύο νέοι παρουσιάζονται εμπρός στον Παντοδύναμο. Του αναφέρουν το αίτημά τους. Ο Κύριος τους κοιτάζει σιωπηλά, σκέφτεται προβληματισμένα και του λέει:
- Ελάτε σε πέντε χρόνια από σήμερα. Εάν ακόμη θέλετε να παντρευτείτε, τότε θα σκεφτώ την επιθυμία σας.
Πέντε χρόνια αργότερα, το ζευγάρι εμφανίζεται και πάλι. Η επιθυμία τους είναι ακόμη ζωντανή. Η εντολή του Θεού είναι ίδια:
- Σε πέντε χρόνια, θα παρουσιαστείτε πάλι εμπρός μου. Τότε θα το συζητήσουμε και πάλι.
Την τρίτη φορά, το ζευγάρι εμφανίζεται και πάλι στον Θεό. Ακόμη επιθυμούν να έρθουν σε κοινωνία γάμου.
- Εντάξει λοιπόν. Μπορείτε να προβείτε σε γάμο. Αυτό το Σάββατο, στις 6.30 το απόγευμα, θα τελεστεί μια υπέροχη τελετή γάμου στην Κεντρική Εκκλησία του Παραδείσου. Αφήστε τις λεπτομέρειες σε μένα.
Ο γάμος ήταν μια μεγάλη επιτυχία. Όλοι οι καλεσμένοι ομολόγησαν ότι η νύφη ήταν πανέμορφη. Όλοι οι γνωστοί και μη, ήταν παρόντες στην τελετή. Ο Μύωσης έφερε σπάνια λουλούδια από τον Νείλο Ποταμό, ο Νώε έφερε σπάνια ορυκτά από την Μεσοποταμία και οι μαθητές του Ιησού έκαναν μερικά θαύματα για να εντυπωσιάσουν τους παρευρισκόμενους. Ακόμη και ο Γκάντι εμφανίστηκε, έμεινε μόνο για λίγο και φορούσε τα πιο καλά του ρούχα.
Όμως... Μόλις λίγες εβδομάδες αργότερα το παντρεμένο ζευγάρι, κατάλαβαν ότι έκαναν ένα φοβερό λάθος. Απλά, δεν μπορούσαν να συνεχίσουν να ζουν παντρεμένοι. Έτσι, αποφάσισαν να κλείσουν ένα ακόμη ραντεβού με τον Θεό, για να του ζητήσουν ένα διαζύγιο στον Παράδεισο.
Όταν ο Παντοδύναμος Θεός άκουσε το νέο αίτημά τους, βγήκε από τις χλαμύδες του. Τους κοίταξε με ένα ανάμεικτο, γεμάτο οίκτο, αυστηρότητα, και απογοήτευση, βλέμμα και τους είπε:
- Μα, είσαστε σοβαροί, επιτέλους ή αστειεύεστε; Μας πήρε δέκα χρόνια να βρούμε ένα παπά, εδώ στον ουρανό να σας παντρέψει. Μπορείτε να φανταστείτε πόσο καιρό θα μας πάρει να βρούμε έναν δικηγόρο;
Οι γονείς ενός τσοπάνη θέλουν να του κάνουν προξενιό με μια κοπέλα στο διπλανό χωριό.
Πάει η μητέρα του και του αγοράζει καινούργια ρούχα για να δείχνει περιποιημένος, και παίρνει και ένα μέτρο ύφασμα να του κάνει εσώρουχο.
Όμως το ύφασμα ήταν πολύ και περισσεύει το μισό μέτρο.
Φοράει ο τσοπάνης τα καινούργια ρούχα και είναι πολύ περήφανος και τα προσέχει. Έτσι στον δρόμο που πάει στην τουαλέτα, βγάζει το βρακί και το κρεμάει να μην λερωθεί, και ξεχνάει να το φορέσει, και μένει γυμνός κάτω από το παντελόνι.
Φτάνουν στο σπίτι της κοπέλας, βλέπονται, τα μιλάνε, τα συμφωνούνε και είναι έτοιμοι να πάνε για ύπνο.
Ο γαμπρός θέλει χαρούμενος να δείξει τα καινουργια βρακιά του, και κάνει μία χράτς και τα κατεβάζει!
- Ωωω! κάνει ο πεθερός.
Και λέει ο γαμπρός:
- Να σκεφτείτε ότι έχω κι άλλο μισό μέτρο σπίτι!
Είναι πρωί στη Κηφισίας και μια Mercedes 500 και τη μισή αλφάβητο μετά σταματάει στο φανάρι.
Από δίπλα ένα Φολκς Βάγκεν σκαθάρι σε χρώμα κυλοτί... Ο οδηγός του VW ανοίγει το παράθυρο και κορνάρει κάνοντας νοήματα στον άλλο. Ο ενοχλημένος χοντροσνο- μπάκιας dream-car οδηγός πατάει τέλος πάντων το κουμπί και φσσσστ κατεβάζει το τζάμι.
- Σ εμένα μιλάς; λέει με ύφος μπλαζέ.
- Ναι σε σένα μιλάω, ακούγεται η φωνή του οδηγού του VW μέσα από ένα ακατάσχετο πρρα-πρρα-πρρα... Δεν μου λες, έχει καφετιέρα τ αμάξι σου;
- Καφετιέρα; Όχι, απαντά ο άλλος αμήχανα.
- Πάνε πέτα το μωρέ καϋμένεεε ! Το δικό μου έχει από τη μάνα του, του λέει ο VW και κλείνει το παράθυρο πριν προλάβει ο άλλος να απαντήσει.
Ο dream-car τα παίρνει κρανίο και μια και δυο στο Λαϊνόπουλο:
- Δεν ξέρω τι θα κάνεις, θα του βάλεις καφετιέρα ! Τι σκατά, έδωσα 60 εκατομμύρια και μου τη βγαίνει ο τύπος με το πορδοβούλωμα;
Ψιλό παραξενευμένοι οι άνθρωποι στο συνεργείο, του βάζουνε τη καφετιέρα και φεύγει με ένα χαμόγελο μέχρι τ αυτιά του.
"Θα τον ξανά πετύχω το μάγκα, που θα μου πάει" σκέφτεται.
Πραγματικά την άλλη κιόλας μέρα, να σου ο τύπος με το VW δίπλα του στο φανάρι του Υγεία:
- Φίλε, φίλε έχω καφετιέρα ! Νάτη, του λέει σηκώνοντας το υβρίδιο Miele-Mercedes κοντά στο παράθυρο.
- Και τι μου το λες ρε μεγάλε; Χαρά στο πράμα. Για δες εδώ αποχυμωτή που έχω εγώ. Έχεις τέτοιο εσύ; Ασε μας μωρέ καϋμένεεε !, του γυρίζει ο VW και φεύγει μέσα σε ένα πανζουρλισμό από χράκα χρούκα.
Έξαλλος ο τύπος, πάει πάλι κατ ευθείαν στην αντιπροσωπεία και τους λέει να του βάλουνε της Παναγίας τα μάτια. Αποχυμωτή, μίξερ, πετρογκάζ, ιονιστή, διαόλους, τριβόλους... Το κάνει το αμάξι τελείως καρνάβαλο. Και πάλι στους δρόμους να ψάχνει τον θρασύ οδηγό του VW σαν τη νύφη στο κρεβάτι.
Κάποια μέρα με τα πολλά, να τος πάλι δίπλα του ο έτσι με τον κουβά του. Κλειστά τα παράθυρα του VW και ούτε που τον κοιτάει.
Ο άνθρωπός μας αρχίζει να κορνάρει, να χτυπιέται, να κάνει κάθε είδους κωμικά σκέρτσα για να τον προσέξει ο διπλανός. Κοντεύει να ανάψει πράσινο, όταν επιτέλους κατεβάζει το παράθυρο ο τύπος και του λέει:
- Τι είναι πάλι; Τι θέλεις και χτυπιέσαι;
- Λοιπόν κρατήσου φιλάρα. Έχω αποχυμωτή, τοστιέρα, σίδερο, ηλεκτρικό μαχαίρι..., και του απαριθμίζει όλο τον απίστευτο εξοπλισμό κουζίνας που απέκτησε.
- Ε και γι αυτό με βγάζεις από το μπάνιο ρε;
Κάποτε δύο φίλοι ξαναβρίσκονται μετά από πολλά χρόνια. Έχουν ήδη γίνει πατεράδες κι έχουν κόρες της παντρειάς. Μετά λοιπόν από τα πρώτα τι κάνεις, παντρεύτηκες, κλπ. αρχίζει ο διάλογος:
- Τι γίνεται έχεις παιδιά;
- Αμέ έχω μία κόρη 23 ετών λέει αυτός.
- Παντρεμένη; Ρωτάει ο άλλος.
- Α! Που να στα λέω. Έγινε ένας γάμος κάτσε καλά. Τρεις μέρες γλεντούσαμε και χορεύαμε. Έπρεπε να ήσουν εκεί.
- Μπράβο, μπράβο, λέει ο άλλος.
- Αλλά δυστυχώς χώρισε μέσα σ ένα χρόνο λέει ο πατέρας.
- Τι κρίμα! λέει ο άλλος.
- Α! σε έξι μήνες ξαναπαντρεύτηκε. Λέει ο πατέρας. Έγινε ένας γάμος ιστορικός. Κράτησε μία βδομάδα. Καιρό είχε να δει ο κόσμος τέτοιο γλέντι.
- Σώπα λέει ο άλλος. Τουλάχιστον πρόκοψε; Ρωτάει.
- Μπα σε έξι μήνες ξανά χώρισε.
- Κρίμα ρε παιδί μου.
- Α! Κανένα πρόβλημα. Ξαναπαντρεύτηκε. Κι έγινε ένας γάμος που κράτησε δέκα μέρες. Εκεί να ήσουν να έβλεπες γλέντια. Ο κόσμος ακόμα μιλάει. Και συνεχίζει: Αλήθεια εσύ έχεις παιδιά;
- Ναι έχω μία κόρη. Λέει ο δεύτερος.
- Και τι δουλειά κάνει; Ρωτάει ο άλλος.
- Ε! και η δικιά μου που***α έγινε αλλά δεν το γλεντήσαμε τόσο!
Η σκηνή είναι κλασική. Βραδάκι, εκείνος γύρω στα 45 είναι αραχτός στη τηλεόραση και βλέπει το ματς. Εκείνη σιδερώνει πίσω του.
Δίπλα στη πολυθρόνα, στο τραπεζάκι, ένα μπολ με στραγάλια και ένα ποτήρι ουίσκι με πάγο, που κατεβαίνει αργά-αργά όσο η ώρα περνάει, καταλήγοντας στο λαρύγγι του ποδοσφαιρόφιλου φίλου μας. Έχει μια χούφτα στραγάλια στο χέρι και κάθε τόσο πετάει ένα στον αέρα και μια κίνηση σαν το λιοντάρι της MGM, το πιάνει με το στόμα του και το μασουλάει αφηρημένα. Ξαφνικά ακούγεται το κλειδί στην εξώπορτα.
- Το παιδί, τσιρίζει με ανακούφιση η μαμά γυρνώντας το κεφάλι προς την πόρτα.
Γυρίζει τρομαγμένος και ο πατέρας, βγαίνοντας από την αγωνιστική του χαύνωση, με αποτέλεσμα το στραγάλι αντί για το στόμα να του μπει μέσα στ αφτί!
- Τι φωνάζεις γαμ*** σαν υστερική και μου μπήκε αυτή η μαλα*** μεσ τ αφτί;
Και βάζοντας το μικρό του δάχτυλο προσπαθεί να βγάλει το στραγάλι, το οποίο όμως πεισματικά χώνεται ακόμα πιο βαθιά. Αρχίζει να τον λούζει κρύος ιδρώτας και σκέφτεται νοσοκομεία και τέτοια.
Στο μεταξύ έχει ανοίξει η εξώπορτα και έχει μπει η κόρη του ζευγαριού, ένα έξαλλο πιπίνι γύρω στα 17, ακολουθούμενη από τον νεαρό συνοδό της με μοντέρνο ξυρισμένο-γυαλοχαρτισμένο κεφάλι.
- Μαμά, μπαμπά αυτός είναι ο Χάρης, πετάει η μικρή μασουλώντας θορυβωδώς την Trident της.
Σε λίγο το πρόβλημα με το στραγάλι γίνεται το κεντρικό θέμα συζήτησης.
- Αφήστε με να σας βοηθήσω, λέει ο Χάρης και χώνοντας δυο δάχτυλα στα ρουθούνια του πατέρα τον παρακινεί να φυσήξει δυνατά. Με τα πολλά και αφού η φάτσα του φίλου μας έχει γίνει σαν παντζάρι από το ζόρι, ακούγεται ένα «πλοπ» και το στραγάλι κατρακυλάει στο πάτωμα.
- Μπράβο, μπράβο παιδί μου-ακούγεται η μαμά-δεν ξέρω πώς να σ ευχαριστήσω.
Ο νεαρός σωτήρας, με ύφος "μα τι κάνουμε, αχιβάδες βόσκουμε;", λέει πως δεν έκανε τίποτα και καληνυχτίζοντας μικρούς και μεγάλους φεύγει για το σπίτι του.
Η μικρή κλειδώνεται στο δωμάτιο της γιατί αρχίζει το Beverly Hills, ενώ ο μπαμπάς κι η μαμά ξαναγυρίζουν στα συνηθισμένα τους πόστα.
- Καλέ τι έξυπνο παιδί που είναι αυτός ο Χάρης!, λέει εκείνη συνεχίζοντας τον μισοσιδερωμένο γιακά. Τι λες να γίνει όταν μεγαλώσει;
Κι εκείνος κουνώντας το κεφάλι του με νόημα, λέει με αφηρημένο ύφος χαζεύοντας τον Οφορίκουε:
- Αν κρίνω από το πως μύριζαν τα δάχτυλά του μάλλον γαμπρός μας!
Μετά τον γάμο, μαζεύονται οι συγγενείς στο σπίτι του γαμπρού για το τραπέζι. Δίπλα στους νεόνυμφους κάθεται η γιαγιά της νύφης και ο σκύλος της ο Έκτορας κάθεται κοντά στον γαμπρό. Κάποια στιγμή λέει ο γαμπρός στην νύφη:
- Γυναίκα δεν αντέχω άλλο, δεν κρατιέμαι, θέλω να κλάσω...
- Τι να σου πω άντρα μου, θα σε ακούσουν, αλλά αν είναι να μου σκάσεις πρώτη νύχτα γάμου... κλάσε και μετά κάνε τον κινέζο.
Την αμολάει λοιπόν και μετά κάνει ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Ακούει την πορδή η γριά και φωνάζει στον σκύλο:
- Έκτωρα φύγε!
Χαίρεται λοιπόν ο γαμπρός ότι η γριά πιστεύει ότι είναι ο σκύλος που τις αφήνει. Μετά από λίγο, την αμολάει ξανά..
Ξαναφωνάζει η γριά:
- Έκτωρα δεν ακούς; Φύγε!
Δεν πρόλαβαν να περάσουν 2 λεπτά και ο γαμπρός ρίχνει μια κλανιά που εκτός ότι βρωμίζει όλο το τραπέζι, ακούγεται και πολύ δυνατά. Αυτή τη φορά όμως η γριά δεν αντέχει και φωνάζει στον σκύλο:
- Έκτωρα φύγεεεεε! τι περιμένεις; να σε χέσει;
Δύο νέοι αγαπιούνται παράφορα και αποφασίζουν να παντρευτούν.
- Θα έρθω σπίτι να σε ζητήσω από τους δικούς σου... λέει ο νέος.
- Να έρθεις αγάπη μου... το θέλω πολύ... αλλά να ξέρεις ότι οι δικοί μου έχουν ένα πατροπαράδοτο έθιμο για αυτή τη μέρα...
- Τι δηλαδή; ξαναλέει ο νέος.
- Να, λέει η κοπέλα, κάνουμε τραπέζι στον γαμπρό και προσφέρουμε φασολάδα σαν αρχή... μετά στιφάδο... φρούτα γλυκό.
- Κανένα πρόβλημα αγάπη μου... εγώ να σε παντρευτώ κι ότι θέλουν οι δικοί σου ας προσφέρουν στο τραπέζι...
Πράγματι πηγαίνει την επόμενη στο σπίτι σαν γαμπρός με το λογικό τρακ,
Τον βάζουν στην κεφαλή του τραπεζιού, απέναντι του κάθεται η τσαούσα πεθερά και γύρω γύρω οι λοιποί συγγενείς.
Στα πόδια του γαμπρού πάει και κάθεται το σκυλάκι του σπιτιού ο Αζώρ...
... Άρχισαν να έρχονται τα πιάτα... κατά πρώτον τα ορεκτικά...
Από το στρες ο γαμπρός του έρχεται να "αερισθεί" κοινώς να κλάσει...
- Πφ, πφ... την αφήνει απαλά ο γαμπρός και παρακαλά μη... μυρίσει.
Από απέναντι η πεθερά - γάτα - σκύβει κάτω από το τραπέζι σηκώνει το τραπεζομάνδηλο και φωνάζει...
- Αζώρ, Αζώρ, ααααααα και δαγκώνει το δάκτυλο της παραστατικά.
Σκύβει ο γαμπρός διακριτικά και χαϊδεύει το σκυλάκι... "αα καλό μου εσύ την πλήρωσες σαν κάτι να κατάλαβε η "φώκια"
Του ξανάρχεται του γαμπρού να κλάσει, σκέφτεται ότι ο σκύλος θα την πληρώσει πάλι την ... Αφήνει πιο θαρρετά...
Πριτς, Πριτς, Πριτς...
Ξανασκύβει η πεθερά και ξαναφωνάζει... Αζωρ, Αζώρ... Ααααχ αφιλότιμο σκυλάκι ... Ααααχ
Ξανασκύβει το ξαναχαϊδεύει ο γαμπρός το σκυλάκι ... Τον σωτήρα του!
Τρώνε την φασολάδα... και αρχίζει να ενεργεί... η αφιλότιμη...!
Του ξανάρχεται του γαμπρού η "φασουλοποιημένη πορδή" και...
- Πριτς ζαρτ ζααααρρρρτ την αφήνει ακόμη πιο ηχηρά και ελεύθερα
Ξανασκύβει η πεθερά και φωνάζει... Α ζ ω ρ, Α ζ ω ρ, Ααααααααααααααααχχχ τι θα σε κάνω άτιμο σκυλί...
Ο γαμπρός μέσα στη χαρά που το ξαναφορτώνεται το "κλάσιμο" ο σκύλος το ξαναχαϊδεύει... "καλό μου σκυλάκι και το ταΐζει στο στόμα.
Σερβίρεται και το στιφάδο, με εκείνο το "κοκκάρι κρεμμυδάκι" που νόστιμο το άτιμο αλλά φέρνει κάτι αέρια, μα τι αέρια... ατομική βόμβα... Το άτιμο το κρόμμιο...
Του έρχεται φυσικά του γαμπρού να ξανακλάσει... πιο άφοβα τώρα.
Ψιλοσφίγγεται κιόλας και την α φ η ν ε Ι...
- Ζζζζζζζζαααααααααααααρρρρρρρρρττττττττττσσσσσσσ
Και ξανά ζαααααααααρτς ηχηρότατα...
Οπότε ξανασκύβει η πεθερά και φωνάζει...
- Βρε άτιμοοοοο κολόσκυλοοοοοοοοοο τι περιμένεις; ν α σ ε χ έ σ ε ι ο γαμπρός για να φύγεις από τα πόδια του;
Όταν το διηγείστε βάζετε έμφαση στο θόρυβο της "πορδής" από απαλά, λιγότερο απαλά, μέτρια, σκληρότατα...
Με αγάπη "301" (χωρίς "ήχους"...)