if (!string.IsNullOrEmpty(Model.PrevPageFullUrl))
{
}
if (!string.IsNullOrEmpty(Model.NextPageFullUrl))
{
}
Αστεία για Γερμανούς - Page 4
Skip to main content
Ήταν ένας Γερμανός, ένας Ιταλός και ένας Έλληνας και τους πιάνουν οι Ζουλού και τους λέει ο βασιλιάς:
- Για να σας χαρίσω την ζωή θα πρέπει ο καθένας σας να ανέβει 100 σκαλιά, που στο καθένα θα στέκονται από τις δύο μεριές δύο υπέροχες, ολόγυμνες κουκλάρες. Αν δεν σας σηκωθεί καθόλου, θα σας χαρίσω την ζωή.
Ξεκινά ο Γερμανός:
5 σκαλιά, 10 σκαλιά... Ντάν! του σηκώνεται, τον αποκεφαλίζει ο βασιλιάς.
Ξεκινά ο Ιταλός:
5 σκαλιά, 10 σκαλιά, 15, 20, 30... Ντάν! του σηκώνεται, τον αποκεφαλίζει ο βασιλιάς.
Ξεκινά και ο Έλληνας:
5 σκαλιά, 10 σκαλιά, 20, 30, 40, 50, 70, 90, 95, 99... Ντάν! του σηκώνεται και αυτουνού:
- Φτου ρε γαμώτο, ξεκόλλησε το σελοτέιπ!
Κάποτε ήταν ένας Γερμανός, ένας Ιταλός και ένας Έλληνας και τους έπιασε ένας βασιλιάς, τους πηγαίνει σε ένα μέρος που βρωμούσε απίστευτα και τους λέει:
- Κανένας δεν έχει διασχίσει αυτόν τον βάλτο. Όποιος πηδήξει και διασχίσει τον βρωμερό βάλτο με τους λευκούς καρχαρίες, τις βδέλλες και τους κροκόδειλους θα κερδίσει το βασίλειό μου.
Δεν πηδάει κανείς.
Ξαναλέει ο βασιλιάς:
- Όποιος πηδήξει και διασχίσει τον βρωμερό βάλτο με τους λευκούς καρχαρίες, τις βδέλλες και τους κροκόδειλους θα κερδίσει το βασίλειό μου ή έναν μαλάκα!
Πηδάει ο Έλληνας, τον κυνηγάν οι καρχαρίες, οι κροκόδειλοι, τον πλησιάζουν, ίσα που προλαβαίνει και βγαίνει στην άλλη πλευρά ματωμένος και ταλαιπωρημένος.
- Μπράβο, λέει ο βασιλιάς. Κανένας άλλος δεν είχε ποτέ διασχίσει τον βρωμερό βάλτο με τους λευκούς καρχαρίες, τις βδέλλες και τους κροκόδειλους. Τι θες λοιπόν; Το βασίλειό μου, ή έναν μαλάκα;
- Έναν μαλάκα!
- Έναν μαλάκα;
- Ναι, τον μαλάκα που με έσπρωξε στον βάλτο!
Ήταν ένας Τούρκος ένας Γερμανός και ένας Έλληνας και ταξίδευαν με το αεροπλάνο ώσπου αυτό χάλασε και έπεσαν όλοι στη ζούγκλα. Εκεί τους έπιασαν οι ζουλού. Τους διέταξαν λοιπόν να φέρει ο καθένας από αυτούς ένα είδος φρούτου σε με γάλη ποσότητα όμως. Πάει ο Γερμανός με μπανάνες.
- "Τι θα τις κάνετε τώρα;" ρωτάει.
- "Θα σου τις βάλουμε στον κώλο," λένε οι ζουλού. Ξεκινάνε οι ζουλού να βάζουν μπανάνες... 1,2,3,5,10 άρχισε να κλαίει ο Γερμανός. Τον άφησαν τότε και πήγαν στον Έλληνα που έφερε κερασάκια. Του βάζουν 1,2,5,10,20,100,150,200 άρχισε να γελάει ο Έλληνας.
- "Γιατί γελάς;" ρωτάει ένας από τους ζουλού.
- "Γελάω γιατί σκέφτομαι τον Τούρκο που έφερε καρπούζια!"
Επί εποχής ψυχρού πολέμου, η C. I. A. συλλαμβάνει 3 κατασκόπους: ένα Ρώσο, έναν ανατολικό Γερμανό και ένα Πόντιο.
Αφού τους μετέφεραν στα κρατητήρια της C. I. A., ξεκίνησαν την ανάκριση πρώτα με τον Ρώσο, επειδή τον θεώρησαν ως τον πιο δύσκολο. Ξύλο, ανάκριση, βασανιστήρια. Μετά από 10 μέρες τα "ξέρασε" όλα.
Στη συνέχεια, σειρά είχε ο Γερμανός. Χρησιμοποίησαν την ίδια μέθοδο και σ` αυτόν και στις 7 ημέρες "έσπασε" και αυτός.
Τελευταίος έμεινε ο Πόντιος. Ξεκίνησαν με την ίδια μέθοδο. Πέρασε μία εβδομάδα, δύο εβδομάδες, αλλά τίποτε, ούτε μιλιά ο Πόντιος. Οπότε έγινε συμβούλιο στην C. I. A., για να βρουν με ποιόν τρόπο θα "σπάσει" ο Πόντιος.
Αποφάσισαν να τοποθετήσουν κρυφές κάμερες στο κελί του και να αλλάξουν τον τρόπο ανάκρισης. Έτσι και έγινε. Την επομένη ημέρα, τον πηγαίνουν σε άλλη αίθουσα, του προσφέρουν ένα πολυτελές πρωινό, πούρα, τον καλοπιάνουν και στη συνέχεια πάνω που χαλάρωσε ο Πόντιος, του ζητούν να τους δώσει ονόματα. Πάλι όμως δεν είχαν αποτέλεσμα.
Εξοργισμένοι οι πράκτορες, τον σαπίζουν στο ξύλο και τον πετούν αναίσθητο στο καινούργιο του κελί. Μαζεύονται λοιπόν οι ειδικοί σ` αυτά τα θέματα, για να παρακολουθήσουν από τις κάμερες τι θα κάνει ο Πόντιος στο κελί του.
Μόλις λοιπόν συνήλθε ο Πόντιος, σηκώθηκε, πήρε φόρα και άρχισε να χτυπά το κεφάλι του στον τοίχο φωνάζοντας:
- "Θυμήσου ρε μαλάκα. Θυμήσου, γιατί θα σε σαπίσουν στο ξύλο!"
Ήταν μια φορά ένας Άγγλος, ένας Γερμανός και ένας πόντιος, και είχαν χαθεί στη ζούγκλα. Σε μια στιγμή βλέπουν ένα λιοντάρι. Πιάνει ο Άγγλος μια πέτρα και την πετάει στο λιοντάρι, αυτή το πετυχαίνει στο δόξα πατρί και το λιοντάρι πέφτει κάτω νεκρό. Ενθουσιασμένοι οι άλλοι δύο, κοιτάζουν τον Άγγλο όλο απορία και συνεχίζουν να περπατάνε.
Μετά από λίγο βλέπουν ακόμα ένα λιοντάρι, πιο μεγάλο αυτή τη φορά, να έρχεται κατά πάνω τους. Πιάνει ο Γερμανός μια πέτρα, πιο μεγάλη, την πετάει στο λιοντάρι και αυτό πέφτει κάτω ξερό. Κατενθουσιασμένοι οι άλλοι δύο και χωρίς φόβο πλέον, συνεχίζουν το περπάτημα.
Σε λίγο, βλέπουν μια αγέλη από λιοντάρια να έρχεται κατά πάνω τους. Πανικοβλημένοι τώρα, κοιτάζουν γύρω τους και σκέφτονται:
- Ούτε πέτρες, ούτε ξύλα, ούτε ... Τίποτα δε μας σώζει τώρα. Να το βάλουμε στα πόδια!
Αρχίζουν, λοιπόν, να τρέχουν. Ο Άγγλος και ο Γερμανός βρίσκουν ένα ψηλό δέντρο και σκαρφαλώνουν πάνω του, ο πόντιος, όμως, κάθεται από κάτω.
- Βρε, ανέβα πάνω, του λένε οι άλλοι.
- Όχι, απαντά ο πόντιος.
Τα λιοντάρια συνεχίζουν να πλησιάζουν.
- Ανέβα πάνω, του ξαναλένε, θα `ρθουν και θα σε φάνε.
- Γιατί! Εγώ έριχνα τις πέτρες;, απαντά ο πόντιος.
Ενώ τα spreads των ελληνικών ομολόγων έφτασαν στα ύψη: Τρεις μπογιατζήδες - ένας Αλβανός, ένας Γερμανός και ένας Έλληνας- πέθαναν και πήγαν στον Παράδεισο. Ο Αγιος Πέτρος τους άνοιξε την πόρτα.
- Καλώς τα παιδιά. Επιτέλους ήρθαν και τρεις χρήσιμοι άνθρωποι. Ρε παιδιά θέλω να βάψω την πόρτα του Παράδεισου.
- Για πες μου, λέει του Αλβανού, πόσα θέλεις για να τη βάψεις;
- 600 ευρώ, λέει ο Αλβανός...
- 600; Πώς τα λογάριασες;
- Nα: 400 για μένα και 200 τα υλικά.
- Εσύ, λέει του Γερμανού, πόσα θέλεις ;
- 900 ευρώ: 300 για μένα, 300 στην εφορία και 300 τα υλικά.
- Και εσύ, λέει του Έλληνα, πόσα θέλεις ;
- 3.000 ευρώ Αγιε Πέτρο.
- 3.000; Τρελός είσαι; Πώς τα λογάριασες;
- Αγιε Πέτρο, έλα πιο κοντά να μην μας ακούν.
Ο Αγιος Πέτρος πήγε κοντά του και ο Έλληνας του ψιθυρίζει:
- Ακουσε να δεις: 1.000 για σένα, 1.000 για μένα, 400 στο Γερμανό για να το βουλώσει και 600 θα δώσουμε στον Αλβανό για να βάψει την πόρτα...
Ο Χριστός στην Γη.
Ο Χριστός κατεβαίνει στη Γη για να τσεκάρει γενικώς την κατάσταση. Μπαίνει σε ένα μπαράκι όπου μπεκροπίνουν ένας Γερμανός, ένας Γάλλος και ένας Έλληνας. Κάθεται στην μπάρα και ο Χριστός, ξανθός, μακρυμάλλης, ψιλολετσέ, τον βλέπει ο Γερμανός και λεει του μπάρμαν:
- Κέρασε, ρε, το παλικάρι μια μπιρίτσα, γιατί τον βλέπω διψασμένο!
Κερνάει ο μπάρμαν, πίνει ο Χριστός, όλα καλά.
Ύστερα από λίγο, φωνάζει ο Γάλλος στον μπάρμαν:
- Κέρασε, ρε, το παλικάρι ένα μπουκάλι κρασί. Ντροπή να κάθεται στον πάγκο έτσι σκέτος, χρονιάρες μέρες.
Κερνάει ο μπάρμαν, πίνει ο Χριστός, όλα καλά. Ύστερα από λίγο, πετιέται και ο Έλληνας:
- Κέρασε, ρε, λέει του μπάρμαν, το παλικάρι ένα καραφάκι ούζο με μια σπέσιαλ ποικιλία, γιατί τον βλέπω πεινασμένο και δεν κάνει...
Πίνει ο Χριστός, τρώει και μετά σηκώνεται. Πάει στο τραπέζι της παρέας και αγγίζει τον Γερμανό στον ώμο. Αυτός πετιέται, του φιλάει το χέρι και του λέει:
- Χριστέ μου! Σε ευχαριστώ! Τώρα κατάλαβα ποιος είσαι που μου πέρασαν μεμιάς τα αρθριτικά μου!
Αγγίζει και τον Γάλλο στον ώμο ο Χριστός, πετιέται αυτός, του φιλάει το χέρι και του λεει:
- Χριστέ μου! Σε ευχαριστώ! Πάει το άσθμα μου, πέρασε! Το νιώθω!
Κάνει να αγγίξει και τον Έλληνα ο Χριστός, οπότε τραβιέται πίσω αυτός και λεει:
- Χριστούλη μου, να σαι καλά, αλλά... χειρονομίες δεν γουστάρω! Είδα κι έπαθα να τη βγάλω την... αναπηρική σύνταξη!