Το Λιοντάρι, ο βασιλιάς του δάσους έκανε κάποτε πρωθυπουργό το Λαγό με απόλυτες εξουσίες.
Ο Λαγός φωνάζει αμέσως το Λύκο και τον ρωτάει γιατί δεν φοράει ... Κράνος.
Μη μπορώντας ο Λύκος να δικαιολογηθεί, τον αρχίζει ο Λαγός στο ξύλο και τον κάνει μπλε.
Αυτό το έκανε κάθε μέρα μέχρι που ο Λύκος πήγε παραπονούμενος στο Λιοντάρι να βρει το δίκιο του.
Φωνάζει το Λιοντάρι το Λαγό και του λέει ότι εν πάση περιπτώσει αρκετά έδειρε το λύκο και ότι εν πάσει περιπτώσει έχει βαστήξει πολύ αυτή η ιστορία.
- Βασιλιά μου τον έχω άχτι τον κερατά... μου έχει ξεκληρίσει την οικογένεια...
- Τότε βρες άλλο τρόπο...
- Σαν τι δηλαδή ;
- Να. Στείλε τον να σου αγοράσει τσιγάρα. Αν σου φέρει φίλτρο πες ότι ήθελες άφιλτρα και το αντίθετο, οπότε θα βρεις αφορμή να τον δείρεις.
Πράγματι ο Λαγός φωνάζει το Λύκο.
- Πήγαινε, ρε, στο περίπτερο να μου φέρεις τσιγάρα...
- Τι τσιγάρα κ. Πρωθυπουργέ, με φίλτρο η άφιλτρα ;
Αμηχανία μιας στιγμής και ο Λαγός αρχίζει να τον δέρνει με μανία φωνάζοντας:
- Που ειναι το κρανοσ σου ρε ;...
Δύο παπάδες συναντιούνται κάθε πρωί με τα ποδήλατά τους καθώς πηγαίνουν να κάνουν λειτουργία στις εκκλησίες τους. Μια μέρα ενώ ο ένας πήγαινε με το ποδήλατο συναντά τον άλλο που πήγαινε με τα πόδια.
- Τι έγινε αδελφέ; τον ρωτάει. Τι έγινε; που είναι το ποδήλατό σου;
- ʼσε... Μου το κλέψανε αδελφέ! του απαντάει ο άλλος ο παπάς, και τώρα δεν ξέρω τί να κάνω...
- ʼκου να σου πω λέει ο άλλος: Την Κυριακή στην εκκλησία, που θα είναι πολλοί, στο κήρυγμα θα αρχίσεις να λες τις 10 εντολές. Όταν θα φτάσεις στο ου κλέψεις, θα δεις ποιός θα ταραχτεί από κάτω, και θα καταλάβεις ποιός στο πήρε.
Πράγματι, έτσι κι έκανε. Tη Δευτέρα το πρωί συναντιούνται πάλι, κι ο πάπας είχε βρει το ποδήλατό του.
Τι έγινε; τον ρωτάει ο άλλος, πως το βρήκες;
- Έκανα ότι μου είπες, λέει ο παπάς. Στο κήρυγμα, άρχισα να λέω τις 10 εντολές. Φτάνω στο ου κλέψεις, κοιτάω να δω αν κουνήθηκε κανένας, αν ταράχτηκε... τίποτα. Όταν όμως έφτασα στην εντολή ου μοιχεύσεις, θυμήθηκα που το είχα αφήσει!
Βρισκόμαστε μέσα σε ένα C-130 στην πρώτη "πτώση" νεαρών αλεξιπτωτιστών.
Εκπαιδευτής: Μόλις πηδήξετε από το αεροπλάνο και αφού περάσουν 3 δευτερόλεπτα θα τραβήξετε το κορδόνι στο πίσω μέρος της στολής σας.
Νέος: Και αν δεν ανοίξει;
Εκπ.: Σε αυτή την περίπτωση, μόλις φτάσετε στα 1000 μέτρα, θα τραβήξετε το κορδόνι του εφεδρικού αλεξίπτωτου.
Νέος: Και αν δεν ανοίξει και Αυτό;
Εκπ.: Σε αυτή την περίπτωση, μόλις φτάσετε στα 250 μέτρα, θα τραβήξετε το κορδονάκι του άλλου αλεξίπτωτου που βρίσκεται κάτω από την αριστερή φτέρνα σας.
Νέος: Και αν δεν ανοίξει και Αυτό;
Εκπ.: Σε αυτή την περίπτωση, μόλις φτάσετε στα 25 μέτρα, θα τραβήξετε το κορδονάκι του άλλου αλεξίπτωτου που βρίσκεται κάτω από την δεξιά φτέρνα σας.
Νέος: Και αν δεν ανοίξει και Αυτό;
Εκπ.: Σε αυτή την περίπτωση, μόλις φτάσετε στα 2 μέτρα, θα τραβήξετε το κορδονάκι του άλλου αλεξίπτωτου που βρίσκεται πάνω στο κράνος σας.
Νέος: Και αν δεν ανοίξει και Αυτό;
Εκπ.: Aντε ρε μα**κα! Δυο μέτρα είναι αυτά! Κάνε ένα "έτσ" & πήδα!
Βλέπει ο Γιωρίκας μια μέρα τον Κωστίκα με μια καινούρια κουρσάρα.
- Που την βρήκες αυτή ρε; τον ρωτάει ο Γιωρίκας.
- Να, πήγα σε έναν διαγωνισμό απάντησα σε κάτι ερωτήσεις και την κέρδισα! του απαντάει ο Κωστίκας.
- Θα πάω κι εγώ. σκέφτεται ο Κωστίκας
Πιάνει διαβάζει βιβλία εγκυκλοπαίδειες.. τα πάντα.
Πάει στον διαγωνισμό περνάει τους προκριματικούς φθάνει στον τελικό...
Η επιτροπή όμως του λέει:
- Αποφασίσαμε αυτή τη φορά να αλλάξουμε τους όρους του διαγωνισμού.. Εμείς θα σου λέμε μια λέξη κι εσύ θα μας λες το αντίθετο.
Τι να κάνει ο Γιωρίκας δέχεται...
- Μαύρο! του λέει η επιτροπή.
- Aσπρο απαντάει αυτός.
- Μπράβο κέρδισες το ποδήλατο! Πάμε στην επόμενη ερώτηση.
- Τρέχω! του λέει η επιτροπή.
- Στέκομαι! απαντάει.
- Μπράβο κέρδισες το μηχανάκι! Πάμε τώρα στην τελευταία ερώτηση για το αμάξι.. πρόσεχε καλά!
- Αρνιόμουνα!
- Αμάν! τι θα κάνω τώρα; ποίο είναι το αντίθετο ρε γαμώτο; Σκέφτεται ο Γιωρίκας...
- Τραγόπουτσες! απαντάει!
Ο μικρός Δημητράκης μπήκε στην κουζίνα όπου η μαμά του ετοίμαζε βραδινό.
Πλησίαζαν τα γενέθλιά του και σκέφτηκε ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να πει στη μαμά του τι δώρο ήθελε."Μαμά", είπε ο μικρός Δημητράκης "θέλω ένα ποδήλατο για τα γενέθλιά μου". Ο μικρός Δημητράκης ήταν ένας φασαρτζής του κερατά. Και στο σχολείο και στο σπίτι όλο μπελάδες δημιουργούσε. Έτσι λοιπόν η μαμά του τον ρώτησε αν πιστεύει ότι το δικαιούται το δώρο."Φυσικά", είπε ο μικρός. Η μαμά του, χριστιανή γυναίκα, ήθελε να βάλει τον γιο της να σκεφτεί τη συμπεριφορά του όλο τον χρόνο που είχε περάσει. Έτσι του είπε να πάει στο δωμάτιό του και να σκεφτεί πως φέρθηκε όλους τους μήνες από τα προηγούμενα γενέθλιά του. Και μετά, του είπε, να γράψει ένα γράμμα στον θεούλη και να εξηγεί γιατί αξίζει το ποδήλατο!Έτσι ο μικρός Δημητράκης πήγε στο δωμάτιό του και άρχισε να γράφει:
- ΓΡΑΜΜΑ ΠΡΩΤΟ-Αγαπητέ ΘεούληΉμουν πολύ καλό παιδί φέτος και θάθελα ένα ποδήλατο για τα γενέθλιά μου. Το προτιμώ κόκκινο. Ο φίλος σου,ΔημητράκηςΟ Δημητράκης όμως ήξερε ότι αυτά που έγραψε δεν ήταν αλήθεια. Δεν ήταν και τόσο καλό παιδί. Έτσι, έσκισε το πρώτο γράμμα και ξανάρχισε.-ΓΡΑΜΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ-Αγαπητέ ΘεούληΕίμαι ο φίλος σου ο Δημητράκης. Ήμουν καλό παιδί φέτος και θάθελα ένα κόκκινο ποδήλατο για τα γενέθλιά μου. Σ ευχαριστώΟ φίλος σουΔημητράκηςΉξερε όμως ότι ούτε αυτό ήταν αλήθεια. Έτσι, έσκισε και αυτό το γράμμα και άρχισε ξανά.-ΓΡΑΜΜΑ ΤΡΙΤΟ-Αγαπητέ ΘεούληΉμουν εντάξει τη χρονιά που πέρασε. Θα θελα ένα ποδήλατο για τα γενέθλιά μου. ΔημητράκηςΟ Δημητράκης ήξερε ότι ούτε αυτό το γράμμα μπορούσε να το στείλει στο Θεό. Έτσι έγραψε το...-ΤΕΤΑΡΤΟ ΓΡΑΜΜΑ -ΘεέΞέρω ότι δεν ήμουν καλό παιδί φέτος. Λυπάμαι πραγματικά. Θα γίνω καλό παιδί όμως αν μου στείλεις ένα ποδήλατο για τα γενέθλιά μου. Σε παρακαλώ... ΕυχαριστώΔημητράκηςΟ μικρός ήξερε όμως, ότι ακόμη κι αν έλεγε αλήθεια, αυτό το γράμμα δεν θα του έφερνε το ποδήλατο. . . Τώρα πια ανησύχησε. Πήγε στην κουζίνα και είπε στη μαμά του ότι ήθελε να πάει στην εκκλησία. Η μαμά σκέφτηκε ότι το "κόλπο" της είχε πιάσει, μιας και είδε τον μικρό να είναι σκεφτικός και λυπημένος."Πήγαινε, αλλά νά γυρίσεις γρήγορα". Ο Δημητράκης πήγε στην εκκλησία της γειτονιάς. Μπήκε μέσα κι έριξε μια ματιά γύρω του να δει αν ήταν κανένας άλλος εκεί. Προχώρησε προς το ιερό και βρήκε μια εικόνα της Παναγίας. Πολύ προσεκτικά την ξεκρέμασε και την έχωσε κάτι από το παλτό του και έφυγε από την εκκλησία τρέχοντας. Μπήκε γρήγορα στο σπίτι του, χώθηκε στο δωμάτιό του και πήρε μολύβι και χαρτί.-ΓΡΑΜΜΑ ΠΕΜΠΤΟ-ΘεέΈχω στα χέρια μου τη μάνα σου. Αν θέλεις να την ξαναδείς, στείλε μου το ποδήλατο. Ξέρεις ποιος.
Ήταν ένας παππάς σ ένα χωριό που είχε ως μεταφορικό μέσο ένα ποδήλατο. Κυκλοφορούσε συνεχώς μαυτό. Μια μέρα είναι πεζός ο πάτερ! Τον βλέπει ένας πιτσιρικάς και τον ρωτάει απορημένος.
- Πως και πεζός πάτερ; Που είναι το ποδήλατο;
- Ξέρω γω; Μου το κλέψανε, το έχασα, δεν ξέρω.
- Θα σε βοηθήσω να το βρεις πάτερ λέει ο μικρός, που ήθελε να τα έχει καλά με την εξουσία.
- Την Κυριακή που θα έχει μαζευτεί όλο το χωριό στην εκκλησία, θα διαβάσεις τις 10 εντολές.
Φτάνοντας στην "ου κλέψεις" θα κοιτάξεις κάτω στο πλήθος και αν δεις κάποιον να έχει ύφος
"Κάπως" ή το κεφάλι σκυμμένο, έχεις βρει τον κλέφτη...!
Δευτέρα πρωί και ο παππάς ξανά με το ποδήλατο! Τον βλέπει ο μικρός και όλο χαρά του λέει...
"Είδες πάτερ; Σε βοήθησα να το βρεις".
- Εν μέρη... απαντάει ο άγιος.
- Εν μέρη; Ρωτάει απορημένος ο μικρός. Δηλαδή;
- Να όταν διάβαζα την "ου μοιχεύσεις" θυμήθηκα που το είχα αφήσει..