Τρία ροζ μπαλάκια...
Ήταν ένα άτεκνο ζευγάρι και προσπαθούσε να κάνει παιδί. Μετά από πολλές προσπάθειες το κατάφεραν. Γεννιέται το παιδί και το βαφτίζουν Γιάννη. Στα γενέθλια του του έπαιρναν διάφορα παιχνιδάκια για μωρά. Όταν πήγε ο Γιαννάκης 3 χρονών και άρχισε να μιλάει, τον ρωτάει η μάνα του τι δώρο θέλει για τα γενέθλια του και ο Γιαννάκης απαντάει:
- Τρία ροζ μπαλάκια!
- Καλά του λέει η μάνα του.
Πάει 4 χρονών και τον ρωτάει ο πατέρας του τι δώρο θέλει για τα γενέθλια του.
- Τρία ροζ μπαλάκια λέει πάλι ο Γιάννης.
- Μα γιε μου, του λέει ο πατέρας, σου πήραμε τα μπαλάκια πέρσι...
- Δεν με νοιάζει λέει ο μικρός, εγώ θέλω 3 ροζ μπαλάκια... και αρχίζει να κλαίει.
Με τα πολλά, του πήρε τα μπαλάκια. Περνούσαν τα χρόνια, και κάθε φορά ο Γιάννης ήθελε 3 ροζ μπαλάκια για τα του.
Πήγε στο δημοτικό και είχε τους καλύτερους βαθμούς. Του λέει η μάνα του:
- Γιε μου τι θέλεις να σου πάρω;
- 3 ροζ μπαλάκια!
- Μα γιε μου, μεγάλωσες τώρα, δε θες να σου πάρω ένα PC καλύτερα;
- Όχι! Θέλω 3 ροζ μπαλάκια!
Τι να κάνει η μάνα του, του τα παίρνει. Τελείωσε το δημοτικό, τελείωσε και το γυμνάσιο, κάθε χρόνο ο Γιάννης ζητούσε το ίδιο πράγμα. Τρία ροζ μπαλάκια!
Τελειώνει το λύκειο, τελειώνει το πανεπιστήμιο, ανοίγει ιατρείο και πάντα, κάθε χρόνο ζητάει τα τρία ροζ μπαλάκια.
Μετά από δέκα χρόνια τραυματίζεται θανάσιμα σε ένα τροχαίο. Πριν πεθάνει του λέει ο πατέρας του:
- Γιε μου έχω μια απορία, τόσα χρόνια από τότε που γεννήθηκες, κάθε χρόνο μας ζητάς το ίδιο πράγμα: Τρία ροζ μπαλάκια. Πες μου σε παρακαλώ τι τα ήθελες αυτά τα ροζ μπαλάκια;
- Πατέρα θα σου πω... είναι πολύ απλό. Τα μπαλάκια τα ήθελα για... και πέθανε χωρίς να προλάβει να τελειώσει τη φράση του!
Πάνε για κυνήγι ένας ψυχολόγος ένας θεολόγος κι ένας μηχανικός.
Πιάνει μια καταιγίδα και οι τρεις κυνηγοί αναζητούν καταφύγιο. Το κοντινότερο χωριό είναι 3 ώρες δρόμο αλλά για καλή τους τύχη βρίσκουν μια πέτρινη καλύβα.
Προχωρούν προς αυτή και φωνάζουν τον ιδιοκτήτη.
Δεν παίρνουν απάντηση και αποφασίζουν να μπουν αφού η πόρτα ήταν ανοιχτή.
Μπαίνοντας μέσα στο καλύβι βρίσκονται μπροστά σε ένα πολύ παράξενο θέαμα.
Όλα μέσα στην καλύβα ήταν όπως θα τα περίμενε κανείς. Ένα χτιστό κρεββάτι, μερικά κούτσουρα για καρέκλες, ένα προχειροφτιαγμένο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο και μια στρογγυλή μεγάλη ξυλόσομπα... κρεμασμένη με συρματόσκοινα από το ταβάνι στη μέση του δωματίου.
- Α! κάνει ο ψυχολόγος! η ανάγκη επιστροφής στη μήτρα που λέει ο Φρόυντ! Αυτός εδώ ο άνθρωπος είναι τόσο μονος έδω πάνω ώστε αισθάνεται πιο έντονη αυτή την ανάγκη!
- Τραβηγμένο από τα μαλλιά αδερφέ μου! λέει ο θεολόγος. Μα δε βλέπεις ότι είναι ακριβώς όπως ένα τεράστιο θυμιατό; Απλά ο άνθρωπος θελει να ικανοποιήσει το θρησκευτικό του συναίσθημα!
- Τρελλός παππάς σας βάφτισε! Την κρέμασε ΑΚΡΙΒΩΣ στο κέντρο ώστε να ακτινοβολεί τη θερμότητα ομοιόμορφα και να μη χάνει ούτε θερμίδα από τα λίγα ξύλα που θα έχει για κάψιμο, λέει ο μηχανικός. Όμως έχει κάνει ένα λαθάκι! Έπρεπε να την τοποθετήσει στο κέντρο του δαπέδου, έτσι ώστε εκτός από την ακτινοβολία να εκμεταλλεύεται και την μετάδοση θερμότητας μέσω συναγωγής που έτσι πάει όλη στο ταβάνι. Αμα θα έρθει θα του εξηγήσω ότι είναι ανώφελο αυτό εκεί το κρέμασμα.
Πάνω στην κουβέντα έφτασε κι ο ιδιοκτήτης της καλύβας. Τους ρίχνει μια έκπληκτη και καχύποπτη ματιά.
Μετά κουνάει αδιάφορα τους ώμους του, ξεφορτώνει τα εφόδια του από το σακίδιο του και ρωτά:
- Πως από δω ρε παιδιά;
- Να! Ήμασταν κυνήγι και μας έπιασε ο παλιόκαιρος. Να στεγνώσουμε λίγο φίλε και μετά θα φύγουμε.
- Τι λέτε ρε παιδιά! Καθήστε όσο θέλετε! Να! τυχεροί είστε, έφερα κι ένα τσίπουρο πρώτο πράμα να πιούμε. Παντα χαίρομαι άμα έχω παρέα...
Αφού τα τσούξανε, έσπασε ο πάγος και αποφάσισαν να θέσουν το ερώτημα που τους απασχολούσε. "Τι γυρεύει μία σόμπα κρεμασμένη στη μέση του δωματίου;"
- Να μωρέ! Δεν είχα αρκετή σωλήνα, αλλά είχα πάρα πολλά συρματόσκοινα...
Ένα ζευγάρι, ήταν νιόπαντρο, μόλις δύο εβδομάδων. Ο σύζυγος, αν και πολύ ερωτευμένος, ανυπομονούσε να πάει στην πόλη και να διασκεδάσει με τους παλιούς του φίλους, και λέει στη νέα γυναίκα του:
- "Γλύκα, θα γυρίσω αμέσως."
- "Που πας λουκουμάκι μου;", ρώτησε η γυναίκα του.
- "Πάω σε ένα μπαρ, κούκλα μου για μια μπύρα."
Τότε η γυναίκα του, του λέει:
- "Θέλεις μπύρα αγάπη μου;"
Πάει στο ψυγείο, ανοίγει την πόρτα, και του δείχνει 25 διαφορετικά είδη μπύρας, από 12 διαφορετικές χώρες Γερμανία, Ολλανδία, Ιαπωνία, Ινδία, κ. Λ. Π. Ο σύζυγος δεν ξέρει τι να κάνει, και το μόνο πράγμα που μπορεί να σκεφτεί είναι:
- "Ναι, τρελιάρα μου αλλά το μπαρ, ξέρεις, έχει το παγωμένο ποτήρι."
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρόταση του, όταν η γυναίκα του τον διακόπτει, και του λέει:
- "Θέλεις παγωμένο ποτήρι, γλυκούλη μου;"
Πάει στην κατάψυξη και βγάζει ένα τεράστιο ποτήρι μπύρας, τόσο παγωμένο που κρύωνε που το κρατούσε.
Ο σύζυγος, έδειχνε λιγάκι χλωμός, και λέει:
- "Αγαπούλα μου, στο μπαρ όμως έχουν αυτά τα ορεκτικά, που είναι αληθινά νοστιμότατα. Δε θα αργήσω. Θα γυρίσω αμέσως. Στο υπόσχομαι. Εντάξει;"
- "Θέλεις ορεκτικά τσακπινογαργαλιάρη μου;" λέει η γυναίκα.
Ανοίγει τον φούρνο, και βγάζει έξω 15 πιάτα διαφορετικών ορεκτικών φτερούγες κοτόπουλου, χοιρινό κρέας, κ. Λ. Π.
- "Μα γλυκό μου αγριομανουλομάνουλο, στο μπαρ φωνάζουν, άσχημα λόγια και τέτοια..."
- "Θέλεις άσχημα λόγια μελομακάρονό μου; Ορίστε πιες τη γαμημένη μπύρα σου και φάε τα γαμημένα σνακς σου, γιατί δεν πρόκειται να πας πουθενά το `πιασες μαλάκα."
Περιμένουν όλοι οι επιβάτες ενός αεροπλάνου στο "Ελ. Βενιζελος" στις θέσεις τους περιμένοντας την απογείωση. Είχε και λίγη ώρα καθυστέρηση η Ολυμπιακή κατά τα γνωστά και υπάρχει ένας γενικός εκνευρισμός.
Σε κάποια στιγμή, μπαίνουν στο αεροπλάνό οι δύο πιλότοι από την πίσω πόρτα του αεροπλάνου και περπατάνε στη μέση του διαδρόμου προς την καμπίνα. Και οι δύο μοιάζουν να είναι τυφλοί. Ο ένας για να προχωρήσει πιάνεται από κάθισμα σε κάθισμα, ο άλλος έχει ένα άσπρο μπαστούνι και το χτυπάει δεξιά κι αριστερά και φοράνε και οι δύο μαύρα γυαλιά.
Οι επιβάτες δεν δίνουν πολλή σημασία στην αρχή, νομίζοντας ότι θα είναι καμία κακόγουστη φάρσα. Οι πιλότοι όμως μπαίνουν μέσα στην καμπίνα και βάζουν μπροστά τις μηχανές. Μερικοί αρχίζουν κάτι να ψιθυρίζουν και να κοιτάνε με ανησυχία τις συνοδούς. Εκείνες μοιάζουν να είναι ήρεμες και χαμογελάνε με επαγγελματική ψυχρότητα.
Το αεροπλάνο ξεκινάει, κάνει μια επιτόπου στροφή και ξεχύνεται με μεγάλη ταχύτητα στο διάδρομο απογείωσης. Αρχίζει να πέφτει ένας πανικός στον κόσμο. Μερικοί επιβάτες κάνουν το σταυρό τους, οι γυναίκες αρχίζουν να στριγκλίζουν και κάποιοι τρέχουν έντρομοι στα παράθυρα. Το αεροπλάνο επιταχύνει συνέχεια, καταβροχθίζοντας τα μέτρα του διαδρόμου απογείωσης.
Οι υστερικές κραυγές δυναμώνουν, ακούγονται κάτι "Βαγγελίστρα μου !" και όλοι πλέον έντρομοι βλέπουν να φτάνει το τέλος του διαδρόμου απογείωσης και το σιδερένιο πουλί να μη λέει να σηκωθεί. Όταν πια δεν μένουν παρά 50-60 μέτρα για το τέλος, ακούγεται πια μια δυνατή κραυγή τρόμου από όλους τους επιβάτες, αλλά ευτυχώς την τελευταία στιγμή, το αεροπλάνο παίρνει απότομα κλίση και επιτέλους απογειώνεται.
Μέσα στην καμπίνα γυρίζει ο ένας πιλότος και λέει στον άλλον. "Θα τύχει καμία από αυτές τις μέρες ξέρεις, να μη φωνάξουν οι επιβάτες και θα σκοτωθούμε !"