Χρήστος: (με νοσταλγία) :
- Ήτανε φοβερή γυναίκα η κυρά Αντρούλλα. Στο χωριό, όλοι την αγαπούσανε, κυρίως οι άντρες (αλλιώς) δεν ξέρω γιατί. Αφού να φανταστείς κάθε μέρα τις στέλνανε λουλούδια και σοκολατάκια.
Kούλα: Α! και γιʼαυτό πέθανε ε; Απʼτο πάχος που έτρωγε κάθε μέρα σοκολατάκια.
Χρήστος: Όχι, όχι. Αφού έπαιρνε τόσα πολλά σοκολατάκια σκέφτηκε να ανοίξει μια σοκολατερί. Ξέρεις απʼαυτά τα καταστήματα που φτιάχνουν σοκολατάκια. Όταν πούλησε όλα αυτά που της στέλνανε, αποφάσισε να τα κάνει η ίδια. (Αλλιώς) Αγάπη μου τι να σου πω; Έφτιαχνε τα πιο ωραία σοκολατάκια από οποιανδήποτε άλλη στο χωριό.
Kούλα: Α! κατάλαβα. Απʼτα δικά της σοκολατάκια πάχυνε και μετά πέθανε.
Χρήστος: Όχι, όχι. Η σοκολατερί λοιπόν πήγαινε τόσο καλά που αποφάσισε να ανοίξει ένα ζαχαροπλαστείο. (Αλλιώς) Αγάπη μου τι να σου πω; Έφτιαχνε τα πιο ωραία γλυκίσματα απʼοποιανδήποτε άλλη στο χωριό. Ε όπως καταλαβαίνεις δοκίμαζε πολλά απʼτα γλυκίσματα της και γιʼαυτό πάχυνε.
Kούλα: Και γιʼαυτό πέθανε ε;
Χρήστος: Όχι, όχι. Μια μέρα τη βαρέθηκε ο πατέρας μου και την σκότωσε. Ε μα μας έσπασε τα νεύρα η γριά τόσα χρόνια.
Βρισκόμαστε στη Γαλλία κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής. Μέσα στο κουπέ ενός τρένου κάθονται ένας Γερμανός αξιωματικός και τρεις Γάλλοι. Ένας νεαρός χωρικός, μια ηλικιωμένη και μια νέα ωραία γυναίκα.
Ξαφνικά και ενώ το τρένο περνά από μια σκοτεινή σήραγγα, μέσα στο σκοτάδι ακούγεται ο ήχος ενός φιλιού και ενός χαστουκιού.
Αμηχανία, κανείς δε μιλά, ο Γερμανός κρατά το κοκκινισμένο μάγουλο του και όλοι σκέφτονται:
Ηλικιωμένη: Τον κερατά τον Γερμαναρά, πήγε να φιλήσει την κοπέλα και αυτή τον χαστούκισε!
Κοπέλα: Το βλάκα τον Γερμανό πήγε να φιλήσει εμένα και φίλησε την γριά!
Γερμανός: Πολύ έξυπνος αυτός ο Γάλλος! Φίλησε την κοπέλα , εγώ έφαγα το χαστούκι!
Γάλλος: Ουφ! Ευτυχώς! Κανένας δεν κατάλαβε ότι εγώ φίλησα το χέρι μου και έριξα χαστούκι στο Γερμαναρά!