Skip to main content
Πάει ένας παππούς, που είχε πρόβλημα με την πού**α του, σ έναν ωτορινολαρυγγολόγο. Μπαίνει στο ιατρείο, κατεβάζει τα παντελόνια του και λέει:
- "Γιατρέ μου έχω πρόβλημα."
Βλέπει ο γιατρός την πού**α του παππού και λέει:
- "Μα γιατί είναι ματωμένη η πού**α σας; Εσείς πρέπει να πάτε σε έναν ουρολόγο."
- "Μα γιατρέ μου να σας εξηγήσω...", λέει ο παππούς.
- "Τι να μου εξηγήσεις;", λέει ο γιατρός, "Αφού σου είπα ότι δεν είμαι εγώ ο κατάλληλος γιατρός για να εξετάσω τη πάθησή σου."
Επιμένει ο παππούς και λέει...
- "Στο γεροκομείο που συχνάζω, έχουμε βαρεθεί τα συνηθισμένα παιχνίδια και παίζουμε ένα δικό μας."
- "Τι;", λέει ο γιατρός απορημμένος.
- "Λοιπόν...", λέει ο παππούς, "Όλοι οι γέροι βγάζουμε την πού**α μας επάνω στο τραπέζι και είναι ένας πάνω από το τραπέζι με ένα σφυρί. Όταν αυτός πει το "μπαμ" πρέπει όλοι να τις μαζέψουμε. Εεε, εγώ αυτό το μπαμ δεν ακούω..."
Μέσα στα σπερματοθυλάκια. Τα σπερματοζωάρια έχουν πανηγύρι. Ποτό, μουσική, χορός, βαβούρα, ανέκδοτα. Μονάχα ένα από αυτά, μόνο του στη γωνία, δε συμμετέχει στο ξεφάντωμα και κάνει ασκήσεις.
Να κάμψεις, να τρέξιμο γύρω στη σάλα, να βάρη (squat, πάγκος, Larry Scot), περιμένει κάνοντας γυμναστική. Κάποια στιγμή, τα άλλα το φωνάζουν να πιεί μαζί τους.
- Μήτσο, τι θα γίνει, παράτησε τα και έλα να πιεις κάνα ποτήρι.
- Καλά, ξεφαντώστε εσείς. Όταν όμως έρθει η ώρα, ΕΓΩ θα είμαι αυτός που θα φτάσω πρώτος στο ωάριο και θα το γονιμοποιήσω.
Και πριν προλάβει να τελειώσει άλλη μία έλξη στο μονόζυγο, χτυπάει ο συναγερμός. Μια τεράστια προειδοποιητική κόκκινη πινακίδα αναβοσβήνει τα
Γράμματα "ΟΡΓΑΣΜΟΣ" και ακούγεται ένας εκκωφαντικός ήχος πανικού (σαν τις σειρήνες αεροπορικής επιδρομής).
Τα σπερματοζωάρια, παρατάνε τα πάντα, τρέχουν και στήνονται στην εκκινήσει, έτοιμα για να ξεχυθούν στο διάδρομο. Ο Μήτσος στη πρώτη γραμμή, με μάτι κόκκινο από την αδρεναλίνη, περιμένει μαζί με τους άλλους.
Το πράσινο ανάβει και το τσούρμο αρχίζει το τρέξιμο. Μερικοί τσαλαπάτιονται στη διαδρομή, οι πιο γέροι τα φτύνουν μετά από λίγο, οι πιωμένοι ξερνάνε τα άντερα τους, ο Μήτσος όμως τους έχει αφήσει όλους πίσω. Το τρέξιμο συνεχίζεται (η κάμερα δείχνει τα κεφάλια των δρομέων από πίσω, φωνές πανικού παντού, μη σπρώχνεις ρε, κάνε πιο πέρα μαλ***, και στο βάθος, ο σωληνοειδής στίβος που πλησιάζει στο τέλος του), με το Μήτσο να προηγείται των άλλων. Φτάνει στην έξοδο, βγάζει το κεφάλι του έξω, σταματάει απότομα, και με πρόσωπο παραμορφωμένο από τον πανικό, φωνάζει στους άλλους, που τον πλησιάζουν ασταμάτητοι:
- Πίσω, πίσω, γα***η την που***α μου τσι****κι ήτανε...
Μια κοπελίτσα, υποτίθεται, κατά τη μάνα της, άβγαλτη 16-17 χρονών από την επαρχία, έρχεται στην Αθήνα να πιάσει δουλειά.
Αφού τριγύρισε από δω κι από κει για 2-3 μέρες παίρνει τελικά τη μαμά της τηλέφωνο για να τα πουν.
- Καλέ μαμά, άστα, της λέει, εδώ στην Αθήνα δεν μπορώ να καταλάβω τι γίνεται. Βλέπω στο δρόμο άντρες να φιλιούνται στο στόμα και να χαϊδεύονται και ακούω τους άλλους που τους λένε ομοφυλόφιλους, βλέπω γυναίκες που χαϊδολογιούνται και φιλιούνται στο στόμα και ακούω τον κόσμο να τις λέει λεσβίες. Ασε καλέ μαμά, που είναι και κάποιοι άντρες που βάζουν το στόμα τους στα απόκρυφα μέρη των κοριτσιών και με τη γλώσσα τους κάνουν παράξενα πράγματα και...
- Και καλά, αυτούς πως τους λένε; ρωτάει η γονεύς, με περιέργεια...
- Μαμά, δεν ξέρω αυτούς ο κόσμος πως τους λέει, εγώ πάντως έναν απ αυτούς, αφού... πρώτα συνήλθα, τον είπα ΜΕΓΑΛΟ...!
Γιατί είμαι ιδρωμένη;
Μια γυναίκα αποφασίζει να πάει στον οικογενειακό γιατρό της για να του πει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει με τον άντρα της. Ο γιατρός την ρωτάει τι συμβαίνει.
- Γιατρέ μου εδώ και κάτι μήνες, ο άντρας μου το βράδυ δεν έχει στύση, έχω δοκιμάσει τα πάντα. Πορνοταινίες, πορνοπεριοδικά, σέξι εσώρουχα, βοηθήματα, αλλά αυτός τίποτα. Και όχι τίποτα άλλο κάθε πρωί ξυπνάω ιδρωμένη και βρεμένη και δεν ξέρω γιατί...
- Λοιπόν θα πας σπίτι της λέει ο γιατρός, και θα κάνεις ότι κοιμάσαι για να δεις τι συμβαίνει.
Πάει λοιπόν η κυρία σπίτι, πέφτει στο κρεβάτι και κάνει ότι κοιμάται. Κάποια στιγμή, έρχεται ο σύζυγος και με άγρια φωνή την ρωτάει:
- Γεωργία κοιμάσαι;
Τίποτα η Γεωργία. Έτσι αυτός βάζει μια πορνοταινία, ξαπλώνει δίπλα της και αρχίζει να αυνανίζεται και να μονολογεί:
- Α ρε άχρηστη κοινωνία, κοίτα να δεις μια γυναικάρα που πηδάει ο άτιμος... και γυρνώντας κάθε λίγο και λιγάκι προς την γυναίκα του της λέει φτύνοντας:
- Φτου σου μωρή άχρηστη!
Ο Μιχάλης στον φίλο του:
- Κώστα, θέλω να μου κάνεις μία χάρη.
- Τι χάρη θέλεις Μιχάλη;
- Να... ξέρεις θέλω να πας στον παπά να εξομολογηθείς.
- Και τι να εξομολογηθώ ρε Μιχάλη;
- Τίποτα ρε βλάκα, απλώς θέλω να τον απασχολήσεις, για να πάω να πηδήξω την γυναίκα του.
- Κάτσε ρε Μιχάλη δεν είναι σωστό αυτό.
- Κωστάκη είμαστε ή δεν είμαστε φίλοι; Εγώ δεν σου έχω αρνηθεί μέχρι τώρα σε τίποτα.
- Αντε να το κάνω, λέει ο Κώστας.
Πραγματικά πηγαίνει στην εκκλησία, βρίσκει τον ιερέα και αρχίζει μία μακροσκελέστατη εξομολόγηση, στην οποία όμως κάποια στιγμή ο ιερέας ανακαλύπτει πως κάτι δεν πάει καλά.
- Τέκνο μου, νομίζω πως παρ" ότι μου έχεις πει τόσα πράγματα, κάτι μου κρύβεις ακόμη και πρέπει να είναι σοβαρό διότι το βλέπω στα μάτια σου.
- Πατέρα, δεν μπορώ να το κρύψω άλλο στην ιερή αυτή στιγμή της εξομολόγησης και πρέπει να σου πω όλη την αλήθεια. Ο πραγματικός λόγος που ήρθα για εξομολόγηση είναι διότι μου το ζήτησε ο φίλος μου αλλά για κακό σκοπό.
- Δηλαδή τέκνο μου;
- Να... Μου είπε να σε απασχολήσω έτσι ώστε... Να πηδήξει την γυναίκα σου...
- Αμάν! Τέκνο μου είσαι και αμαρτωλός και κόπανος!
- Γιατί πατέρα μου;
- Την δικιά σου γυναίκα πηδάει κορόιδο, εγώ είμαι ιερομόναχος!
Μπαίνει ένας τύπος σε ένα μπαρ και έχει στον ώμο του έναν γύπα!
Λέει στον μπάρμαν:
- Μια βότκα δικιά μου, μια τεκίλα για το γύπα, ένα δικό σου και κέρασε όλο το μαγαζί!
Σε 10 λεπτά του την έχουν πέσει οι τρεις καλύτερες γκόμενες !
Αφήνει 200 ευρώ φιλοδώρημα, παίρνει τις γκόμενες και φεύγει...
Το άλλο βράδυ πάλι το ίδιο σκηνικό. Ο τύπος με το γύπα στον ώμο κερνάει όλο το μαγαζί, του την πέφτουν οι καλύτερες γκόμενες, τις παίρνει και φεύγοντας αφήνει και 100 ευρώ πουρμπουάρ...
Μετά από μια βδομάδα κι αφού γινόταν κάθε βράδυ το ίδιο σκηνικό, ο μπάρμαν τον ρωτάει:
- Συγγνώμη κύριε μου, αλλά με έχει φάει η περιέργεια. Κάθε βράδυ έρχεστε, σκορπάτε τόσα χρήματα, σας την πέφτουν οι καλύτερες γκόμενες και έχετε και αυτόν τον γύπα στον ώμο...
- Κοίταξε Τάκη, του λέει ο τύπος. Πριν από λίγο καιρό εκεί που περπατούσα βρήκα στο δρόμο ένα λυχνάρι. Μόλις το έτριψα βγήκε ένα τζίνι και μου είπε ότι θα μου πραγματοποιήσει τρεις επιθυμίες. To πρώτο που του ζήτησα ήταν να μην αδειάζουν ποτέ οι τσέπες μου από λεφτά...
Το δεύτερο ήταν να μου την πέφτουν πάντα οι ωραιότερες γυναίκες...
- Και το τρίτο ; τον ρωτάει ο μπάρμαν.
- Το τρίτο που του ζήτησα ήταν να μου δώσει ένα μεγάλο πουλί...
Και μου δωσε αυτον τον μαλακα!