Ήταν ένας Έλληνας,ένας Ιταλός και ένας Γάλλος σε ένα αεροπλάνο το οποίο έπεσε στην ζούγκλα και τους έπιασαν οι Μαο-Μαο... Ο αρχηγός της φυλής τους λέει:
- Θα σας ρωτήσω κάτι και θα πρέπει να επιλέξετε. Και μετά αναλόγως θα γυρίσετε πίσω στην χώρα σας. Ιταλέ εσύ πρώτος... Για πες μου... Λάλατο ή Θάνατο;
- Λάλατο, είπε ο Ιταλός. Δεν ξέρω τί είναι, αλλά πρέπει να είναι καλύτερο από τον θάνατο.
- Αμπντουλάχ, λάλατο!
Πιάνει ο Αμπντουλάχ τον Ιταλό και τον πηδάει.
- Γάλλε, έλα εσύ τώρα... Λάλατο ή Θάνατο;
- Λάλατο!
- Αμντουλάχ, λάλατο!
Πιάνει ο Αμπντουλάχ τον Γάλλο και τον πηδάει.
- Έλληνα, για έλα και συ... Λάλατο ή Θάνατο;
- Κοίτα να δεις, φίλε, του λέει ο Έλληνας. Εγώ πούστης στην Ελλάδα δεν γυρνάω... ΘΑΝΑΤΟ!
- Αμπντουλάχ! Λάλατο μέχρι θάνατο!
Επιστρέφει ο σύζυγος από την δουλεία το απόγευμα, πάει να πλύνει τα χέρια του και η βρύση του νιπτήρα και αυτή δεν λειτουργεί.
- "Ρε γυναίκα" λέει "τι έπαθε η βρύση, δεν τρέχει!"
- "Ναι" του απαντάει η γυναίκα του "Χάλασε δεν πιάνεις να την φτιάξεις"
- "Ρε γυναίκα με ξέρεις 20 χρόνια, ξέρεις να φτιάχνω βρύσες;"
Σε λίγες μέρες ξανά επιστρέφει από την εργασία του ο σύζυγος και πάει στη κρεβατοκάμαρα να αλλάξει, όμως το φώς δεν ανάβει.
- "Ρε γυναίκα τι έγινε κάηκε η λάμπα"
- "Όχι" του απαντά "χάλασε ο διακόπτης, δεν τον φτιάχνει;"
- "Τι λες ρε γυναίκα 20 χρόνια με ξέρεις, Ξέρεις να φτιάχνω Διακόπτες;"
Σε λίγες μέρες ξανά επιστρέφει από την εργασία του ο σύζυγος και πάει να βγει στο μπαλκόνι άλλα το πόμολο δεν λειτούργει.
- "Ρε γυναίκα τι έγινε δεν ανοίγει η μπαλκονόπορτα".
- "Ναι, χάλασε δεν κοιτάς να την φτιάξεις" απαντά αυτή.
- "Ρε γυναίκα 20 χρόνια με ξέρεις, ξέρεις να φτιάχνω πόμολα;"
Σε λίγες μέρες ξανά επιστρέφει από την εργασία του και πάει να πλυθεί και η βρύση λειτουργεί, το φώς της κρεβατοκάμαρας ανάβει και ή πόρτα του μπαλκονιού ανοίγει.-"Ρε γυναίκα, τι έγινε κάλεσες μάστορα και τα έφτιαξε;"
- "Όχι ήλθε νέος γείτονας που "πιάνουν τα χέρια του" και μας τα έφτιαξε"
- "Και τον πλήρωσες?" Ρωτάει λίγο προβληματισμένος ο σύζυγος.
- "Όχι του είπα αν τα φτιάξει, ή θα του φτιάξω μια πίτα ή θα του πάρω μια ΠΙΠΑ!"
- "Και τι έκανες;" Ρωτάει ο σύζυγος με ανησυχία και ένταση!
- "Ρε αντρα 20 χρονια με ξερεισ, ξερεισ να φτιαχνω εγω πιτεσ;"
Υπήρχε κάποτε μια γυναίκα που την ήθελε υπερβολικά ο Μπόμπος αλλά αυτή δεν του έδινε καμία καθόλου σημασία...
Εκείνη έφυγε και πήγε να γίνει καλογριά. Τότε ο Μπομπος απελπισμένος όπως ήταν την ακολούθησε. Μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες αποφάσισε να φύγει και τηλεφώνησε σε ταξί να έρθει να τον παραλάβει. Την στιγμή που πάει να μπει στο ταξί του λέει ο ταξιτζής. "Την γυναίκα που θέλεις μπορώ να σου πω πως να την κανείς δική σου. Κάθε νύκτα πηγαίνει στο νεκροταφείο κ ανάβει τα καντήλια... Να ντυθείς παπάς καινά πας να την αποκτήσεις"... Και έτσι και έγινε. Πήγε την νύκτα ντυμένος σαν παπάς, βρίσκει την γυναίκα και της λέει "σκύψε ευλογημένη" τότε η γυναίκα έσκυψε και ο Μπομπος της κάνει άγριο ερωτά. Όταν τελείωσε ο Μπομπος, βγάζει την ενδυμασία του παπα και της λέει "ΚΟΥΚΟΥ... ΜΠΟΜΠΟΣ" τότε ξαφνικά βγάζει και εκείνη τα ρούχα και του λέει... ..."ΚΟΥΚΟΥ Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ"
Κατεβαίνει ένας Κρητικός στον Πειραιά, παίρνει ένα ταξί και λέει του ταξιτζή να τον πάει στην Ομόνοια. Μόλις μπαίνουν στην Πειραιώς, βγάζει ένα κουμπούρι ο Κρητικός και λέει του ταξιτζή:
- "Τράβα μια μαλατσία."
"Μα τι λες άνθρωπε μου είσαι σοβαρός;"
"Είπα τράβα μια μαλατσία."
Τι να κάνει κι ο ταξιτζής τραβάει μια μαλακία. Στα 1000 μέτρα του λέει πάλι ο Κρητικός:
"Τράβα μια μαλατσία."
"Μα τι λες τώρα πάλι; Δεν μπορώ."
"Είπα τράβα μιά μαλατσία γιατί θα σου παίξω μια."
Τι να κάνει κι ο ταξιτζής τραβάει κι άλλη μια μαλακία. Στα 1000 μέτρα του λέει πάλι ο Κρητικός:
- "Τράβα μια μαλατσία."
- "Πάλι; Δεν μπορώ άλλη ρε μεγάλε δεν μπορώ."
- "Είπα τράβα μιά μαλατσία." Ζορίζεται ο ταξιτζής, πιέζεται τραβάει άλλη μια με πολύ ζόρι. Φτάνουν στην Ομόνοια οπότε λέει ο Κρητικός:
- "Πάμε πίσω στον Πειραιά." Λίγο πριν τον Πειραιά λέει ο Κρητικός:
- Τράβα μια μαλατσία."
- "Μα τι λες ανθρωπέ μου, δεν μπορώ άλλο, σκότωσε με άμα θέλεις ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ."
"Καλά αφού δεν μπορείς άλλο μπορείς να πάρεις την κόρη μου και να την πας στην Θεσσαλονίκη."
Ω Θεέ μου!
Τέσσερις μητέρες συζητάνε πίνοντας το καφεδάκι τους. Η μία από αυτές όλο περηφάνια λέει για τον γιό της που είναι ιερέας.
- Ο γιός μου είναι τόσο αγαπητός στην ενορία του που όπου κι αν πηγαίνει όλοι τον καλούν Πάτερ μου και περάστε Πάτερ μου.
Η δεύτερη λέει.
- Ο δικός μου είναι αρχιμανδρίτης. Όλοι τον προσφωνούν Αιδεσιμότατε και καλώς ήρθατε Αιδεσιμότατε.
Η τρίτη με την σειρά της λέει για τον δικό της γιό.
- Ο δικός μου είναι αρχιεπίσκοπος και όλοι τον φωνάζουν Παναγιότατο.
Η τέταρτη μητέρα συνεχίζει να πίνει τον καφέ της ακούγοντας τις άλλες σιωπηλή οπότε οι άλλες την κοιτάνε και την ρωτούν για τον γιό της.
- Λοιπόν ο δικός σου γιός τι είναι;
- Α! Ο δικός μου γιός είναι ένας παίδαρος 1.90 με σώμα μποντιμπίλτερ και είναι στρίπερ. Κάθε που βγάζει τα ρούχα του όλοι λένε; Ω ΘΕΕ ΜΟΥ!
Είναι 4 νεαροί μουσικοί που νοίκιασαν ένα διαμέρισμα.
Αρχίζουν λοιπόν το πρώτο βράδυ να παίζουν μουσική, στο διπλανό διαμέρισμά
Μένει ένας παππούς, εκνευρισμένος με τη φασαρία που γίνετε τρέχει και κουδουνάει στην πόρτα τους, τους ρωτάει τι συμβαίνει.
Αυτοί του λένε ότι αύριο έχουν να δώσουν μια συναυλία και πως είναι η τελευταία τους πρόβα έτσι και τα καταφέρουν θα σκίσουν.
Το ίδιο σκηνικό γίνετε για πολλά βράδια, αλλά δυστυχώς ο παππούς στο ερώτημα του κάθε φορά έπαιρνε πάντα την ίδια απάντηση.
Κάποτε ο παππούς σταμάτησε να τους χτυπά την πόρτα και να ρωτά τα ίδια και τα ίδια.
Οι νεαροί όμως που συνήθισαν την παρουσία του τόσες μέρες ανησύχησαν οπότε πάνε στο διαμέρισμά του να δουν μήπως και έπαθε κάτι.
Βρίσκουν την πόρτα ανοιχτή και περνούν μέσα, τα φώτα όλα κλειστά, αριστερά, δεξιά ψάχνουν κανένας, στο βάθος βλέπουν το φως από το μπάνιο
Αναμμένο, ανοίγουν την πόρτα και έκπληκτοι βλέπουν το γέρο αραχτό με τα δυο του χέρια να την παίζει.
Ο ένας από αυτούς τον ρωτά: Παππού τι κανείς εδώ;
Νααα μια τελευταία πρόβα, έτσι και μου σηκωθεί έρχομαι να σας γαμ... Ω όλους!