Ένας εμπορικός αντιπρόσωπος οδηγούσε το αυτοκίνητό του κάποιο πρωί κοντά σε ένα μικρό χωριό έξω από τη Λάρισα.
Ο δρόμος όμως ήτανε κατσάβραχο του κερατά και για να αποφύγει μια μεγάλη κοτρώνα που θα του κούρευε το κάρτερ, τΟ ριξε σ ένα σχετικά βαθύ χαντάκι στην άκρη του δρόμου. Aρχισε να δοκιμάζει τις γνωστές μεθόδους με τα κλαδιά και τις πέτρες κάτω από τη ρόδα μπας και ξεκολλήσει, αλλά το αυτοκίνητο είχε μουλαρώσει για τα καλά. Για καλή του τύχη περνούσε από εκεί, ένας χωρικός με το μεγάλο και δυνατό άλογό του.
- Τι έπαθες ορέ πατριώτη; του λέει με το που τον βλέπει.
- Τι να πάθω άνθρωπέ μου, του απαντάει ο ταλαίπωρος οδηγός, έπεσα μέσα στο χαντάκι ο μαλάκας και τώρα δεν βγαίνω με τίποτα ! - Μην στεναχωριέσαι φίλε μου, τον καθησυχάζει ο καλόκαρδος χωρικός, ο Ντορής μου είναι θηρίο. Θα δέσουμε ένα σχοινί στον προφυλακτήρα και σε δυό λεπτά θα σε τραβήξει. Και χωρίς να χάσει χρόνο έδεσε με ένα γερό σχοινί το αυτοκίνητο με το άλογο και μετά άρχισε να φωνάζει δυνατά:
- Τράβα Ντόλλυ, τράβα ! Το άλογο δεν κουνήθηκε ρούπι. Ο χωρικός δεν απογοητεύτηκε αλλά ξαναφώναξε με πιο δυνατή φωνή:
- Τράβα Κανελή, τράβα δυνατά ! Και πάλι το άλογο δεν έδειχνε να καταλαβαίνει και δεν έκανε καμμιά κίνηση. Επίμονος ο ιδιοκτήτης του φώναξε και πάλι δυνατά:
- Ελα Ντορή, τράβα αγόρι μου δυνατά ! Στο άκουσμα του ονόματός του, ο Ντορής αρχίζει να τραβάει με πολλή δύναμη και σε μισό λεπτό ξεκολλάει το αυτοκίνητο και το βγάζει έξω από το χαντάκι. Ο αντιπρόσωπος από τη μιά έχει ενθουσιαστεί με τη λύση του προβλήματός του, από την άλλη όμως τον τρώει η περιέργεια και φανερά παραξενεμένος ρωτάει τον χωρικό γιατί φώναξε δύο φορές το άλογο με άλλο όνομα.
- Ο Ντορής είναι τυφλός, του εξηγεί εκείνος και άμα έπαιρνε χαμπάρι ότι μόνο αυτός τραβούσε, να είσαι σίγουρος πως ούτε που θα δοκίμαζε !
Ο λαγός είχε πολύ άχτι τον λύκο, εξαιτίας όλων των ιστοριών που ο λύκος τρώει τον λαγό, και έψαχνε αφορμή για να τον δείρει.
Οπότε την Κυριακή στο συμβούλιο των ζώων λέει ο λαγός στον λύκο:
- Λύκε, γιατί δεν φοράς καπέλο;
- Ε, δεν είχα, ρε λαγέ, λέει ο λύκος.
Αυτό ήταν, βρίσκει την αφορμή ο λαγός, σπάει τον λύκο στο ξύλο...
Την επόμενη Κυριακή λέει ο λαγός:
- Λύκε, γιατί δεν φοράς καπέλο;
- Ε, δεν πρόλαβα να αγοράσω, ρε λαγέ, λέει ο λύκος.
Ξαναβρίσκει την αφορμή ο λαγός, σπάει τον λύκο στο ξύλο...
Μετά ο λαγός σκέφτεται ότι μάλλον αυτήν την βδομάδα θα έχει πάρει ο λύκος καπέλο, και δεν θα πιάνει η δικαιολογία.
Πάει λοιπόν και ρωτά την κουκουβάγια, το σοφό πουλί του δάσους, τι να πει στον λύκο, για να βρει δικαιολογία να τον δείρει.
- Α, λέει η κουκουβάγια, είναι πολύ απλό. Θα τον στείλεις να σου πάρει τσιγάρα. Αν σου φέρει μαλακό θα του πεις:
"Γιατί δεν έφερες σκληρό;" Και το αντίθετο... Έτσι θα μπορέσεις να τον πλακώσεις στο ξύλο πάλι.
Έρχεται η Κυριακή, στο συμβούλιο των ζώων λέει ο λαγός:
- Λύκε, έλα δω.
- Ε, χίλια συγνώμη, λαγέ, λέει ο λύκος, αλλά πάλι δεν κατάφερα να πάρω καπέλο.
- Καλά, λέει ο λαγός. Δεν πειράζει. Θα πας να μου πάρεις τσιγάρα;
- Φέρε λεφτά.
Του δίνει τα λεφτά ο λαγός, κάνει τρία βήματα ο λύκος, γυρίζει και ρωτάει:
- Μαλακό ή σκληρό;
Και ο λαγός απαντάει:
- Γιατί δεν φοράς καπέλο;
Ο Τοτός είχε ψείρες και πήγε στον γιατρό.
Ο γιατρός τον συμβούλευσε να βάλει το κεφάλι σε έναν κουβά με νερό για να τις πνίξει.
Αφού ακολούθησε ο Τοτός την συμβουλή, κατέβηκε στο μέτωπό του μία ψείρα και του είπε:
- Μάγκα μου, είσαι πραγματικός κύριος. Περάσαμε τέλεια! Μπουγελοθήκαμε, κάναμε μπάνιο, παίξαμε με νερόμπομπες.
Ξαναπήγε ο Τοτός στον γιατρό, ο οποίος του είπε να βάλει το κεφάλι του στην φωτιά.
Όταν το έκανε ο Τοτός, κατέβηκε μία ψείρα και του είπε:
- Είσαι και πολύ μάγκας. Κάναμε ηλιοθεραπεία, μαυρίσαμε και τώρα θα είμαστε πανέτοιμοι για το καλοκαίρι.
Μετά ο γιατρός του είπε να βάλει το κεφάλι του στην κατάψυξη.
Η ψείρα τότε του είπε:
- Ευχαριστούμε που μας σκέφτεσαι τόσο. Παίξαμε χιονοπόλεμο, φτιάξαμε χιονάνθρωπο και κάναμε σκι...
Μετά και από αυτό, ο Τοτός αποφάσισε να λύσει μόνος του το πρόβλημά του. Πήγε κοντά σε έναν φίλο του, και έγειρε το κεφάλι του, για ξεφορτωθεί τουλάχιστον κάμποσες.
Τότε κατέβηκε μία ψείρα και του είπε:
- Που να στα λέω! Τους σκοτώσαμε όλους! Πήραμε και 50 ψείρες για ομήρους!
Μία ηλιόλουστη μέρα στο δάσος (και καλά δάσος). Ξαφνικά περνάει τρέχοντας σαν αστραπή ο λαγός(κεντέρης). Συναντάει την αλεπού που εκείνη τη στιγμή ετοιμαζόταν να ανάψει το τσιγαριλίκι(μπάφος) της. Νευριάζει ο λαγός και με αυστηρή φωνή λέει στην αλεπού:
- Καλά είσαι τόσο χαζή που κάθεσαι και καπνίζεις αυτά τα παλιοπράματα (μαριχουάνα); Δεν βλέπεις εμένα που αθλούμαι όλη μέρα. Δεν έχω σταματήσει από το πρωί.
Το σκέφτεται καλά καλά η αλεπού, πετάει το τσιγαριλίκι και αρχίζει να ακολουθεί το λαγό στο τρέξιμο. Λίγο αργότερα συναντάνε την αρκούδα η οποία είχε απλώσει τη λευκή πάνω στο καθρεφτάκι και ετοιμαζόταν για μία καλή μυτιά (πρώτο πράγμα).
- Τι πας να κάνεις εκεί φωνάζει εξαγριωμένος ο λαγός. Θες να καταστραφείς; Δε βλέπεις εμάς που αθλούμαστε και είμαστε μια χαρά.
Το καλοσκέφτεται η αρκούδα, τα πετάει όλα και ξεκινάει το τρέξιμο μαζί με τα άλλα ζώα. Ύστερα από λίγο οι τρεις ήρωες μας συναντάνε το λιοντάρι το οποίο είχε δέσει το χέρι του με ένα σκοινί και έψαχνε να βρει φλέβα για να τρυπηθεί με τη σύριγγα (μάλλον δεν είναι δάσος αυτό, ο κορυδαλλός είναι). Βέβαια η αρκούδα και η αλεπού δεν μπορούσαν να πάρουν τα πόδια τους και ούτε να μιλήσουν από την κούραση για αυτό και πάλι αναλαμβάνει ο λαγός να φωνάξει στο βασιλιά των ζώων (παλιά, πριν πέσει στην άσπρη):
- Τι πας να κάνεις εκεί (το έψησες καλά το πράγμα); Αυτό είναι το παράδειγμα που δίνες στα άλλα ζώα; Ντροπή σου. Πέτα τα όλα τώρα και έλα μαζί μας για τρέξιμο. Μόνο με τον αθλητισμό θα σωθείς.
Φορτώνει λοιπόν και το λιοντάρι και λέει στο λαγό:
- Σε ποιόν τις πουλάς αυτές τις μαλακίες ρε λαγέ μη σε φάω στιφάδο. Έχεις γαμηθεί στα τρυπάκια και στα LSD απʼτο πρωί και τρέχεις σαν πούστης.
Μια μέρα ένα ποντικάκι περνούσε από ένα σημείο της ζούγκλας και καθώς προχωρούσε άκουσε κάποιον να φωνάζει βοήθεια. Κοιτάει σαστισμένο και βλέπει μέσα σε ένα μεγάλο λάκκο έναν ελέφαντα που προσπαθεί απεγνωσμένα να σκαρφαλώσει για να βγει αλλά του κάκου.
Τότε του λέει το ποντικάκι:
- Μη στεναχωριέσαι φιλαράκο εγώ θα σε σώσω...
Αμέσως ο φίλος μας τρέχει σπίτι του, ανοίγει το γκαράζ και βγάζει την Porsche του, την γκαζώνει και τρέχει στον λάκκο του ελέφαντα. Πετάει μέσα ένα σχοινί, το δένει στον προφυλακτήρα και λέει του ελέφαντα να το δέσει στη μέση του. Ευθύς αμέσως βάζει την Porsche στην πρώτη και τραβάει το παχύδερμο έξω με ασφάλεια. Ο ελέφαντας τον ευχαριστεί και πάει στη δουλειά του.
Ένα μήνα αργότερα, από το ίδιο σημείο της ζούγκλας διέρχεται τώρα ο ελέφαντας. Ενώ έκοβε βόλτες ακούει φωνές για βοήθεια. Τρέχει στο λάκκο και βλέπει το ποντικάκι μέσα.
- Αδελφάκι μη φοβάσαι θα σε χω έξω σε μισό λεπτό, του λέει.
Μια και δυο δρασκελίζει τον λάκκο και αφήνει το τεράστιο παλαμάρι του να ξετυλιχτεί σιγά-σιγά προς τα κάτω. Αμέσως το ποντικάκι γαντζώνεται επάνω του και βγαίνει έξω.
Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας μας είναι:
Όταν την έχεις μεγάλη δε χρειάζεσαι Porsche!
Σε ένα κοτέτσι μεγαλώνουν δυο κόκορες. Ο ένας είναι αδύνατος και δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του, ο δεύτερος είναι ψηλός με μεγάλο κόκκινο λειρί, κανονικός πεχλιβάνης όπου δεν αφήνει τίποτα θηλυκό δίπλα του. Ο πρώτος όμως που ζήλευε πολύ σκέφτηκε να τον εκδικηθεί. Πάει λοιπόν στη φωλιά της αλεπούς, με μια άσπρη σημαία, κουδουνίζει και σε λίγο βγαίνει καμαρωτή καμαρωτή με τη φουντωτή ουρά της και ρωτά τον κόκορα τι θέλει; Έκανε περιγραφή από το συμβάν και κατόπιν της μαρτύρησε ένα μυστικό πέρασμά στο κοτέτσι που μένει. Θέλω να αφανίσεις όλες τις κότες και φεύγει. Μια εβδομάδα τη στήνει και παρακολουθεί πόσες κότες έχουν μείνει στο κοτέτσι. Έκπληκτος ενώ βλέπει την αλεπού μέσα οι κότες παραμένουν δίχως να λείπει κάποια. Πιάνει πάλι την αλεπού και την ρωτά γιατί δεν τρώει τις κότες; Τότε αυτή απαντά... Καλέ τι μου φταίνε οι κοτούλες, πάντως αυτός ο Πετεινός πράγματι είναι αφάνταστα άπαικτος...