Skip to main content
Μια μέρα ξεκίνησε ο μπαμπάς χελώνα, η μαμά χελώνα και το χελωνάκι να πάνε για πικνίκ σε απόσταση ενός χιλιομέτρου.
Αφού λοιπόν, για να φτάσουν στον προορισμό τους, πέρασαν δέκα χρόνια, κάθισαν να φάνε. Εκεί που άνοιξε η μαμά χελώνα το μπόλ με τα κεφτεδάκια διαπίστωσε ότι ξέχασε να πάρει μαζί της το νερό, το λέει στον μπαμπά χελώνα και αποφασίζουν να στείλουν το μικρό χελωνάκι να πάει να φέρει απο το σπίτι το νερό. Προτού ξεκινήσει το μικρό χελωνάκι να πάει να φέρει το νερό, τους λέει:
- Εγώ θα πάω, αλλά αν βάλει κανένας χέρι στα κεφτεδάκια, δέν πάω!
Μετά απο είκοσι δύο χρόνια δέ φάνηκε το μικρό χελωνάκι και ο πατέρας χελώνα λέει:
- Εγώ αρχίζω να τρώω γιατί με έχει κόψει η πείνα.
Τότε η μαμά χελώνα άρχισε να φέρνει αντιρρήσεις, αλλά με λίγη δυσκολία εκείνος κατάφερε να την πείσει.
Κάποια στιγμή αφου είχαν φάει απο πέντε κεφτεδάκια ο καθένας, πετάγεται πίσω απο τους θάμνους το μικρό χελωνάκι και τους λέει:
- Έτσι είστε έ; Τρώτε τα κεφτεδάκια! Δέν πάω για νερό!
Ήταν που λέτε ένας τύπος, που πήγαινε βόλτα με το αμάξι του εις τας εξοχάς. Σε μία στιγμή, σβήνει η μηχανή. Κατεβαίνει, ανοίγει το καπό και αρχίζει να ψάχνει, να δει τι συμβαίνει.
Εκεί που κοίταγε τη μηχανή, τον πλησιάζει μια αγελάδα και με μάλλον αδιάφορο ύφος του λέει:
- Μάλλον φταίει το καρμπυρατέρ.
Ο τύπος μας, μιλάμε τα παίξε τόσο πολύ, που άρχισε να τρέχει σαν τρελός στα λιβάδια και στα λαγκάδια. Σε μια στιγμή, συναντάει ένα βοσκό και του λέει όλη την ιστορία. Οπότε γυρνάει ο βοσκός και του λέει:
- Μήπως ήτανε μια μαύρη αγελάδα, με ένα άσπρο σημάδι στο μέτωπο;
- ΝΑΙ! ΝΑΙ! Αυτή ήταν!, απαντάει ο άλλος.
- Α, μην της δίνεις σημασία, είναι η Ντόλη η φαντασμένη. Ανάθεμα με, κι αν ξέρει τίποτα από αυτοκίνητα!
Η αλεπού κόβει βόλτες στο δάσος και βλέπει το λαγό να γράφει στο laptop κάτω από ένα δεντράκι.
- Καλημέρα λαγέ.
- Καλημέρα αλεπού.
- Τι γράφεις λαγέ;
- Το διδακτορικό μου.
(γέλια η αλεπού ακατάσχετα)
- Και τι θέμα έχεις;
- Πως ο λαγός τρώει την αλεπού.
- Με δουλεύεις, γίνονται αυτά τα πράγματα;
- Έλα να σου δείξω.
Πράγματι, προχωρούν προς μια κοντινή σπηλιά, μπαίνουν μέσα, ακούγονται θόρυβοι πανικού και μετά ησυχία. Στο τέλος βγαίνει μόνος του ο λαγός,
Κάθεται και συνεχίζει το γράψιμο.
Περνάει αργότερα η ύαινα, τα ίδια:
- Καλημέρα λαγέ.
- Καλημέρα ύαινα.
- Τι γράφεις λαγέ;
- Το διδακτορικό μου.
(γέλια η ύαινα αυτή τη φορά ακατάσχετα)
- Και τι θέμα έχεις;
- Πως ο λαγός τρώει την ύαινα.
- Με δουλεύεις, γίνονται αυτά τα πράγματα, θα σε κάνω μια μπουκιά;
- Έλα να σου δείξω.
Ξανά το ίδιο σκηνικό, μπαίνουν στη σπηλιά και μετά από το σχετικό σαματά και τη νεκρική σιγή (σταματήστε επιτέλους τα τύμπανα) βγαίνει ο λαγός cool όπως πάντα.
Περνάει τέλος και ο λύκος.
- Καλημέρα λαγέ.
- Καλημέρα λύκε .
- Τι γράφεις λαγέ;
- Το διδακτορικό μου.
(γέλια ο λύκος μέχρι δακρύων)
- Και τι θέμα έχεις;
- Πως ο λαγός τρώει το λύκο.
- Με δουλεύεις, πρέπει να στο κόψουν το διδακτορικό;
- Έλα να σου δείξω.
Πλησιάζουν στη μυστήρια σπηλιά και όπως μπαίνουν στο σκοτάδι ανατριχιάζει ο λύκος που βλέπει βήματα ζώων να μπαίνουν και να μη βγαίνουν και κόκαλα σκορπισμένα παντού. Εκεί που κοντεύει να κατουρηθεί επάνω του βλέπει στο βάθος το λιοντάρι να κάθεται.
- Τι είναι αυτά που μου κάνεις ρε λαγέ, είπαμε πως ο λαγός τρώει το λύκο, όχι το λιοντάρι τρώει το λύκο, που με έφερες;
- Δεν κατάλαβες: το λιοντάρι επιβλέπει το διδακτορικό μου. Εγώ δουλεύω και αυτός τρώει.
Ένας κτηνοτρόφος είχε κάποτε έναν ταύρο ονόματι ΧΑΤΖΗΜΠΑΛΑ..
Και πολύ βαρβάτος που λέτε φιλαράκια μου, ο Χατζημπάλας, τις είχε ξεκατινιάσει τις γκόμενες στο στάβλο, μέχρι σημείου να έχει μειωθεί το γάλα τουλάχιστον 50%.
Είδε κι απόειδε ο κτηνοτρόφος με την κακή του μοίρα, αναγκάστηκε και έκανε έναν φράχτη 1 μέτρο ψηλό και το βραδάκι έχωσε μέσα τον φίλο μας τον Χατζημπάλα μονολογώντας:
"Αν μπορείς, ξανακάντο τώρα ρε μαγκάκι!"
Είδε το φράχτη ο Χατζημπάλας και ζορίστηκε λιγάκι, αλλά σκέφτηκε να ξεκουραστεί κι ένα βραδάκι.
Όπως όμως ήταν ξαπλωμένος ακούει τις γκόμενες, να φωνάζουν εν χορώ.
- Θέλουμε το Χα-τζη-μπάαα-λα! Θέλουμε το Χα-τζη-μπάαα-λα!
Ενθουσιάζεται ο Χατζημπάλας και δίνει ένα σάλτο, περνά το φράχτη και γραμμή για το χαρέμι. Εκεί να δείτε κολλητοί μου πανηγύρια και χαρούλες από το χαρέμι... Φανταστείτε Γαύρους να πάρουν CHAMPIONS LEAGUE.
Αφού λοιπόν τις ξεκατίνιασε και πάλι γύρισε στο πόστο του.
Το πρωί ο κτηνοτρόφος μόλις μπάνισε την κατάσταση και, βρίζοντας, άρχισε να ψηλώνει τον φράχτη μισό μέτρο.
Ακριβώς το ίδιο σκηνικό φίλοι μου, μόνο που αυτή τη φορά ο Χατζημπάλας, πέρασε ξυστά από το φράχτη. Πάλι παλαμάκι, κακό κτλ.
- Αα ρε πούστη Χατζημπάλα, λέει ο κτηνοτρόφος το πρωί και κάνει το φράχτη 2,5 μέτρα τώρα.
Βραδάκι οι γκόμενες άρχισαν πάλι το τροπάρι.
- Θέλουμε το Χα-τζη-μπάαα-λα!
Ζόρια τώρα για τον πρωταγωνιστή μας , βουνό ο φράχτης, οι γκόμενες φώναζαν από την άλλη, τι να κάνει, τι να κάνει, αποφάσισε λοιπόν (όπως όλα τα, αρσενικά με το κάτω κεφάλι) και παίρνοντας μεγάλη φόρα δίνει ένα σάλτο, μόνο που αυτή τη φορά τα αρχ... Α του μείνανε πάνω στο φράχτη... Φτάνοντας στο στάβλο οι γκόμενες, πάλι εν χορώ.
- Ζήτω ο Χατζημπάλας! ζήτω ο Χατζημπάλας.!
Αφού πήρε το σοβαρότερο ύφος του κόσμου ο ταύρος μας ανακοίνωσε:
- Κορίτσια από δω και πέρα να με λέτε XATZH, οι μπάλες μείνανε επάνω..!
Ένα ζευγάρι πάει στην εξοχή. Κάπου εκεί βλέπουν μια φάρμα. Κότες, κουνέλια κτλ. Ρωτάει η γυναίκα τον χωρικό:
- Μπορούμε να αγοράσουμε μια κότα;
- Βεβαίως λέει ο χωρικός, να σας σφάξω μια για 5.000 δρχ.
- Εντάξει, λέει εκείνη, αχ άντρα μου, θα την κάνω μούρλια με χυλοπίτες
Μμμ...
Την ώρα που ο χωρικός είναι έτοιμος με το μαχαίρι να κάνει το πουλερικό
Έδεσμα, ξεπετάγεται ο κόκορας από το κοτέτσι καμαρωτός και απειλητικός...
- Τον πουλάτε τον κόκορα κύριε? Ρωτάει ο άνδρας.
- Βεβαίως άπαντα ο χωρικός , 45.000 δρχ.
- Μα καλά λέει ο άνδρας , 5000 η κότα , 45000 ο κόκορας, είναι δυνατόν;
- Αυτός ο κόκορας κύριε, είναι το καμάρι μου, γιατί πηδάει 28 φορές την
Ημέρα!
Με μια κρυφή αγκωνιά η γυναίκα σκουντάει τον άνδρα της και του λέει με
Συγκαλυμμένο εμπαιγμό:
- Τ΄ ακούς βρε... 28 φορές την ημέρα..!
Ανακάμπτει ο άνδρας και απευθύνεται στο χωρικό:
- Συγνώμη κύριε... Την ίδια κότα πηδάει 28 φορές την ημέρα;
Ένα σπίτι ήταν γεμάτο ποντίκια. Το έμαθε αυτό ένας γάτος, έτρεξε εκεί και πιάνοντάς τα ένα-ένα, τα καταβρόχθιζε.
Τα ποντίκια, που ολοένα λιγόστευαν, χώθηκαν σε τρύπες και ο γάτος, μη μπορώντας πια να τα πιάσει, σοφίστηκε ένα τέχνασμα για να τα κάνει να βγουν έξω. Ανέβηκε σ΄ έναν πάσσαλο και κρεμάστηκε από κει παριστάνοντας τον ψόφιο. Τότε, ένα ποντίκι που έσκασε μύτη και τον είδε, του είπε:
- Εσύ, ακόμα και φλοκάτη να γίνεις, εγώ πάλι δε σε πλησιάζω.