Skip to main content
Είναι η μικρή Αννούλα με τον μπαμπά και τον αδερφό της στο Jumbo.
- Μπαμπά, να πάρω αυτήν την barbie;
- Να την πάρεις, Αννούλα, γιατί να μην την πάρεις.
Μετά από λίγο:
- Μπαμπά, να πάρω και τον Ken;
- Να τον πάρεις, Αννούλα μου.
Μετά από λίγο:
- Μπαμπά, να τους πάρω και ένα σπίτι για να μένουνε;
- Να τους πάρεις, Αννούλα μου.
Λέει και ο αδερφός την Αννούλας:
- Μπαμπά, να πάρω αυτό το μικρό, φτηνό αυτοκινητάκι;
- Ε, ξέρεις τώρα παιδί μου, περνάμε οικονομική κρίση και δεν είναι καιρός για έξοδα!
Μετά από λίγο ξαναρωτά η Αννούλα:
- Μπαμπά, να πάρω και το μαγαζί και το τροχόσπιτο και το κομμωτήριο και την βίλλα της Barbie;
- Πάρτα όλα αγάπη μου, λέει πάλι ο μπαμπάς.
Μόλις βγαίνουν από το Jumbo λέει η Αννούλα στον αδερφό της:
- Κοίτα πόσα παιχνίδια πήρα εγώ και εσύ δεν έχεις τίποτε!
- Ναι, αλλά εγώ δεν έχω καρκίνο!
Τρεις φίλοι επί καθημερινής βάσεως, Τρεις φίλοι επί καθημερινής βάσεως, συνηθίζουν να συναντιούνται μετά τη δουλειά και να πίνουν ουζάκια πριν το μεσημεριανό. Μια μέρα μπαίνει στο καφενείο ο ένας απ αυτούς με κατεβασμένα μούτρα.
- Τι έγινε; τον ρωτάνε οι άλλοι.
- Να ρε παιδιά, η γυναίκα μου με απατάει.
- Τι λες ρε παιδί μου και πώς το κατάλαβες;
- Χθες που γύρισα στο σπίτι, κοίταξα κάτω από το κρεβάτι να βρω τις παντούφλες μου και βρήκα κάτι πένσες, κάβουρες (και άλλα θαλασσινά),
Σωλήνες και τέτοια. Μια, λοιπόν και δεν ήταν δικά μου πρέπει να ήταν του
Εραστή της (κλάμα) και είναι υδραυλικός.
Τον συλλυπούνται οι άλλοι. "Έλα ρε παιδί, πώς κάνεις έτσι;" και τέτοια και φεύγουν.
Την άλλη μέρα έρχεται ο δεύτερος φίλος με προβοσκίδα.
- Τι έπαθες ρε μεγάλε; των ρωτούν.
- Τι να πάθω, τα ίδια με το φίλο μας. Υποψιασμένος χθες με το που γύρισα στο σπίτι κοίταξα κάτω από το κρεβάτι και βρήκα κάτι κουτιά με χρώματα. Αρα η γυναίκα μου τα έχει με μπογιατζή.
Τον παρηγορούν κι αυτόν, ο άλλος κερατάς και ο καθαροκούτελος και φεύγουν.
Την επομένη να σου και ο τρίτος στενοχωρημένος και κλαμένος.
- Τι έγινε; τον ρωτάνε οι ομοιοπαθείς.
- Αστε τα ρε παιδιά. Είμαι στη χειρότερη μοίρα απ όλους σας. Γυρίζοντας χθες στο σπίτι κι ακούγοντας τις ιστορίες σας, κοίταξα κι εγώ κάτω από το κρεβάτι. Και τι βρήκα που λέτε;
- Τι βρήκες;
- Ένα καπελάκι από τζόκεϊ.
- Ε, και;
- Τι ε, και; Η γυναίκα μου τα χει με άλογο!
- Ο πατέρας του Τοτού πηγαίνει στη δασκάλα του για να δει πως τα πάει ο κανακάρης του.
Η δασκάλα του λέει ότι δεν φτάνει που μονίμως κάνει φασαρία και σκαρώνει φάρσες, αλλά είναι και σκράπας στα μαθήματα, με αποκορύφωμα τη γεωγραφία.
- Όταν γυρνάει ο πατέρας στο σπίτι, πάει στο δωμάτιο του Τοτού και τον πλακώνει στα χαστούκια, εξηγώντας του τι έγινε σήμερα στο σχολείο και ζητώντας του εξηγήσεις.
Ο Τοτός λοιπόν του εξηγεί ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα, απλά η δασκάλα τον έχει βάλει στο μάτι, καθότι είναι λίγο ζωηρός.
- Ο πατέρας του τότε του λέει "ωραία, θα σου κάνω ορισμένες ερωτήσεις για να δω και εγώ αν είναι αλήθεια ή όχι"
- Πατέρας - "ποια είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας;"
Τοτός -"έλα ρε πατέρα αυτό είναι εύκολο, το Ναύπλιο"
- Πατέρας - "ποια είναι η μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας;"
Τοτός - "καλά, δεν έχεις τίποτα πιο δύσκολο!, η Αρτα"
- Πατέρας - "που βρίσκονται οι Πρέσπες;"
Τοτός- "ωωωωω το χρόνο μου τρως τώρα, στην Κρήτη"
- Οπότε σηκώνεται ο πατέρας του, του τραβάει ένα φιλικό χαστούκι και του λέει "καλά βρε Τοτέ, αφού τα ξέρεις, γιατί δεν τα λες και στο σχολείο;!
Όλη την προηγούμενη βδομάδα μάθαινε η δασκάλα στα παιδάκια την προπαίδεια, έκαναν κι επανάληψη την Παρασκευή, τους είπε όλους να μελετήσουν στο σπίτι το Σαββατοκύριακο και Δευτέρα πρωί-πρωί σήκωσε τον Τοτό για μάθημα.
- Πες μας Τοτό την προπαίδεια.
- Μάλιστα κυρία!...
... Μ, μ, μ.
... Μμ, μμ, μμ.
... Μμμ, μμμ, μμμ.
Στήνει αυτί η κυρία, ξαναστήνει αυτί, δεν άκουγε παρά ένα μουρμουρητό.
- Πιο δυνατά Τοτό, δεν ακούω τι λες.
- Μάλιστα κυρία!...
... Μμμ, μμμ, μμμ.
... Μμμμ, μμμμ, μμμμ.
- Τοτό, σου είπα πιο ΔΥΝΑΤΑ!
- Κοιτάξτε κυρία, να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα... Τον σκοπό τον ξέρω, τα λόγια δε θυμάμαι καλά.