Πάει ένας πιτσιρίκος στο ψιλικατζίδικο να πάρει τροφή για τις κότες:
- Έχεις κότες; ρωτάει ο ψιλικατζής.
- Ναί, έχω, απαντάει ο μικρός.
- Ε, τότε φέρε μου μία να δώ, να βεβαιωθώ ότι έχεις κότες και θα σου δώσω τροφή.
Γυρνάει σπίτι ο μικρός, παίρνει μία κότα, πάει και την δείχνει στον ψιλικατζή, και αυτός του δίνει τροφή.
Την άλλη μέρα πάει και ζητάει τροφή για τα κουνέλια:
- Έχεις κουνέλια; ρωτάει ο ψιλικατζής.
- Ναί, έχω, απαντάει ο μικρός.
- Ε, τότε φέρε μου ένα να δώ.
Γυρνάει σπίτι ο μικρός, παίρνει ένα κουνέλι, πάει και το δείχνει στον ψιλικατζή, και αυτός του δίνει τροφή.
Μετά από μερικές μέρες τον στέλνει ο πατέρας του να πάρει χαρτί υγείας.
Πηγαίνει ο μικρός στο ψιλικατζίδικο με μία σακούλα:
- Τί θέλεις πάλι; ρωτά ο ψιλικατζής.
- Βάλε το χέρι σου μέσα στην σακούλα, λέει ο μικρός, και θα καταλάβεις.
Βάζει το χέρι του ο ψιλικατζής μέσα στην σακούλα και πιάνει σκατά!
Όπως το βγάζει γρήγορα εξαγριωμένος, του λέει ο μικρός:
- Θέλω να αγοράσω ένα χαρτί υγείας...
Ήταν ένας που έκλανε πολύ. Πρτ πρτ συνέχεια. Ο καημένος ο άνθρωπος δε γινόταν να βγει έξω λόγω της κατάστασης. Ένας φίλος του πήγε στο σπίτι του λοιπόν και είπε:
- Τι θα γίνει θα βγεις έξω καμιά φορά;
- Α πα πα πα πα πα. Δε γίνεται. Δε βλέπεις τι γίνεται εδώ;
- Κοίτα θα πάμε σε ένα σινεμά που θα έχει πιστολίδι κανένα καουμπόικο. Μπαμ το πιστόλι πρτ εσύ.
Πάνε σε ένα σινεμά και ρωτάνε:
- Έχει μπόλικο πιστολίδι το έργο;
- Έχει λέει η ταμίας. Μπαίνουν μέσα... Μπαμ το πιστόλι πρτ αυτός μπαμ το πιστόλι πρτ αυτός.
Ήταν όμως μια σκηνή που ήταν να ανατιναχτεί μια γέφυρα. Πιστολίδι δεν ακουγόταν κι ο άνθρωπος σφιγγόταν.
Τσαφ τσουφ το τρένο ωχ αυτός...
Τσαφ τσουφ το τρένο ωωωχ αυτός...
Τσαφ τσουφ το τρένο ωωωωωχ αυτός...
Μπάααααααααααααααααααμ το τρένο
Πρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρττττττττττττ αυτός.
Κι ένας από πίσω είπε:
- Καλά ρε παιδιά τι κουβάλαγε το τρένο.. ΣΚΑΤΑ κουβάλαγε;
Η σύζυγος, πεταχτούλα αλλά και αυταρχική, γυρίζει μια μέρα από το γραφείο και φοράει ένα αστραφτερό διαμαντένιο δαχτυλίδι.
- Που το κονόμησες ρε γυναίκα το δαχτυλίδι; τη ρωτάει ο άντρας της με απορία.
- Να έγινε μια λοταρία στο γραφείο και μου έπεσε το πρώτο λαχείο. Γέμισε μου τώρα τη μπανιέρα ζεστό νερό να κάνω ένα μπάνιο γιατί είμαι ψόφια, του απαντάει πολύ φυσικά εκείνη.
Δυο τρεις μέρες μετά γυρίζει η κυρία και φοράει ένα μενταγιόν με μπριγιάν και χρυσό δέσιμο.
- Από που το τζιβαέρι πάλι ρε γυναίκα; ξαναρωτάει ο άντρας.
- Που να στα λέω! Είμαι πολύ τυχερή τελικά. Ξαναέγινε λοταρία στο γραφείο και μου έπεσε το πρώτο λαχείο. Γέμισε μου τώρα τη μπανιέρα ζεστό νερό να κάνω ένα μπάνιο γιατί είμαι ψόφια, το ίδιο τροπάρι εκείνη.
Μια βδομάδα αργότερα η τυχερή γυναίκα γυρίζει φορώντας μια πανάκριβη γούνα μινκ.
- Ασε με να μαντέψω, της λέει ο άντρας της, την κέρδισες σε λοταρία στο γραφείο σου.
- Σωστά το μάντεψες, του λέει εκείνη γελαστά, γέμισε μου τώρα τη μπανιέρα.
Εκείνος δεν μιλάει, αλλά βάζει στη μπανιέρα μόνο δύο πόντους ζεστό νερό.
- Ε! γιατί έβαλες μόνο τόσο λίγο νερό στη μπανιέρα; του φωνάζει από το μπάνιο αγανακτισμένη η κυρία.
- Δεν ήθελα να βρέξεις το τυχερό σου λαχείο αγάπη μου!