Δημοφιλή ανέκδοτα

FONT FACE=ARIAL SIZE=2>Στις τελευταίες του στιγμές, ο κυρ-Μίμης λέει στη νεαρή γυναίκα του:
- Μωρή, πρόσεχε! Τώρα που θα μείνεις μόνη σου, μη με απατήσεις γιατί θα το μάθω εγώ στον άλλο κόσμο. Έκανα συμφωνία με τον Χριστό, κάθε φορά που με απατάς, εγώ να κάνω μια περιστροφή γύρω από τον εαυτό μου. Έτσι θα το ξέρω.
Μετά από πολλά χρόνια, ταξιδεύει εις τόπον αναπαύσεως και η γυναίκα του κυρ-Μίμη.
Στον Παράδεισο λοιπόν, αρχίζει να ψάχνει το στεφάνι της.
Ρωτάει έναν Αγγελο:
- Μήπως ξέρετε που είναι ο άντρας μου ο Μίμης;
- Δεν ξέρω κοπελιά μου ποιον Μίμη ψάχνεις... Για δώσε μου μερικές λεπτομέρειες...
- Εε... να, ξέρετε, είναι ψηλός, ξανθός, με καστανά μάτια...
- Κοπελιά μου, ξέρεις πόσους Μίμηδες έχουμε εδώ που είναι έτσι; Δεν έχεις κανένα άλλο χαρακτηριστικό να μου δώσεις;
- Εεε, ξέρετε... είχε κάνει μια συμφωνία με τον Χριστό να κάνει μια περιστροφή γύρω από τον εαυτό του, κάθε φορά που θα τον απατούσα...
- Ααα! Πέστο κοπέλα μου! Τον Μίμη τον Σβούρα ψάχνεις!
Σκύψε εσύ!
Πεθαίνει ένας ομοφυλόφιλος και πάει μπροστά στον Άγιο Πέτρο.
Αυτός για να εξακριβώσει που πρέπει να τον στείλει (παράδεισο ή κόλαση) του κάνει κάποιες ερωτήσεις. Σε κάποια φάση εκεί που έγραφε κάτι ο Άγιος Πέτρος για να κρατάει τις σημειώσεις του, του πέφτει κάτω ο στυλός του. Σκύβει να το μαζέψει, και εκεί όπως ήταν σκυμμένος, τον βουτάει ο άλλος και του πετάει τα μάτια έξω.
Εξοργισμένος ο Άγιος Πέτρος τον στέλνει απευθείας στο Διάολο χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Περνάνε τα χρόνια και ο Άγιος κάποια στιγμή σκέφτηκε να επισκεφτεί εκείνο τον ομοφυλόφιλο να δει τι κάνει.
Ανοίγει η πόρτα του παραδείσου και εκπλήσσεται καθώς βλέπει πως στην κόλαση έχουν παγώσει τα πάντα. Φοβερό κρύο, όλοι να τρέμουν από την παγωνιά. Πάει λοιπόν στο Διάολο και του λέει:
- Καλά τι σε έχουμε εδώ; γιατί δεν κάνεις σωστά τη δουλειά σου; Εμείς σου τους στέλνουμε για να τους βασανίζεις με φοβερή φωτιά και εσύ τους κρυώνεις;
Τον κοιτάζει ο Διάολος και του λέει:
- Έτσι εε; αν είσαι μάγκας σκύψε εσύ να βάλεις φωτιά, εδώ πάντως δεν ξανασκύβει κανείς!
Ο Τζο ο Καουμπόυ για να πάει στο Φορτ-Γουόρθ έπρεπε να περάσει την έρημο της Νεβάδα.
Πήρε νέο άλογο, πολλές προμήθειες, έκανε τον σταυρό του και ξεκίνησε. Στον δρόμο όμως του την πέφτουν ληστές και του παίρνουν τα πάντα. Μετά από μέρες μισοπεθαμένοι, αυτός και το άλογό του, έσερναν τα βήματά τους στην άμμο, όταν κάτι γυάλισε στα 2 μέτρα. Πλησιάζει, το πιάνει... Ένα μισοσκουριασμένο σπαθί από τον εμφύλιο.
Το μαζεύει καθώς δεν είχε άλλο όπλο, και άρχισε να το χρησιμοποιεί σαν μπαστουνι. Στο άλογο του δεν ανέβαινε, γιατί και αυτό τα χάλια του είχε.
Την άλλη μέρα η τύχη του χαμογέλασε. Κάτι κινήθηκε μπροστά του. Ένα φίδι!
Τραβάει το σπαθι και μένει κόκκαλο.
- Μην με σκοτώσεις, λέει το φίδι. Είμαι μάγος και αν με αφήσεις να ζήσω θα σου πραγματοποιήσω 3 ευχές.
- Ωραία. Πρώτον, θέλω εγώ και το άλογό μου να είμαστε οι πιο ωραίοι, χορτάτοι και δυνατοί στην γη.
Την ίδια στιγμή, παφ, καπνός και ο Τζο έγινε 2 μέτρα ψηλός, ξανθός, γαλανομάτης, και το άλογο του τεράστιο και πανέμορφο.
- Δεύτερον θέλω πλούτη, πολλά πλούτη.
Πάφ, καπνός και εμφανίζεται ένα κάρο φορτωμένο με χρυσάφι και διαμάντια.
- Και τρίτον, θέλω να αποκτήσω το πράγμα του αλόγου μου.
- Είσαι σίγουρος, ρωτάει ο μάγος.
- Ναι ρε, έχεις αντίρρηση; λέει ο Τζο κουνώντας με νόημα το σπαθί του.
- Ότι πεις. Εσύ είσαι το αφεντικό, λέει το φίδι, το κάνει και εξαφανίζεται.
Δένει ο Τζο το κάρο στο άλογο, ανεβαίνει και αυτός και ξεκινάνε για την πόλη.
Φτάνοντας στην πόλη, μπαίνει στο πρώτο σαλούν και σταματούν τα πάντα. Μουσική, κουβέντες ακόμα και ανάσες!
Πιάνει τον μπάρμαν από τον γιακά και του λέει:
- Κέρνα τους όλους, και στείλε στο καλύτερο δωμάτιο 6 γκόμενες, και μια κάσα σαμπάνιες.
Ανεβαίνει πάνω, ανοίγει τις πόρτες με κλωτσιές, διαλέγει το καλύτερο δωμάτιο.
Έρχονται οι γκόμενες, και ο Τζο χαμογελάει.
Αρχίζει να ξεκουμπώνει το πουκάμισο, αποκαλύπτοντας θώρακα και κοιλιακούς. Αναστενάζουν οι γκόμενες.
Βγάζει παντελόνι και φανελάκι, κοντεύουν να λιποθυμήσουν οι γκόμενες από την έξαψη.
Βγάζει το μποξεράκι... Τρελά γέλια από το βάθος του δωματίου.
"Ρε γαμώτο, τί έγινε τώρα; Οι γκόμενες κοντεύαν να λιποθυμήσουν, τί συνέβη;"
Κοιτά κάτω.
- ΌΧΙ, ρε γαμώτο! Ξέχασα ο μαλάκας ότι το άλογο μου ήταν φοράδα!