if (!string.IsNullOrEmpty(Model.PrevPageFullUrl))
{
}
if (!string.IsNullOrEmpty(Model.NextPageFullUrl))
{
}
Δημοφιλή ανέκδοτα - Page 336
Skip to main content
Επεισόδιο στην Εθνική Οδό...
Με το θερμόμετρο να αγγίζει τους 40, ένας ομοφυλόφιλος ταξιδεύει με ένα Deux Chevaux (Ντεσεβώ) στην Εθνική οδό Αθηνών Λαμίας. Ο εν λόγω κύριος πηγαίνει στην αριστερή λωρίδα ενώ η βελόνα δεν ξεκολλάει από τα 20 χλμ/ω. Από πίσω, ένας αρκετά τσαμπουκαλής φορτηγατζής,ακολουθεί σαν σε επιτάφειο, ενώ κάθε προσπάθεια να προσπεράσει αποβαίνε μάταιη. Αφού λοιπόν προσπαθεί να συγκρατήσει τον εαυτό του από τα διόδια Σχηματαρίου, κάπου κοντά στις στροφές και λόγω της αφόρητης ζέστης, ο φορτηγατζής αποφασίζει να κάνει κάτι δραστικό. Σανιδώνει λοιπόν το φορτηγό και πέφτει πάνω στον ομοφυλόφιλο, όπου και το αυτοκίνητό του εκτελεί ένα πολλαπλό τετακέ, και καταλήγει στο χαντάκι. Έξαλλος ο φορτηγατζής, κατεβαίνει από το φορτηγό, πλησιάζει τον ομοφυλόφιλο και ετοιμάζεται να δώσει συνέχεια το θέμα. Εξοργισμένος ο ομοφυλόφιλος βγαίνει από το συνετριμένο αυτοκίνητο και εμπλέκεται στον ακόλουθο διάλογο :
- Βάρβαρε, αγροίκε, πειρατή της ασφάλτου. Δεν δείχνεις κανένα σεβασμό στους άλλους οδηγούς. Θα έπρεπε να σε έχουν πίσω από τα σίδερα! - Τι μου λες μωρή καρακραγμένη πουστάρα; Με σέρνεις καροτσάκι από τα διόδια στο Σχηματάρι, και δεν κάνεις άκρη να περάσω και θες να βγεις και από πάνω; - Και τι θές να κάνω; Σάμπως έχω και καμιά Ferrari; - Να πας στην άκρη να οδηγήσεις τον κουβά σου. Χέστηκα και εγώ αν ο δρόμος δεν είναι καλός.
- Δεν με φοβίζεις αγροίκε, τώρα θα πάρω το δικηγόρο μου και θα σου δείξω εγώ. Ο ομοφυλόφιλος, βγάζει το Samsung N100 από την τσέπη και σχηματίζει τον αριθμό του δικηγόρου.
- Ελα Τάκη χρυσέ μου, είμαι στην Εθνική και ένας βάρβαρος φορτηγατζής με τράκαρε από πίσω και μου διέλυσε το αμάξι... Πώς;.. μα σαφώς και θα κάνω μήνυση... Ναι βέβαια, δεν πρόκειται να τον αφήσω από τα μάτια μου. υψώνοντας τη φωνή συνεχίζει...
- Δεν θα το κουνήσει ρούπι.. θα το μετανιώσει φρικτά που έμπλεξε μαζί μου.. βέβαια.. θα του πάρω την άδεια κυκλοφορίας, θα του πάρω τις πινακίδες, θα του πάρω το φορτηγό, θα tου πάρω τα λεφτά του, θα του πάρω το σπίτι του, θα του τα πάρω όλα... Σαρκάζοντας ο φορτηγατζής επεμβαίνει...
- Θα πάρεις τ αρχίδια μου... και ο ομοφυλόφιλος...
- Ακυρο Τάκη μου .. τα βρήκαμε...!
Ηταν ένας Έλληνας, ένας Ιταλός και ένας Πόντιος.
Πηγαίνανε στη ζούγκλα με αμάξι και στο δρόμο το αμάξι χάλασε.
Καθώς σκεφτόντουσαν πως θα το φτιάξουν, τους πιάσανε οι ιθαγενείς.
- Θα σας χαρίσουμε την ζωή, και θα σας αφήσουμε να φύγετε, είπε ο αρχηγός, αν μας πείτε έναν καλό λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να ζήσετε.
- Έχω οικογένεια και παιδιά, άρχισε ο Έλληνας. Πως θα αφήσω τα παιδιά μου να μεγαλώσουν χωρίς πατέρα;
- Εντάξει, είσαι ελεύθερος να φύγεις, είπε ο αρχηγός.
- Είμαι μοναχογιός, είπε ο Ιταλός. Πως θα αφήσω μόνους τους, τους κακόμοιρους τους γονείς μου;
- Εντάξει, είσαι ελεύθερος να φύγεις, είπε ο αρχηγός.
Και λέει και ο Πόντιος:
- Μου χάλασε το αμάξι, και πρέπει να το φτιάξω!
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μαύρη χώρα, ζούσε ένας μαύρος άνθρωπος που είχε ένα μαύρο σπίτι, μια μαύρη κόρη και μια μάυρη γκουβερνάντα. Μια μαύρη μέρα η μαύρη νταντά είπε στο μαύρο άνθρωπο:
- Η μαύρη κόρη σου δεν θέλει να φάει. Τι θα κάνουμε;
Ο μαύρος άνθρωπος λοιπόν καβαλλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση μέχρι που έφτασε σε ένα μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σεαυτό το μαύρο ορφανοτροφείο;
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε, πόσο ζυγίζει;
- 10 κιλά, κύριε.
- Πολλά είναι.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλλάει το μαύρο άλογό του, διασχίζει μαύρα
Δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνα, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει
Στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του μπαίνει μέσα και
Ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Πώς είναι η μαύρη κόρη μου;
- Δεν τρώει τίποτα, ό,τι κι αν κάνω.
Ξανακαβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα φτάνει σε μια μαύρη στεριά και βρίσκει ένα άλλο μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σε αυτό το μαύρο ορφανοτροφείο;
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε πόσο ζυγίζει;
- 5 κιλά, κύριε.
- Πολλά είναι.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, διασχίζει μαύρα δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνά, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του, μπαίνει μέσα και ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Πώς είναι η μαύρη κόρη μου;
- Τίποτα, μπουκιά δεν έχει βάλει στο στόμα της.
Ξανακαβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, φτάνει σε μια μαύρη στεριά, παίρνει ένα μαύρο πλοίο, διασχίζει έναν μαύρο ωκεανό μέχρι που έφτασε σε ένα άλλο μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σε αυτό το μαύρο ορφανοτροφείο.
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε πόσο ζυγίζει;
- 1 κιλό, κύριε.
- Πολύ είναι.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει το μαύρο πλοίο, αφήνει πίσω του τον μαύρο ωκεανό, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, διασχίζει μαύρα δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνά, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του μπαίνει μέσα και ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Λοιπόν καμμιά εξέλιξη;
- Όχι τίποτα, δεν τρώει. Πρέπει να κάνετε κάτι.
Ξανακαβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, φτάνει σε μια μαύρη στεριά, παίρνει ένα μαύρο πλοίο, διασχίζει έναν μαύρο ωκεανό, φτάνει σε μια μαύρη ήπειρο μέχρι που έφτασε σε ένα άλλο μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σε αυτό το μαύρο ορφανοτροφείο.
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε πόσο ζυγίζει;
- Μισό κιλό, κύριε.
- Πολύ είναι.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει το μαύρο πλοίο, αφήνει πίσω του τον μαύρο ωκεανό, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, διασχίζει μαύρα δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνά, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του μπαίνει μέσα και ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Λοιπόν, τρώει;
- Όχι, τίποτα.
Ξανακαβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, φτάνει σε μια μαύρη στεριά,
Παίρνει ένα μαύρο πλοίο, διασχίζει έναν μαύρο ωκεανό, φτάνει σε μια μαύρη ήπειρο, διασχίζει μια μαύρη έρημο μέχρι που έφτασε σε ένα άλλο μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σε αυτό το μαύρο ορφανοτροφείο.
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε πόσο ζυγίζει;
- 100 γραμμάρια κύριε.
- Θα το πάρω.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλάει το μαύρο άλογό του, διασχίζει τη μαύρη έρημο παίρνει το μαύρο πλοίο, αφήνει πίσω του τον μαύρο ωκεανό, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, διασχίζει μαύρα δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνά, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του μπαίνει μέσα και ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Λοιπόν, τρώει;
- Όχι, τίποτα,
Πάει στο δωμάτιο της κόρης του, της δείχνει το μαύρο κορίτσι και της λέει:
- Να! Έτσι θα γίνεις κι εσύ άμα δεν τρως.