Δημοφιλή ανέκδοτα

Μια μέρα η δασκάλα ζητάει από τα παιδάκια να γράψουν μία ιστορία με ηθικό δίδαγμα.
Ο Τοτός διαβάζει:
- Ο θειος μου ο Λακης πολεμησε στον Β Παγκοσμιο Πολεμο. Το αεροπλανο του καταρριφθηκε απο ενα γερμανικο αεροπλανο. Προλαβε να πηδηξει με το αλεξιπτωτο, παιρνοντας μαζι του δυο μπουκαλια τσιπουρο, ενα πολυβολο και μια χειροβομβιδα. Μεχρι να πεσει στην γη ειχε πιει τα δυο μπουκαλια τσιπουρο. Ξαφνικα προσγειωθηκε εν μεσω 100 γερμανων στρατιωτων. Με το πολυβολο σκοτωσε τους 70 απο αυτους και μολις του τελειωσαν οι σφαιρες,εριξε την χειροβομβιδα και σκοτωσε αλλους 20. Τους υπολοιπους 10 τους σκοτωσε με τα χερια του.
Η δασκαλα του σοκαρισμενη ρωταει τον Τοτο ποιο ειναι κατα την γνωμη του το ηθικο διδαγμα αυτης της ιστοριας, και απανταει ο Τοτος:
- Μην τα βαζετε ποτε με τον θειο Λακη, άμα εχει πιει.
Κάποια μέρα, αποφάσισε η μητέρα ενός φοιτητή που μένει και σπουδάζει στην Αθήνα, να έρθει να επισκεφτεί τον γιο της τον Γιάννη.
Με το που φτάνει στο διαμέρισμα, βλέπει και τον συγκάτοικό του, τον Πάνο. Τον κοιτάζει καλά-καλά, απ την κορυφή ως τα νύχια, με ένα βλέμμα μυστήρια εξεταστικό, και ταυτόχρονα ρίχνει και μία ματιά και στον γιο της.. Αφού μητέρα και γιος τα λένε για λίγο, πηγαίνει στην κουζίνα η μαμά να ετοιμάσει το τραπέζι, για να φάνε και οι τρεις μαζί. Καθώς κάθονται στο τραπέζι, η μητέρα τού Γιάννη συνεχίζει να ρίχνει μυστήριες ματιές, μία στον γιο της, και μία στον συγκάτοικό του, τον Πάνο. Οπότε, σε κάποια στιγμή δεν κρατήθηκε άλλο ο γιος της, και της λέει:
- Μητέρα, ξέρω τι σκέφτεσαι, όμως εγώ και ο Πάνος είμαστε ΜΟΝΟ ΦΙΛΟΙ, και συγκάτοικοι. ΤΙΠΟΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ!Η μητέρα του, του απαντά:
- Παιδί μου, δεν είπα τίποτα εγώ. Μήπως είπα; Ας συνεχίσουμε λοιπόν το φαγητό μας, και ας ξεχάσουμε αυτήν την παρεξήγηση... αλήθεια, τι ωραία κουτάλα είναι αυτή! Είναι ασημένια; Απαντά ο Πάνος και λέει:
"Ναι, είναι ασημένια, και μου την έχει δώσει η μητέρα μου. Είναι οικογενειακό κειμήλιο.." Τελειώνουν το φαγητό, και η μητέρα πηγαίνει να καθαρίσει την κουζίνα, ενώ οι δύο νέοι βλέπουν τηλεόραση.
- Την επομένη το βράδυ, η μαμά αποχαιρετά τον γιόκα της και τον συγκάτοικό του, και επιστρέφει στο χωριό της στις Σέρρες. Μετά από δέκα μέρες, είναι ο Πάνος και ο Γιάννης στο σπίτι και ετοιμάζονται να φάνε. Ψάχνει ο Πάνος για την κουτάλα την ασημένια, το οικογ. κειμήλιο, αλλά άφαντη η κουτάλα. Έφαγε τον κόσμο, όμως τίποτα.. Στο τέλος ρωτάει και τον Γιάννη:
"Αγάπη μου (..!) μήπως είδες πουθενά την ασημένια κουτάλα; δεν μπορώ να την βρω πουθενά."
. ψάχνουν και οι δύο μαζί, όμως και πάλι τίποτα.. Οπότε λέει ο Πάνος στον Γιάννη:
"Δεν θέλω να σε στενοχωρήσω αγάπη μου,όμως η κουτάλα χάθηκε ενώ η μητέρα σου ήταν εδώ.. δεν της τηλεφωνείς;.."
"Καλώς αγάπη μου," λέει ο Γιάννης, "Αλλά καλύτερα να της γράψω. Θα της έρθει πιο μαλακά.."
Κάθεται και γράφει λοιπόν ο Γιάννης στην μητέρα του:
- Αγαπητή μητέρα.. Εδώ και δέκα μέρες, από την μέρα που έφυγες, ψάχνουμε ο Πάνος κι εγώ την ασημένια κουτάλα, που αν θυμάσαι, είναι οικογενειακό τους κειμήλιο.. Δεν λέω πως εσύ πήρες την κουτάλα, αλλά δεν λέω πως δεν την πήρες επίσης. Aπλώς σε ρωτάω για να μας λυθεί αυτή η απορία. Με αγάπη, ο γιός σου. Μετά από λίγες μόλις μέρες, παραλαμβάνει την απάντηση μέσω γράμματος επίσης, και ο Γιάννης από την μητέρα του, η οποία απάντηση έλεγε:
- Αγαπημένο μου παιδί.. Δεν λέω πως εσύ και ο συγκάτοικός σου τα έχετε, αλλά δεν λέω πως δεν τα έχετε επίσης.. Αν όμως ο φίλος σου ο Πάνος κοιμόταν στο δικό του το κρεβάτι, θα είχε βρει την ασημένια κουτάλα του κάτω από τα σκεπάσματα! Με αγάπη, η μητέρα σου..
Μια φορά ήταν ένας Πόντιος ο Γιαννίκος που από μικρός είχε το όνειρο να κατασκευάσει μια μέρα πλαστά χαρτονομίσματα που θα είναι πανομοιότυπα με τα αληθινά.
Χρόνια προσπαθούσε ο άμοιρος ο Πόντιος και συνεχώς αποτύγχανε. Πούλησε όλη του την περιουσία και ξόδεψε ότι είχε και δεν είχε για να αγοράσει τα τελειότερα μηχανήματα εκτύπωσης και δούλευε μερόνυχτα ολόκληρα χωρίς να τρώει ή να κοιμάται προσπαθώντας να φτιάξει το τέλειο χαρτί και να κάνει την τέλεια εκτύπωση για να κατασκευάσει τα καλύτερα πλαστά χαρτονομίσματα που θα είχαν φτιαχτεί ποτέ. Με τα πολλά και αφού πέρασαν 20 χρόνια σκληρής δουλειάς ο Γιαννίκος έκανε το όνειρο του πραγματικότητα. Μετά από εξαντλητικά τεστ κατασκεύασε πλαστά χαρτονομίσματα που δεν μπορούσαν να ανιχνευτούν από κανένα μηχάνημα και καμιά τράπεζα στον κόσμο. Τότε ο Γιαννίκος κλαίγοντας συγκινημένος αφού έκανε το όνειρο του πραγματικότητα τύπωσε 100 δισεκατομμύρια δραχμές σε πλαστά χαρτονομίσματα για να βγάλει το άχτι του και να απολαύσει όσα στερήθηκε τόσα χρόνια. Γεμίζει μια τεράστια βαλίτσα με όσα λεφτά μπορούσε και ξεκίνησε:Πρώτα αποφάσισε ότι θέλει μια Φεράρι.- "Πόσο κάνει;" ρωτά ο Γιαννίκος-" 100 εκατομμύρια" του απαντά ο πωλητήςΟ Γιαννίκος τότε ανοίγει την βαλίτσα και του μετρά 100 εκατομμύρια. Τότε ο πωλητής τον κοιτά με άγριο βλέμμα και του λέει:
- "Κύριε με δουλεύετε;Aυτά είναι πλαστά!"Ο Γιαννίκος κεραυνοβολήθηκε. Μάζεψε τρομαγμένος τα λεφτά και το έβαλε στα πόδια. Ήταν απίστευτο. Ξόδεψε όλη του ζωή και την περιουσία του να φτιάξει τα τελειότερα πλαστά χαρτονομίσματα για να του συμβεί αυτό που μόλις του συνέβή; Ο Γιαννίκος μετά το πρώτο σοκ θεώρησε το γεγονός τυχαίο και αποφάσισε να μην το βάλει κάτω. Πήγε να αγοράσει ένα τεράστιο κότερο.-" Ποσό κάνει;" ρωτά-" 500 εκατομμύρια" του απαντά ο πωλητήςΚάνει να βγάλει τα λεφτά και ο πωλητής τον κοιτά αγριεμένος του λέει:
- "Κύριε με δουλεύετε;Aυτά είναι πλαστά!" O Γιαννίκος ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του. Μετά από ακόμη μερικές αποτυχημένες προσπάθειες να αγοράσει μια βίλα και ένα αεροπλάνο, βρέθηκε να τριγυρνά στους δρόμους απελπισμένος σκεφτόμενος σοβαρά την αυτοκτονία. Όλοι οι κόποι του πήγαν χαμένοι... Κατέληξε στο καφενείο "Ο Ωραίος Πόντος" του Γιωρίκα σε κακό χάλι. Παραγγέλνει έναν πικρό καφέ της παρηγοριάς και αφού τον πίνει κάνει την τελευταία προσπάθεια. Φωνάζει τον Γιωρίκα και τον πληρώνει με ένα πλαστό χαρτονόμισμα. Τότε ο Γιωρίκας ο καφετζής πιάνει το χαρτονόμισμα,τον κοιτά αγριεμένος και του λέει:
- Καλά ρε μαλάκα Γιαννίκο, που θες να βρω ρέστα από 20ΧΙΛΙΑΡΟ;!