Δημοφιλή ανέκδοτα

Δύο παπάδες συναντιούνται κάθε πρωί με τα ποδήλατά τους καθώς πηγαίνουν να κάνουν λειτουργία στις εκκλησίες τους. Μια μέρα ενώ ο ένας πήγαινε με το ποδήλατο συναντά τον άλλο που πήγαινε με τα πόδια.
- Τι έγινε αδελφέ; τον ρωτάει. Τι έγινε; που είναι το ποδήλατό σου;
- ʼσε... Μου το κλέψανε αδελφέ! του απαντάει ο άλλος ο παπάς, και τώρα δεν ξέρω τί να κάνω...
- ʼκου να σου πω λέει ο άλλος: Την Κυριακή στην εκκλησία, που θα είναι πολλοί, στο κήρυγμα θα αρχίσεις να λες τις 10 εντολές. Όταν θα φτάσεις στο ου κλέψεις, θα δεις ποιός θα ταραχτεί από κάτω, και θα καταλάβεις ποιός στο πήρε.
Πράγματι, έτσι κι έκανε. Tη Δευτέρα το πρωί συναντιούνται πάλι, κι ο πάπας είχε βρει το ποδήλατό του.
Τι έγινε; τον ρωτάει ο άλλος, πως το βρήκες;
- Έκανα ότι μου είπες, λέει ο παπάς. Στο κήρυγμα, άρχισα να λέω τις 10 εντολές. Φτάνω στο ου κλέψεις, κοιτάω να δω αν κουνήθηκε κανένας, αν ταράχτηκε... τίποτα. Όταν όμως έφτασα στην εντολή ου μοιχεύσεις, θυμήθηκα που το είχα αφήσει!
Πεθαίνει ένας χασικλής και πάει στην κόλαση.
Ομως η κόλαση δεν ήταν έτσι όπως την είχε φανταστεί, αλλά ένας μακρύς και περίεργος διάδρομος γεμάτος πόρτες.
Κοιτάει την πρώτη πόρτα και έγραφε πάνω:
"Κολαση για εκβιαστεσ".
- Χριστέ μου, τι με περιμένει; αναρωτήθηκε.
Πάει παρακάτω και βλέπει μια άλλη πόρτα που έγραφε :
"Κολαση για δολοφονουσ".
- Θεέ μου, συγχώρα με, πού ήρθα;
Στο τέλος του διαδρόμου περνώντας πολλές πόρτες, βλέπει μια που έγραφε:
"ΚΟΛΑΣΗ ΓΙΑ ΧΑΣΙΚΛΗΔΕΣ". Αρχίζει να ιδρώνει από αγωνία.
Ανοίγει την πόρτα και τι βλέπει;
Τεράστιες ποσότητες χασισιού, βουνά ολόκληρα! Δεν πιστεύει στα μάτια του ο χασικλής! Η τύχη του ήταν βουνό!
Πάνω σε ένα βουνό από χασίς καθόταν ένας τύπος ατάραχος και "έστριβε" τσιγαριλίκια.
Τον πλησιάζει διστακτικά και του λέει:
- Ρε φιλαράκο, να πάρω λίγο "χόρτο" για να στρίψω και γω ένα τσιγάρο;
- Και το ρωτάς; Πάρε... του λέει αδιάφορα.
Αφού στρίβει το πρώτο τσιγάρο ο χασικλής, μετά από λίγη ώρα του ξαναλέει:
- Ξέρεις, να πάρω λίγο παραπάνω, για να έχω και για το βράδυ να στρίβω τσιγαρλίκια;
- Ακου, λέει. Ολα αυτά δικά μας είναι, ξέρεις. Πάρε χωρίς να ντρέπεσαι.
Παίρνει μπόλικο χόρτο και στρίβει καμμιά δεκαριά τσιγάρα. Χωρίς να το σκεφτεί ξαναρωτάει τον τύπο:
- Μήπως έχεις μια φωτιά για να ανάψω τα τσιγάρα;
Τον κοιτάζει περίεργα ο άλλος και του λέει:
- Ρε μάγκα, αν είχαμε και φωτιά εδώ μέσα, θα ήταν παράδεισος !