Δημοφιλή ανέκδοτα

Μπροστά στην εκκλησια!
Σε μια ενορία ήταν ένας παπάς που είχε ένα μικρό γιο. Μια μέρα, ο γιός του βγήκε μπροστά στην εκκλησία και πουλούσε εικόνες και φυλαχτά. Κάποια στιγμή περνά ένας τύπος και βλέπει τον πάγκο με τις εικόνες. Δείχνοντας, λοιπόν την εικόνα της Παναγίας, λέει στο παιδί:
- Η μανταμίτσα πόσο κάνει;
Τι να κάνει το παιδί, μπαίνει στην εκκλησία και λέει στον παπά:
- Μπαμπά, είναι ένας έξω που αποκάλεσε την Παναγία "μανταμίτσα" και θέλει να αγοράσει την εικόνα!
- Να μη πουλήσεις,παιδί μου, εικόνα σε αυτόν τον ιερόσυλο! Πες του οτι κάνει 5000 ευρώ.
Βγαίνει λοιπόν έξω το παιδί και λέει την τιμή.
- Α, πολύ ακριβή! λέει ο τύπος. Τότε δείχνει μια εικόνα με το Μυστικό Δείπνο και λέει:
- Πόσο έχει το τσιμπούσι;
Μπαίνει ξανά στην εκκλησία το παιδί και λέει στον παπά τι έγινε.
- Να μην την πουλήσεις, παιδί μου, λέει ο παπάς. Πες του ότι κάνει 6000 ευρω!
Βγαίνει ξανά έξω το παιδί και λέει την τιμή.
- Α, πολύ ακριβή, δεν την αγοράζω! Πόσο κάνει αυτός ο σταυρός; ρωτά ξανά ο τύπος δείχνοντας έναν ξύλινο σταυρό, που είχε επάνω το Χριστό.
Μπάινει για τρίτη φορά στην εκκλησία το παιδί και λέει τι έγινε στον παπά.
- Να τον πουλήσεις τον σταυρό, παιδί μου! λέει ο παπάς. Αφού τον αναγνώρισε!
Βγαίνει έξω το παιδί και λέει στον άνθρωπο που περίμενε:
- 6 ευρώ κάνει ο σταυρός.
- Μαζί με τον ακροβάτη;
Μια γριούλα πέφτει θύμα επίθεσης από δυό άγνωστους. Οι τύποι προσπαθούν να χτυπήσουν την γριούλα και να της πάρουν την τσάντα με τα πράγματα που έχει μέσα.
Ξαφνικά, πάνω από μια ταράτσα ξεπροβάλει ένας τύπος ο οποίος προσγειώνεται ανάμεσα στην γριούλα και στους δυό κακοποιούς. Φοράει μια μακριά μαύρη κάπα, μαύρη μάσκα στο πρόσωπό του, κρατάει ένα σπαθί και με ευκολία βγάζει εκτός μάχης τους δύο κακοποιούς.
Στον πρώτο καταφέρνει δυό γερές γροθιές και το ξαπλώνει κάτω. Ο δεύτερος προσπαθεί να αντισταθεί και μάλιστα επιτίθεται στον μαυροφορεμένο ήρωα, αλλά εκείνος τον χτυπάει επιδέξια και καθώς τον ξαπλώνει στο έδαφος, σηκώνει το απαθί του και χαράζει ένα μεγάλο Ζ στο στήθος του.
Ο ήρωάς μας, σκύβει και σηκώνει από το έδαφος την τσάντα της γριούλας που μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν σε μια γωνία και παρακολουθούσε το συμβάν και της την δίνει στο χέρι. Η γριούλα παίρνει την τσάντα και γεμάτη ευγνομωσύνη λέει στον ήρωα:
- Σ’ ευχαριστώ πολύ, παιδί μου, Ζούπερμαν!
Κάποιος με την κατσίκα του περιμένει στην άκρη της εθνικής οδού Χανίων - Ρεθύμνης κάνοντας ωτο - στόπ.
Σταματάει κάποιος οδηγός και τον ρωτάει που πηγαίνει.
- Στο Ρέθυμνο.
- Κυριέ μου θα σε έπαιρνα αλλά χωρίς την κατσίκα σου.
- Αυτό δεν γίνεται, πάντως σε ευχαριστώ.
Σε λίγο σταματάει μία Μερσέντες και ο οδηγός τον ρωτάει που πηγαίνει.
- Στο Ρέθυμνο
Να σε πάρω μαζίμου αλλά με την κατσίκα τι θά κάνουμε ?
- Μην στεναχωριέσαι θα την δέσουμε στον προφυλακτήρα, γίνεται?
Βεβαίως και γίνεται απαντάει ο οδηγός σκεπτόμενος ότι η κατσίκα δεν θα αντέξει την ταχύτητα και στην διαδρομή θα σκάσει και θα την ξεφορτωθούν.
Ξεκινούν λοιπόν και ο οδηγός ανέπτυσε ταχύτητα αλλά έβλεπε την κατσίκα να ακολουθεί κανονικά. Οταν έφθασε να τρέχει με 150 χιλ. βλέπει απο τον καθρέπτη την κατσίκα να του ανοιγοκλείνει το αριστερό μάτι και ρωτάει με αγανάκτηση και απορία τον συνεπιβάτη του :
- Φίλε γιατί η κατσίκα μου ανοιγοκλείνει το μάτι?
- Α, δεν ξέρεις ανάβει φλάς για να σε προσπεράσει!
Κάποτε, σε ένα χωριό της Κρήτης παντρεύτηκε ο Σήφης τη Μαρία, μια νεαρή χήρα, που όμως έκανε θαύματα στο κρεβάτι.
Τριαντάρης αυτός, εικοσάρα αυτή, έδιναν κάθε βράδυ στο κρεβάτι να καταλάβει. Όμως ο πατέρας του Σήφη τον έβλεπε συνέχεια να είναι πιο αδύναμος, να μην μπορεί να δουλέψει. Κατάλαβε δηλαδή ότι ζοριζόταν ο κακομοίρης κάθε βράδυ να τα βγάλει πέρα με τη Μαρία.
Μια μέρα λοιπόν το λέει:
- "Μωρέ Σήφη, ανησυχώ κοπέλι μου με την κατάστασή σου. Από πρώτος δουλευτής του χωριού έχεις γίνει σαν τον κακομοίρη. Αμε μωρέ στο μπάρμπα σου στη Σητεία για καμιά βδομάδα να ξεκουραστείς γιατί δε σε βλέπω καλά."
Στην αρχή του κακοφάνηκε το Σήφη, όμως και ο γιατρός του χωριού του είπε ότι η ιδέα του πατέρα του ήταν καλή. Σηκώνεται λοιπόν και πάει στο θείο του το Μανούσο για μια βδομάδα. Εκεί ξεκουράστηκε, μπήκε πάλι σε ρυθμούς κανονικούς και ήταν πια έτοιμος να γυρίσει.
Στο δρόμο όμως προς το χωριό, του χαλάει το αυτοκίνητο και έπρεπε να κάνει την υπόλοιπη διαδρομή με τα πόδια. Ο δρόμος ανηφορικός, κατακαλόκαιρο, το νερό του είχε τελειώσει, αλλά ήξερε πως εκεί κοντά ήταν μια πηγή με δροσερό νερό. Πάει λοιπόν γρήγορα γρήγορα και βλέπει μια σαρανταριά κατσίκες σε ένα μαντρί, που τις είχε αφήσει ο βοσκός τους να τις πηδήξει ο τράγος. Παρατηρούσε λοιπόν τον τράγο να κάνει ότι μπορεί για να μην αφήσει παραπονεμένες τις κατσίκες.
Ξαφνικά ο τράγος πέφτει κάτω αποθεωμένος από μια μικρή κατσικούλα και δε φαινόταν να είναι πολύ καλά.
Γυρίζει λοιπόν ο Σήφης και του λέει:
- "Ρε κακομοίρη, δεν έχεις κανένα μπάρμπα στη Σητεία να πας να ξεκουραστείς;"
Ένα κοτόπουλο Γαλλίας!
Σε ένα εστιατόριο μπαίνει ένας τύπος και κάθεται.
Έρχεται ο σερβιτόρος.
- Τι θα πάρετε;
- Ένα κοτόπουλο Γαλλίας, λέει ο τύπος.
Πηγαίνει ο σερβιτόρος στον μάγειρο.
- Ένας τύπος μου ζήτησε κοτόπουλο Γαλλίας...
- Ε, καλά πήγαινε του αυτό! Σιγά μην καταλάβει ότι είναι από την Καλαμάτα...
Φέρνει το κοτόπουλο ο σερβιτόρος.
Το κοιτάζει καλά ο τύπος, το μυρίζει, και γυρίζει έξαλλος στον σερβιτόρο.
- Μα καλά! Δεν σου είπα Γαλλίας; Αυτό εδώ είναι καλαματιανό! Φέρε μου ένα Ιταλίας, για να μην γίνει χαμός εδώ...
- Μάλιστα, λέει ο σερβιτόρος.
Ένας μεθυσμένος από το μπαρ, παρακολουθεί όλη την φάση έκπληκτος.
Αφού έχουν φέρει λοιπόν πεντέξι φορές λάθος κοτόπουλα, και ο τύπος τους έχει ανακαλύψει, σηκώνεται ο μεθυσμένος από το μπαρ, και πλησιάζει.
Πλησιάζει λοιπόν τον τύπο, ενώ μόλις και τον βλέπει από την σούρα του, τον χτυπά στην πλάτη, και του λέει:
- Ρε φίλε, δεν με μυρίζεις και μένα; Ξέχασα που μένω...
Μια φορά ήταν ένας παππούλης που έπασχε από προστάτη.
Πάει στον ουρολόγο λοιπόν κι αυτός αφού τον εξετάζει του λεει:
- Δεν είναι και τόσο σοβαρά τα πράγματα όπως φαίνεται. Πρέπει όμως να κάνουμε και μια εξέταση σπέρματος. (Του δίνει ένα αποστειρωμένο κουτάκι). Να, πάρτε αυτό και αύριο το πρωί μόλις σηκωθείτε και αφού πατε στην τουαλέτα γεμίστε το και φέρτε μου το πίσω.
- Εντάξει γιατρέ μου. Θα προσπαθήσω. (Περιεργάζεται το μέγεθος του κουτιού). Αν και στην ηλικία μου, όπως καταλαβαίνετε, δε θα είναι και τόσο εύκολο...
- Θα τα πάτε μια χαρά, μην ανησυχείτε.
Την άλλη μέρα λοιπόν, ο παππούς προσπαθεί να επιτελέσει το ... καθήκον του. Προσπαθεί με το ένα χέρι, τίποτα. Προσπαθεί με το άλλο, τίποτα.
Προσπαθεί και με τα δύο χέρια, πάλι τίποτα.
Φωνάζει τη γυναίκα του. Προσπαθεί αυτή, βάζει όλη της τη δύναμη, τίποτα.
Προσπαθούν κι οι δυο μαζί, τίποτα.
Φωνάζουν τη γειτόνισσα να προσπαθήσει, τίποτα. Φωνάζουν και το γείτονα.
Προσπαθεί κι αυτός πάλι τίποτα.
Φωνάζουν την εγγονή της γειτόνισσας που είναι και φωτομοντέλο. Προσπαθεί κι αυτή, βάζει όλη της την τέχνη, τίποτα όμως.
Προσπαθούν ξανά όλοι μαζί, πάλι τίποτα.
Τι να κάνει κι ο καψερός ο παππούλης, πάει πίσω στο γιατρό. Του
Επιστρέφει το κουτί κλειστό και άδειο και του λεει:
- Τι να σας πω γιατρέ μου. Όλη μέρα σήμερα προσπαθούσα και δεν κατάφερα τίποτα.
Ήταν ανάγκη να σφίξετε τόσο πολύ αυτό το άτιμο το κουτί; Πέντε άτομα δεν μπορέσαμε να το ανοίξουμε...