Δημοφιλή ανέκδοτα

Μια γιαγιά είχε δύο εγγόνια. Το ένα ήταν καλό παιδί και την αγαπούσε πάρα πολύ. Το άλλο όμως ήταν κακό και πονηρό και δεν ήθελε ούτε να τη βλέπει. Μια μέρα λοιπόν πάει η γιαγιά να βρει το καλό της εγγονάκι, μπαίνει στο ασανσέρ, πατά το κουμπί, αλλά γίνεται διακοπή ρεύματος και κλείνεται μέσα.
Αμέσως, ο εγγονός της καλεί την πυροσβεστική και η γιαγιά απεγκλωβίζεται. Την άλλη μέρα βλέπει έξω από το σπίτι του ένα opel astra με ένα σημείωμα:
- Με αγάπη, η γιαγιά σου.
Μια άλλη μέρα, πάει η γιαγιά να βρει τον άλλο της εγγονό. Μπαίνει στο ασανσέρ, αλλά και πάλι για κακή της τύχη κλείνεται μέσα. Τότε το κακό εγγόνι, κόβει τα καλώδια του ασανσέρ, το ασανσέρ πέφτει και η γιαγιά συνθλίβεται!
Την άλλη μέρα, λοιπόν, βλέπει έξω από το σπίτι του μια Porsche παρκαρισμένη, με το σημείωμα:
- Με αγάπη, o παππούς σου..!
Το σχολείο του Τοτού, διοργάνωσε ένα αποκριάτικο πάρτυ. Την ίδια μέρα, πάει ο Τοτός σπίτι του και λέει της μάνας του.
- "Μανούλα, δως μου μια μπουνίτσα στο δεξί μου μάγουλο!"
- "Mα τι είναι αυτά που λες Τοτέ", του λέει η μαμά του.
- "Δως μου να μη σου γ... Σω κανένα σπιτάκι."
Νευριάζει η μάνα του Τοτού και του δίνει ένα δεξί direct στο μάγουλο. Μετά από λίγο, πηγαίνει στον πατέρα του ο Τοτός και του λέει:
- "Μπαμπακούλι, δως μου μια μπουνίτσα στο αριστερό μου μαγουλάκι."
- "Μα τι είναι αυτά τα πράγματα Τοτέ;", του λέει ο πατέρας του.
Τσαντίζεται ο Τοτός και του λέει κάπως αγριεμένα:
- "Δως μου να μη σου γ... Σω κανένα καντιλάκι."
Γίνετε έξω φρενών ο πατέρας του Τοτού οπότε του ρίχνει ένα αριστερό hook. Πρήστηκε το κεφάλι του Τοτού. Την επόμενη μέρα, πριν πάει στο σχολείο ο Τοτός, τρώει ένα κεσεδάκι γιαούρτι. Μπαίνοντας στην τάξη η δασκάλα του Τοτού, άρχισε να ρωτάει όλα τα παιδιά το τι είχαν ντυθεί.
- "Κωστάκη τι έχεις ντυθεί;"
- "Καουμπόης κυρία. Απαντάει ο Κωστάκης."
Μετά, η δασκάλα ρωτάει τη Μαρία.
- "Tι έχεις ντυθεί Μαρία;"
- "Νεράιδα κυρία", απαντάει.
Τέλος, φτάνει και στο Τοτό.
- "Tι έχεις ντυθεί εσύ Τοτέ;
Και της απαντάει ο Τοτός, πιέζοντας τα μάγουλα του:
- "Καβλόσπυρο κυρία"
Ήταν μια φορά ένας αγρότης, σε όλη του τη ζωή δούλευε σκληρά και σιγά σιγά από ένα χωραφάκι που είχε κατάφερε να αποκτήσει πολλά και να έχει πολλούς ανθρώπους για να τον βοηθάνε.
Για να κάνει όμως μια τόσο μεγάλη περιουσία δεν είχε πάει ποτέ στη ζωή του διακοπές και γενικά δεν είχε χαρεί τίποτα στη ζωή του ούτε τα χρήματα που είχε κερδίσει ούτε την οικογένειά του.
Αποφάσισε λοιπόν μια φορά να πάει μόνος του διακοπές για ένα μήνα για να ξεκουραστεί και να ξεδώσει λιγάκι. Πριν φύγει λοιπόν έδωσε ρητή εντολή να μην τον ενοχλήσει κανείς εκτός και αν ήταν μεγάλη ανάγκη. Τους έδωσε λοιπόν έναν αριθμό τηλεφώνου στον οποίο θα μπορούσαν να τον βρουν μονάχα αν ήταν μεγάλη ανάγκη και έφυγε.
Μετά από μια βδομάδα χτυπάει το τηλέφωνο και ήταν ένας εργάτης του. «για σου αφεντικό» του λέει «σε πήρα για να σε ρωτήσω αν μπορώ να πάρω ένα καινούριο φτυάρι γιατί το παλιό μας έσπασε»
- «Μα καλά δεν σας είπα να μην με πάρετε τηλέφωνο για ασήμαντα πράγματα? Και στο κάτω κάτω πως έσπασε το φτυάρι μας αφού τα χωράφια μας έχουν χώμα με ελάχιστες πέτρες.» του απάντησε το αφεντικό.
- «Ε μα δεν σκάβαμε στα χωράφια μας αλλά στο βουνό.»
- «Και γιατί σκάβατε στο βουνό?»
- «Για να θάψουμε το σκύλο»
- «Πέθανε ο σκύλος? Μα καλά από τι?»
- «Αφηνιάσανε τα άλογα από τη φωτιά στο στάβλο και άρχισαν να τρέχουν και ποδοπάτησαν το σκύλο και τον σκότωσαν»
- «Έπιασε φωτιά ο στάβλος και γιατί έπιασε φωτιά?»
- «Ε… είχε πιάσει φωτιά στο σπίτι σας και μετά επεκτάθηκε και η φωτιά στο στάβλο»
- «Έπιασε φωτιά το σπίτι μου από τι?»
- «Ένα από τα κεράκια δίπλα στο φέρετρο της γυναίκας σας έπεσε κάτω και πήρε φωτιά το σπίτι»
- «Πέθανε η γυναίκα μου? Από τι?» ο καημένος είχε πια απηυδήσει.
- «Αυτοκτόνησε από τον καημό της όταν ο γιος σας πνίγηκε στο ποτάμι»
- «Πνίγηκε ο μοναχογιός μου στο ποτάμι! Μα καλά δεν έχεις τίποτα θετικό να μου πεις?»
Σκέφτεται για λίγο και του απάντα «ναι αμέ θυμάστε κάτι εξετάσεις AIDS που κάνατε? Ε θετικές είναι».
Μπαίνει ένας σκύλος σε ένα κρεοπωλείο με μία τσάντα γύρω από το λαιμό του.
Περιμένει τη σειρά του και όταν έρχεται, πηγαίνει προς τις μπριζόλες και γαυγίζει 4 φορές, οπότε ο χασάπης καταλαβαίνει και του βάζει 4 μπριζόλες. Μετά πηγαίνει κοντά στην μηχανή του κιμά και γαυγίζει δύο φορές. Του βάζει ο χασάπης και 2 κιλά κιμα, παίρνει όσα λεφτά πρέπει από την τσάντα, του περνάει μία σακούλα γύρω από το λαιμό και τον αφήνει να φύγει.
Eνας από τους πελάτες που είδε όλη τη σκηνή ακολουθεί το σκύλο να δει που θα πάει. Μετά από 2-3 δρόμους λοιπόν βλέπει το σκύλο να γρατζουνάει με τα νύχια του μια πόρτα, ο ιδιοκτήτης να του ανοίγει και αυτός να μπαίνει μέσα.
Εκείνη τη στιγμή πετάγεται ο τύπος και του λέει:
- Eχετε πολύ έξυπνο σκύλο, το ξέρετε;
- Σιγά την εξυπνάδα. Είναι η δεύτερη φορά αυτή την εβδομάδα που ξεχνάει τα κλειδιά του.